Σε δυο-τρεις ημέρες ήρθε ο Κυβερνήτης. Πήγε εις τ᾿ Ανάπλι, περίλαβε τα κάστρα, ήρθε εις την Αίγινα, ορκίστη με μεγάλη παράταξιν να φυλάξη τους νόμους της πατρίδος και μ᾿ αυτούς να μας κυβερνήση. Τότε έβαλε πρώτα, οργάνισε τα στρατέματα εις χιλιαρχίες. Οργάνισε και το πολιτικό. Φωνάζει τους βουλευτάς και τους λέγει να διαλυθούν δια το παρόν και ύστερα προσκαλεί την Συνέλεψη την Εθνική και γίνεται το Βουλευτικόν σώμα. Οι βουλευταί δεν μπορούσαν να κάμουν αλλοιώς, διαλύθηκαν κατά τον λόγο του Κυβερνήτη. Τότε έφκειασε το Πανελλήνιον, ορκίστη κι᾿ αυτός να κυβερνήση εφτά χρόνια. Δεν θυμήθη ο Κυβερνήτης όταν ορκίστη δια εφτά χρόνια, ορκίστη ᾿σ το σύνταμα -κι᾿ αυτός ευτύς το χάλασε. Έκαμε τον Υψηλάντη στρατάρχη εις τις χιλιαρχίες. Η κάθε χιλιαρχία ήταν από χίλιους-εκατόν-είκοσι ανθρώπους. Χιλίαρχοι Τζαβέλας, Χατζηπέτρος, Στράτος, Κριτζώτης, Καρατάσιος, Βάσιος, Δυοβουνιώτης, Τόλιας, Χατζηχρήστος, Ομορφόπουλος, Χορμόβας κι᾿ αχώρια η φρουρά του Υψηλάντη. ᾿Σ τη Δυτική Ελλάδα πήγε ο Γαρδικιώτης με την χιλιαρχίαν του, όσο-να οργανιστούν και οι άλλοι και να είναι με τον Γκενεράλη Τζούρτζη. Ο Υψηλάντης με δεκατέσσερες-χιλιάδες περίτου κάθεταν εις τα Μέγαρα. Οι Τούρκοι καταπλάκωσαν την Ρούμελη -και τ᾿ ασκέρια αυτά, το άνθος των Ελλήνων (κι᾿ άλλα τόσα έβγαζε από την Δυτική Ελλάδα) όλοι στράβωναν μυίγες. Και οι Τούρκοι παντού κάναν ό,τι θέλαν. Και εις Έγριπον και εις Αθήνα δεν είχαν ψωμί οι Τούρκοι. Και χωρίς-να ρίχναμεν ντουφέκι τους παίρναμεν, κι᾿ όχι ν᾿ αγοράσωμεν πίσου τους τόπους. Ρώτησαν τον Κυβερνήτη «Διατί χάλασες τους νόμους και το Βουλευτικόν; Είπε «Δεν το ᾿θελε η Ευρώπη». Κι᾿ αν ήταν ᾿λικρινής άνθρωπος, να έλεγε των Ευρωπαίγων ότι «Εγώ δεν πάγω εις την πατρίδα μου να γένω επίγιορκος, να τους χαλάσω εκείνο οπού απόχτησαν με ποταμούς αίματα». Τότε έκαμε και το κράτος εις τμήματα. Οργάνισε κ᾿ εμένα με τους Αθηναίους και Μισολογγίτες. Με διόρισε Γενικόν Αρχηγόν της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Και μέρασα την εκτελεστική δύναμη κ᾿ εγώ φέρνω γύρα τους νομούς. Και ο σταθμός μου είναι εδώ, εις Άργος. Πήρε την επιρροή των ανθρώπων ο Κυβερνήτης. Ήταν μπεζερισμένοι όλοι από την ακαταστασίαν. Δυο χρόνια κοντά μας κυβέρνησε αγγελικά. Και μας γύμναζε και την οικονομίαν. Ότι κι᾿ ο Κυβερνήτης μας μίαν κόττα έτρωγε τέσσερες ημέρες. Ένας βασιλέας μια φορά είχε πεθάνη και δεν άφησε διάδοχον εις το βασίλειόν του και οι άνθρωποι γύρευαν άνθρωπον μ᾿ αρετή να τους κυβερνήση. Εκεί ήταν ένας δεσπότης πολλά ενάρετος. Είχε ένα δίχτυ κι᾿ όταν θα ᾿τρωγε ψωμί, το πάγαινε ο διάκος και το ᾿στρωνε κ᾿ έτρωγε απάνου-᾿σ το δίχτυ. Οι άνθρωποι οπού δεν είχαν βασιλέα είδαν αυτόν τον άγιον δεσπότη με τόση αρετή και τον θέλουν δια βασιλέα τους. Πήγε όλος ο κόσμος και τον πήραν και τον θρόνιασαν. Αφού τον κάμαν βασιλέα, τότε το βράδυ ο δυστυχής διάκος παίρνει το δίχτυ να το στρώση να φάγη ο βασιλέας. Τότε το᾿ ᾿χει μίαν κατακεφαλιά του διάκου και του λέγει «Βρε αχρείε, το ψάρι οπού γυρεύαμεν τόσα χρόνια, κι᾿ αφανιστήκαμεν τρώγοντας εις το δίχτυ, το πιάσαμεν και τώρα ᾿σ αυτό μου φέρνεις να φάγω; Φέρε τραπέζια και συγύρια λαμπρά κι᾿ ο Θεός να μη μας το χρωστάγη να ξαναϊδούμεν το δίχτυ». Κι᾿ ο Κυβερνήτης μας σπούδαζε τους Έλληνες την οικονομίαν όσο-να τους μπερδέψη με το δίχτυ. Όμως οι λύκοι οπού τρώγαν τα πρόβατα δεν ψόφησαν- γέννησε κι᾿ άλλους πολλούς ο Κυβερνήτης μας κι᾿ ο Αγουστίνος κι᾿ ο Βιάρος. Φωνάζουν όλοι οι Έλληνες -ο Βιάρος κι᾿ ο Αγουστίνος λένε των αγωνιστών Σύρτε διακονέψετε. Και οι σπιγούνοι πλερώνονται βαριά να μαθαίνουν τι κάνουν οι άνθρωποι εις τα σπίτια τους. Κι᾿ από αυτό φαίνεται ότι είναι μακρυά-από την δικαιοσύνη του Θεού. Οι Έλληνες, Κυβερνήτη, διψούσαν δι᾿ αρετή και δια πατριωτισμόν, να τους σώσης από τα δεινά τους καθώς έσωσε ο Βάσιχτον την πατρίδα του Αμερική και του κάνουν τρόπαια και θα του κάνουν όσο στέκει ο κόσμος, ότι του ανήκουν -λευτέρωσε την πατρίδα του. Εσύ ο Έλληνας, ο φωτισμένος, ο ζυγωμένος εις τους δυνατούς, αν ήθελες να τους μιλήσης ως τίμιος Έλληνας, ως Κυβερνήτης αυτεινών των δυστυχισμένων, οπού κάθε στιμή έγραφες να σ᾿ εκλέξουν Κυβερνήτη, κι᾿ ο Κολοκοτρώνης κι᾿ ο Μεταξάς κ᾿ η συντροφιά σε έκλεξαν, που είναι η δικαιοσύνη σου; Αν είχες αρετή, εκεί-οπού σου είπαν οι δυνατοί δεν κάνει σύνταμα εις την Ελλάδα, δεν τους έλεγες εσύ «Μήνα το ᾿φκειασα εγώ να τους το χαλάσω; Το ᾿χουν φκειασμένο μ᾿ αίμα και με δυστυχίες. Τώρα που θα λάβω τα χρέη του Κυβερνήτη εγώ θα ορκιστώ ᾿σ αυτό το σύνταμα -πώς μπορώ να γένω επίορκος;» Και του Σουλτάνου να το᾿ ᾿λεγες με τρόπον θα συνκατάνευε, όχι οι ευεργέται μας χριστιανοί. Κι᾿ αν δεν θέλαν, τότε να μην έρθης. Τότε λεγέσουνε κι᾿ όντως Χρυσόστομος κ᾿ η πατρίδα σου θα σ᾿ ευγνωμονούσε και θα σ᾿ έλεγε ευεργέτη της. Κ᾿ είχες τον τόπον των ευεργέτων κ᾿ ερχόσουν και σε θεωρούσε ως τοιούτον κι᾿ ας μην ήσουν κυβερνήτης -τότε ήσουνε καλύτερος. Ότι θα την γλύτωνες από τους λύκους. Τώρα, ήταν λύκοι, έφκειασες κι᾿ αρκούδια. Όλα τα είχαμεν, σπιγούνους δεν είχαμεν τώρα έγειναν οι περισσότεροι Έλληνες. Και δεν έγιναν μόνοι-τους, τους κάνεις η Εξοχότη σου, ο Βιάρος, ο Αγουστίνος δίνοντάς τους βαθμούς, θέσες, χρήματα, βαργειές πλερωμές ανθρώπων οπού δεν έχουν δικαιώματα. Των αγωνιστών πολλών τους λέτε «Σύρτε διακονέψετε». Τότε όλοι θα γένουν σπιγούνοι. Κι᾿ αυτό το σκολείον θα φάγη την λευτερία μας κι᾿ αυτείνη την λευτερίαν, Κυβερνήτη μου, δεν την ηύραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τζόφλιο ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου, εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν. Την συνείδησίν μου, αδελφοί αναγνώστες, την έχω ελεύτερη. Πολλές φορές του μίλησα και δι᾿ αυτά έπεσα εις την οργή του. Όταν μ᾿ έβαλε εις την ᾿πηρεσίαν ο Κυβερνήτης, μου είπε ότι θέλει δικαιοσύνη. Του είπα «Όταν ιδής αναφορά αναντίον μου, τότε παίδεψέ με με την ζωήν μου εμένα κ᾿ εκείνους οπού ᾿χω εις την οδηγίαν μου». Σε καμπόσον καιρόν πιάστη φίλος με τον Κολοκοτρώνη -μεσίτης ήταν κ᾿ ενεργητής ο Μεταξάς -και τότε όλοι αυτείνοι έγιναν ένα και οι Σουλιώτες. Αφού πήρε όλους αυτούς, άρχισαν να κατατρέχουν τους Ρουμελιώτες και να βάνουν αξιωματικούς ανθρώπους χωρίς δικαιώματα, όσους ήθελαν ο Τζαβέλας και οι άλλοι. Όταν ήταν ο πόλεμος, πολλοί από αυτούς δεν ήταν εις τον αγώνα -ευτύς αξιωματικούς. Πληρεξούσιος των αρμάτων ήταν ο Αγουστίνος, του πολέμου ο Βιάρος- κι᾿ όλα τελείωναν. Ήρθε μία γυναίκα ενού αγωνιστή εδώ ᾿σ τ᾿ Άργος, οπού ᾿ταν ο Πληρεξούσιος. Ήταν ενού σκοτωμένου, του Χαλμούκη, γενναίου κι᾿ άξιου αγωνιστή και τίμιου εσκοτώθη και άφησε δυστυχισμένη την γυναίκα του και παιδί του. Και μου την στείλαν απόξω ο Πανουργιάς κι᾿ άλλοι. Την πήρα και την πήγα του Πληρεξούσιου. Ήταν με τον αρχηγόν Κολοκοτρώνη οπού κάθεταν. Του μίλησα δια την γυναίκα. Μ᾿ αποκρίνεται ο Αγουστίνος και μου λέγει Όλοι οι Ρουμελιώτες είστε δια παλούκι. -Έχεις δίκιο, του είπα, ότι όταν ήρθες ήσουνε απλός πολίτης και τώρα έχεις νιφόρμα γκενεράλη και δέκα άτια εις τον ταβλά σου. Και χωρίς-να φκειάσης παλούκια δια τους Ρουμελιώτες, όλοι παλουκώθηκαν μόνοι-τους -και τους άλλους οπού μείναν ολοένα τους παλουκώνετε. Δεν είναι λόγια, είναι έργα και μην κοπιάζεις άλλο και γνωρίσαμεν την διάθεσίν σας οπού ᾿χετε ᾿σ εμάς». Τότε μου λέγει ο Κολοκοτρώνης «Όλοι πολεμήσαμεν κ᾿ εσείς είστε εις την δούλεψη και παίρνετε μιστόν κ᾿ εμείς καθόμαστε έτσι. -Εσύ είσαι ζημιωμένος, του λέγω, και οι συντρόφοι σου, οπού γενήκετε Κιαμιλμπέηδες; Κ᾿ εμείς οπού παίρνομεν είκοσι-πέντε γρόσια μιστόν εγίναμεν νοικοκυραίγοι!» Ότι είναι ένα τάλλαρον και πέντε γρόσια ο μιστός μου. Κι᾿ αυτά τ᾿ αφίνομεν εις τον τόπο σας, οπού αγοράζομεν ψωμί και τρώμε. Αφού σας φκειάσαμεν το Ρωμαίικον, βλαφτήκετε οπού μας κάμετε και είλωτες κι᾿ ως άχρηστοι θα μας παλουκώσετε -διατί χύσαμε το αίμα μας δι᾿ αυτείνη την πατρίδα και τίποτας δεν κερδέσαμεν. Τι λευτερίαν ᾿νεργάτε να μας κάμετε την βλέπομεν. Την γης οπού λευτερώσαμεν με τους αγώνες μας κ᾿ αίματα μας την δίνετε και την αγοράζουν οι συντρόφοι σας, εκείνοι οπού μας κάναν σίγρι όταν σκοτωνόμαστε. Αυτείνοι τα χαίρονται αυτείνοι αγοράζουν ένα γρόσι το στρέμμα την γης, άγρια και ήμερη, την αγοράζουν κι᾿ όσ᾿ είναι κολάκοι σας και σπιγούνοι σας. Εμάς γυρεύετε να μας παλουκώσετε. Οι παλουκωμένοι- άλλο παλούκι δεν μπαίνει. Κι᾿ όταν με ματαϊδής, βάλε μου μίαν βούλλα εις το μέτωπον!». Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος δεν ματαμίλησα αυτεινού του προκομμένου ανθρώπου, του Αγουστίνου, μ᾿-όλον-οπού ᾿βαλε πολλούς φίλους μου και μου είπαν να πάγω ποτές ως σήμερον δεν τον αντάμωσα. Ο Κυβερνήτης μας άρχισε να ξηγέται τα αιστήματά του εις ανθρώπους οπού ᾿χαν την αρετή του και να βγαίνουν οι πατρικοί του σκοποί έξω. Τον Χαράλαμπο Παπαπολίτη πατριώτη μου, αφού ήτανε τουρκοκοτζάμπασης και φίλος του Μαυροκορδάτου, τον σύστησε αυτός του Κυβερνήτη. Ως τοιούτος συστημένος ο Παπαπολίτης, του είπε ο Κυβερνήτης μας ότι η Ρούμελη δεν μπορεί να λευτερωθή -και τι την θέλομεν; Όσοι Έλληνες μείναν ζωντανοί χωρούνε εις την Πελοπόννησο. Όμως να ᾿νεργήση ο Παπαπολίτης να μπούνε οι Λιδορικιώτες μέσα-εις την Πελοπόννησο. Και είπε κι᾿ αλλουνών τοιούτων. Αυτό έδινε χέρι και του Κυβερνήτη μας. Από τον Ισθμόν της Κόρθος και μέσα έμενε η Εξοχότη του ένας πρίτζηπας κι᾿ ο Κολοκοτρώνης αρχιστράτηγος και τ᾿ αδέλφια του Κυβερνήτη μας και οι φίλοι του Κολοκοτρώνη δικαιοκράτες και τότε η πατρίς λάβαινε την τύχη της εις αυτό -οι Έλληνες ραγιάδες αυτεινών κι᾿ αυτείνοι αφεντάδες. Δι᾿ αυτούς κάψαμε τα σπίτια μας, δι᾿ αυτούς χάσαμε τους ανθρώπους μας, δι᾿ αυτούς σκοτωθήκαμεν. Και τηράξετε μεγάλη γνώση οπού ᾿χουν όσοι πάνε εις την Ευρώπη -και ήρθαν να μας κυβερνήσουνε να γένουν οι Ρουμελιώτες είλωτες αυτεινών! Δεν θέλω να κάμω καμμίαν παρατήρησιν εγώ και κάμετέ την εσείς οι αναγνώστες, αν θα ᾿μενε κανένας ζωντανός από αυτούς δια-να μην τελεσφορήση αυτό. Ήταν τυχερόν και μαθεύτηκε ύστερα, οπού το είδε και ο Μαυροκορδάτος. Όταν ο Κυβερνήτης μας έδειχνε πατριωτικά αιστήματα, τον πίστεψαν ως αληθινόν και τον συντρόφεψαν οι τίμιοι άνθρωποι και συνφώνως κυβερνήθη ο τόπος αγγελικά. Ύστερα τραβήχτηκαν όλοι κ᾿ έπεσε διχόνοια. Όταν ήταν ᾿λικρινείς άνθρωποι με τον Κυβερνήτη μας, ήταν καλή κυβέρνηση. Όταν προσκολλήστη με την λοιμική των καλοθελητών της πατρίδας, οπού μο᾿ ᾿λεγε πρώτα να προσέχω απ᾿ ούλους αυτούς, ότ᾿ είχε υποψίαν να-μην δεν γυρίσουν με την Εξοχότη του, τότε αυγερώθη κ᾿ έγινε ένα μ᾿ αυτούς. Του λέγω «Κυβερνήτη, αυτείνοι κάνουν εκείνο, εκείνο, καθώς μου είπες να προσέχω.» -Αυτείνοι είναι οι καλύτεροι άνθρωποι και δεν θέλω να ακούγω κατηγορία δι᾿ αυτούς. -Του λέγω, δεν τους κατηγορώ, αλλά μου είπες μόνος-σου να προσέχω και σου τα είπα. Όταν η Εξοχότη σου λες ότ᾿ είναι καλοί, εγώ δεν ματαλέγω τίποτας. -Έλα το γιόμα να φάμε ψωμί και σου λέγω». Πήγα. Τελειώνοντας το φαγί, μου λέγει «Τους μίλησα και είναι σε ορθόν δρόμον και να είσαι φιλιωμένος κι᾿ όμορφα εις την ᾿πηρεσίαν σου. -Του λέγω, μη σε μέλει. Κι᾿ όταν ιδής τίποτα, παίδεψε με». Κ᾿ εσείς οι αναγνώστες τηράτε, όσον καιρόν ήταν με την δικαιοσύνη, πως ήταν η πατρίδα όταν πήρε αυτούς, που κατήντησε κι᾿ αυτός και η πατρίδα. Τηράτε τις ᾿φημερίδες θα ιδήτε αυτούς αφεντάδες και όλους τους τίμιους κατατρεμένους απ᾿ ούλους αυτούς. Τότε χάθη και τ᾿ όνομα Αγιάννης και τον έλεγαν απατεώνα. Ότι η δυστυχισμένη πατρίδα είναι ατυχής από κυβέρνησιν αρχή ως τώρα. Ο Θεός ας την κυβερνήση και σωθή κατά τους αγώνες της. Ο Υψηλάντης είδε τον δόλον του Κυβερνήτη -δεν μπόρεσε να τον βάλη εις τον όρκον του. Τότε άρχισε να τον κατατρέχη κ᾿ έβαλε τον μαρσιάλη Αγουστίνο) και το᾿ ᾿κανε χιλιάδες αντενέργειες να τον βγάλη από αυτείνη την θέσιν, να τον αφήση μόνον-του. Τότε, δια-να ᾿πιτύχουν αυτό, έκαναν τους ανθρώπους, οπού ήταν εις τις χιλιαρχίες ασήμαντοι με μικρόν βαθμόν, τους έδινε ανώτερον ο Αγουστίνος και τράβαγε πολλούς τοιούτους από τις χιλιαρχίες του Υψηλάντη κ᾿ έφκειασε αξιωματικούς πλήθος τοιούτους κι᾿ αδίκησε εκείνους οπού ᾿χαν δικαιώματα. Και τοιούτως έκαμε κι᾿ ο Αγουστίνος σώμα τραβώντας κι᾿ από τον Υψηλάντη κι᾿ από τον Τζούρτζη. Οι Έλληνες φτωχοί και πήγαιναν εις τον αδελφόν του Κυβερνήτη. Οι Ρουμελιώτες έβλεπαν τον χαμό της Ρούμελης κι᾿ όλο γιόμωζε νέους Τούρκους. Ο Κυβερνήτης δεν ήθελε να βγούνε ασκέρια έξω. Οι φίλοι του οι Ρουμελιώτες, ο Παπαπολίτης κι᾿ άλλοι, έγραψαν του Κυβερνήτη ότι «εις την Πάτρα και Καστέλλια κουβαλούνε πλήθος ζαϊρέ οι Τούρκοι και πάρε μέτρα». Τότε ο Κυβερνήτης στέλνει τον Τζαβέλα με την χιλιαρχίαν του εις το Λιδορίκι. ᾿Σ την χιλιαρχία ήταν όλο Ρουμελιώτες, οι περισσότεροι Λιδορικιώτες και Κραβαρίτες κι᾿ από αυτά τα μέρη. Συνομίλησαν όλοι, βλέποντας την πατρίδα τους και τα σπίτια τους γιομάτα Τούρκους του λένε του Τζαβέλα «Θα βαρήσουμεν τους Τούρκους». Τότε στανικώς ο Τζαβέλας, ότι θα να ᾿μενε μόνος-του και μπορούσε να κιντυνέψη (ότι συνάχτηκαν όλοι οι κάτοικοι Λιδορικιού και Κράβαρι), βάρεσε εις το Λιδορίκι, η χιλιαρχία και οι κάτοικοι, και τους χάλασαν και τους διώξαν τους Τούρκους από-᾿κεί. Ήταν και εις το Κράβαρι Τούρκοι. Πιάσαν τα στενά οι ντόπιοι και οι άλλοι, τους σκότωσαν και πιάσαν και τον Πρεβίστα και άλλους πολλούς Τούρκους ζωντανούς. Τότε ο καλός κι᾿ ο αγαθός πατριώτης ο Υψηλάντης έστειλε και τον Στράτο με την χιλιαρχία του κι᾿ ανταμώθηκαν όλοι με τον Τζαβέλα και κατοίκους και πολέμησαν παντού τους Τούρκους και εις Καρπενήσι τους χάλασαν κι᾿ από-᾿κεί. Και συνχρόνως εβήκε κι᾿ ο Υψηλάντης και τους πολέμησε παντού τους Τούρκους μ᾿ όλες τις χιλιαρχίες. Κι᾿ αφάνισαν τους Τούρκους και λευτέρωσαν την Ανατολική Ελλάδα. Εις την Φήβα είχαν οι Τούρκοι ορδί. Ρίξαν και οι εδικοί μας και πολέμησαν τους Τούρκους καμπόσον καιρόν ότι πήγαιναν κι᾿ από την Έγριπον πλήθος Τούρκοι. Και πολεμούσαν νύχτα και ημέρα αντρείως, οι Τούρκοι και οι Έλληνες, και σκοτώνονταν κι᾿ από το ᾿να το μέρος κι᾿ από τ᾿ άλλο. Ο Γκενεράλη Τζούρτζης ήταν εις την οργή του Κυβερνήτη μας κι᾿ όσοι ήταν μαζί του. Πολεμούσαν γενναίως εις το Μακρυνόρο κι᾿ αλλού. Δεν μπορούσαν να περάσουνε ζαϊρέδες οι Τούρκοι και παραδόθηκε η Βόνιτζα, ο Κραβασαράς, το Μισολόγγι και τ᾿ άλλα τα μέρη οπού βαστούσαν οι Τούρκοι. Ο Έπαχτος μόνον δεν παραδόθη κ᾿ έστειλε ο Κυβερνήτης τον Αγουστίνο μ᾿ όσους είχε τζοανταραίγους δικούς-του κι᾿ άλλους οπού γύρισαν με το μέρος του αγορασμένους. Και πήγε και η φεργάδα η «Ελλάς» κι᾿ άλλα καράβια. Ήταν κ᾿ ένα Ρούσσικον. Επήγαν εις τον Έπαχτο και στέκονταν εκεί. Πήγε κι᾿ ο Παπαρρηγόπουλος να προσκυνήση το κάστρο, δεν στάθη τρόπος. Αφού είδαν ο κόσμος ότι ο Κυβερνήτης κυβερνούσε του κεφαλιού του, τότε άρχισαν να του γυρεύουν Εθνική Συνέλεψη. Οδήγησε παντού τους διοικητάς και συντρόφους του, έδωσε και τα μέσα τα χρηματικά να κάμουν τις εκλογές των πληρεξουσίων με το πνεύμα του και να εκλένε αυτόν πληρεξούσιον και ό,τι να τους λέγη εκείνο να κάνουν. Αφού τελείωσε αυτό παντού, πήρε τον Κολοκοτρώνη και Νικήτα κ᾿ εμένα ως Γενικόν Αρχηγόν της εκτελεστικής δύναμης και πήγαμε γύρα την Πελοπόννησο ως την Πάτρα. Έβγαιναν οι άνθρωποι και τον προϋπαντούσαν μίαν ώραν δυο μακρυά και το᾿ ᾿στρωναν δάφνες. Δεν τον είχε νοιώση ακόμα ο μικρός λαός. Τους σύναζε όλους κ᾿ έκανε με τα λόγια τους φτωχούς πλούσιους. Τον καθέναν τον ανάπευε εις την αίτησίν του και κατάφερε τον κόσμο, όταν έγιναν οι εκλογές, να τον κάμουν οι περισσότερες επαρχίες αυτοπληρεξούσιον και ό,τι λέγη αυτός εκείνο να κάνουν οι πληρεξούσιοί τους. ᾿Σ την Πάτρα ήταν κι᾿ όλοι οι Αρτηνοί συνασμένοι και ήρθαν εις το κονάκι μου να με κάνουν πληρεξούσιόν τους. Δεν ήθελα. Το μαθαίνει ο Κυβερνήτης, με βιάζει να δεχτώ. Του λέγω «Δεν έχω ικανότη και δεν απατώ τους ανθρώπους». Μ᾿ έβγιασε πολύ το άφησα, χωρίς-να το δεχτώ. Εις τ᾿ Άργος εδώ μο᾿ ᾿στειλαν το πληρεξούσιον και το δέχτηκα. Πήγαμεν εις τον κόρφον του Επάχτου εις το καράβι το Ρούσσικον -ήταν και τα δικά-μας- κ᾿ εκεί σταθήκαμεν και παραδόθη ο Έπαχτος και σηκωθήκαμεν και γυρίσαμεν από Βοστίτζα και Μέγα-Σπήλαιον κι᾿ όλα τα μέρη οπού δεν διαβήκαμεν. Και κατηχήσαμεν τους ανθρώπους. Και ήρθαμεν εις τ᾿ Ανάπλι. Σαν έμαθε οπού μου ᾿ρθε το πληρεξούσιον των Αρτηνών, με φώναξε, με διάταξε, μο᾿ ᾿δωσε και πεντακόσια γρόσια δια χαρτζιλίκι. Τα πήρα δια-να του δείξω ότι οι Έλληνες είναι φτωχοί, δια-να φάνε κομμάτι ψωμί, οπού μείναν δυστυχείς αλλά την πατρίδα τους την φυλάνε ως πατρίδα. Άρχισε η Συνέλεψη έξω εις τ᾿ αφιθέατρο εις τ᾿ Άργος -το ᾿φκειασε ο Κυβερνήτης αξιόλογα. Κ᾿ έβαλε καπιστράνες κ᾿ έδεσε τα γομάρια οπού οδήγησε τους ανθρώπους και σύναξε. Τότε διάταξε τον Νικήτα φρουρά της Συνέλεψης. Πολλοί πληρεξούσιοι θέλαν εμένα. Εγώ τους είπα «Το ίδιον είναι, ή εγώ είμαι ή ο Νικήτας». Μου είπε ο Κυβερνήτης να ᾿χω ανθρώπους να προσέχω κ᾿ εγώ. Ησύχασα τους βουλευτάς, οπού με ζητούσαν, να-μη γένη σκίσμα. Άρχισε η Συνέλεψη. Είχαν μαζωχτή οι συντρόφοι του Κυβερνήτη μας, οπού τον είχαν αυτόν διορίση πληρεξούσιον ᾿σ το κάθε μέρος οι διοικηταί του -και οι πληρεξούσιοι όλοι ν᾿ ακούνε τον Κυβερνήτη μας, ό,τι τους λέγη εκείνο να κάνουν. Ότι το περισσότερον μέρος δεν τον γνωρίζει ακόμα δεν εβήκε η προσωπίδα να γνωριστούν τα πατριωτικά του φρονήματα. Και κατά-οπού τους οδήγησε ήταν οι περισσότεροι με το πνεύμα του και κόλακες κ᾿ έκανε ό,τι ήθελε -καλό δικό-του, ζημιά της πατρίδας. Μίαν ημέρα είχε οδηγήση ένα τζιράκι του τον Μαύρον -ήταν πληρεξούσιος από τα νησιά κ᾿ ήρθε από την Ευρώπη, οπού σπούδαζε, με γυαλιά εις τα μάτια, βουλευτής. Βγαίνει εις το βήμα, λέγει «Έχομεν μεγάλες χάριτες εις το στρατιωτικόν της θαλάσσης και ξεράς, ότι σκοτώθηκαν, θυσιάστηκαν δια την πατρίδα. Και η πατρίδα δι᾿ αυτά όλα τους έδωσε το δικαίωμα κ᾿ έχει και το στρατιωτικόν πληρεξούσιους. Και ως τώρα ήταν εις τις άλλες Συνέλεψες τώρα να πάψη». Κι᾿ αφού μίλησε πολύ, λέγει του προέδρου να το κανονίση. Ότι ήταν καμπόσοι πληρεξούσιοι, θαλασσινοί και της ξεράς στρατιωτικοί, και δεν τους έδιναν χέρι, ότι δεν παίζαν τον άσο τους, να ήταν με το πνεύμα τους. Εις αυτό όλοι οπού ήταν εκεί, τόσοι οπλαρχηγοί σημαντικοί Πελοπόννησος, Σπάρτης, Ρούμελης και νησιών, δεν κρένει κανένας. Τότε σηκώνομαι εγώ, τους λέγω «Κύριε Πρόεδρε! Η μάθηση δεν με βοηθάγει ούτε και εις το βήμα να μιλήσω, ούτε και από τον τόπο μου. Όμως η αδικία μου δίνει το θάρρος να μιλήσω απλά, όπως μπορώ. Ο κύριος Μαύρος έχει δίκιον οπού ᾿καμεν τόσα ᾿γκώμια του στρατιωτικού θαλάσσης και ξεράς. Κι᾿ όντως αγωνίστη πατριωτικώς, η πατρίς το βράβεψε δια όλα αυτά και το᾿ ᾿δωσε το δικαίωμα να ᾿χη πληρεξούσιους. Τώρα του υστερεί αυτό το δικαίωμα. Έχει δίκιον ο κύριος Μαύρος να λέγη αυτό, ότι όταν πολεμούσαμεν εμείς και σκοτωνόμαστε, ο κύριος Μαύρος πήγε εις την Ευρώπη με δυο μάτια και γύρισε με τέσσερα -σπούδαξε κ᾿ έβαλε και γυαλένια μάτια. Είδε και εις την Ευρώπη οπού ᾿ναι στρατέματα, και θαλασσινά και στεργιανά, και δεν έχουν πληρεξούσιους. Δεν ρωτούσε ο κύριος Μαύρος διατί δεν έχουν; Να του το ειπώ εγώ: Ότι αυτείνοι πλερώνονται βαρυούς μιστούς, θαλασσινοί και στεργιανοί, και τ᾿ αναγκαία του πολέμου, όπλα και καράβια και ζωοτροφίες, είναι εθνικά. Αφού είναι όλα ξένα αυτά και πλερώνονται κ᾿ οι ίδιοι, τι πληρεξούσιους θέλουν; Αυτείνοι είναι κοπέλια, μιστωτοί του έθνους τους. Οι Έλληνες, κύριε Μαύρο και Τάτζη Μαγγίνα (ότι μίλησε κι᾿ αυτός συχρόνως με τον Μαύρον μίαν γνώμη), οι Έλληνες, κύριοι, έβαλαν την ζωή τους πρώτα, το ντουφέκι τους, το ψωμί τους, το καράβι τους και κατάστασίν τους μέσα-εις το καράβι, και μ᾿ αυτά ανάστησαν την πατρίδα και θέλει ο αγωνιστής τον πληρεξούσιόν του να του μιλήση τα δίκια του, να λάβη τα δικαιώματά του, ότ᾿ είναι αγωνιστής και λευτερωτής της πατρίδος, δεν είναι κοπέλι. Όταν λάβη ο καθείς το δίκιον του, τότε εκείνοι οπού θα μπούνε εις ᾿πηρεσίαν της πατρίδος, αφού θα είναι κοπέλια, δεν θα ᾿χουν πληρεξούσιους όμως εμείς πρέπει να ᾿χωμεν πληρεξούσιους όσο-να θεωρήσουμε τα δίκια μας. Ότι όλοι οι πολιτικοί πλερώνονται χοντρούς μιστούς και των στρατιωτικών τους δίνουν από μίαν ομολογίαν είκοσι-πέντε γρόσια τον μήνα. Και να μην γένη αυτό, Κύριε Πρόεδρε -και τότε δεν θα ιδή από ᾿μάς εδώ-μέσα ένας τον άλλον. Του κυρίου Μαύρου και Μαγγίνα κι᾿ αλλουνών τους δίνει χέρι, δεν μας δίνει εμάς. Τότε αυτείνοι επιστήριξαν την ιδέα τους. Σηκώθηκαν όλοι οι στρατιωτικοί, θαλασσινοί και στεργιανοί, κ᾿ επιστήριξαν την δική-μου. Κ᾿ έμεινε η δική-μου πρόταση. Μαθαίνοντας αυτό ο Κυβερνήτης με πήρε εις την οργή του -ότι έχασε και τα πεντακόσια γρόσια οπού μο᾿ ᾿δωσε δεν με δέχονταν να παρουσιαστώ ομπρός του. Μ᾿ υπομονή παρουσιάστηκα. Του λέγω «Ξέρεις, Κυβερνήτη μου, τι κάμαν αυτείνοι οι πληρεξούσιοι; Κάμαν τέτοια πρότασιν. Κι᾿ ο λαός, όλοι οι αγωνισταί, ήθελαν να τους λιθοβολήσουν και ύστερα να ριχτούν και εις την Εξοχότη σου. Το πήρα χαμπέρι αυτό και μίλησα ᾿σ την Συνέλεψη και είπα του λαού ότι μου είπες η Εξοχότη σου να μιλήσω. Κι᾿ όποιος σου μιλήση, να ειπής ότι δεν το ᾿θελες και μου είπες να μιλήσω εγώ. Είναι κι᾿ άλλο ένα οπού μάθαν οι άνθρωποι θέλει η Συνέλεψη να κάμη ευγενείς. Και σ᾿ αυτό αναντιώθηκαν οι άνθρωποι και θα κάμουν κίνημα να μας βαρέσουν. Και τους μίλησα και δι᾿ αυτό να ησυχάσουνε, ότι η Εξοχότη σου δεν τους αφίνεις να κάμουν παρόμοια. Και να μην γένη τίποτας και χαθούμεν». Πήρε η Εξοχότη του ευκαρίστησιν οπού αγρυπνώ και μίλησε και των εδικών-του να μην ξανακάμουν τέτοια πρότασιν. Ότ᾿ ήθελαν να κάμουν σύστημα να είναι αυτείνοι απόλυτοι αφεντάδες μας κ᾿ εμείς είλωτές τους, να ήμαστε με τρύπιες σκούφιες. Μίλησα και καμποσουνών και φοβέριζαν, να φαίνεται ότι είναι αυτεινών κινήματα. Ο Κυβερνήτης έκαμεν με τους πληρεξούσιους όσα του ήταν αναγκαία, τους αγόρασε -και ήταν και δικοί-του. Τότε έκαμε και μίαν γερουσίαν όλο από αυτούς τους αγορασμένους, και κυβερνιώμαστε με τέτοια δικαιοσύνη. Άρχισαν ο κόσμος να ξυπνούν και να καταλαβαίνουν ότι δεν είναι ο Αγιάννης, είναι ο Καποδίστριας. Τότε βγαίναν τ᾿ αγαθά του αιστήματα έξω αυτεινού και της συντροφιάς του. Ορκίζονται να είναι υπέρ της Ρουσσίας. Και όσοι μπαίνουν εις αυτό είναι οι πιστοί οι άλλοι κακοί πατριώτες και κατατρέχονται. Και γιομίζει η συντροφιά τους από τοιούτους συντρόφους. Οι μεγάλοι άντρες, όταν βρίσκωνται, είναι πολυτίμητο τζιβαϊρκόν τότε σώνουν έθνη. Όμως να είναι κατά τ᾿ όνομα και τα έργα. Ο Κυβερνήτης δεν θέλει ν᾿ ακούγη από τους Έλληνες σωτήρα και δεύτερον Θεόν τους θέλει να είναι δούλος μιας δύναμης, να της κάμη δούλεψη -να χύση ένα φλυτζάνι γλυκό νερό να γλυκάνη την θάλασσα. Και το ᾿να το μέρος ποταπότη έχει και το μεγαλύτερον μέρος αλαιρμαγίαν. Ο Θεός ούτε του ενού το κέφι θα κάμη, ούτε του αλλουνού τον δόλον. Ό,τ᾿ είπε αυτός, ο δίκιος βασιλέας, εκείνο θα γένη. Ο Υψηλάντης με τις χιλιαρχίες εις Φήβα είχαν τόσους μήνες πόλεμον και πολέμησαν γενναίως και τα δυο μέρη. Ήρθε κ᾿ ένας πασιάς μ᾿ έξι-χιλιάδες ταχτικόν και πολέμησαν κι᾿ αυτείνοι. Και θέλησε να φύγη δια Ζιτούνι και οι Έλληνες πιάσαν την Πέτρα και τον πολέμησαν αντρείως τόσες ημέρες και δεν μπόρεσαν να περάσουνε. Τότε κάμανε συνθήκες με τους Έλληνες και πέρασαν με ρεέμια. Κ᾿ έκαμεν τιμή της πατρίδος η τιμιότη οπού στάθη εις την συνθήκη. Κι᾿ αυτό το χρωστούμεν εις τον αγαθόν Υψηλάντη. Όσα ο Κυβερνήτης έταζε των ανθρώπων και τους κατάφερε κ᾿ έκαμαν την Συνέλεψη καθώς την ήθελε, έγιναν ανάποδα. Και οι αναντίοι φωτίσανε τον λαόν και είδε και μόνος-του. Η Κυβέρνηση άρχιζε να μαυρίζη πολύ κ᾿ έχασε όλως-διόλου. Τότε μίαν ημέρα με φωνάζει εις τ᾿ Ανάπλι ο Κυβερνήτης και μου λέγει να πάγω γύρα εις τους νομούς να τηράξω τους ανθρώπους πως φέρνονται εις την ᾿πηρεσία και να μάθω και τι τρέχει. Σηκώθηκα πήγα εις την Τροπολιτζά. Έφκειασα μια ειδοποίησιν εις τους δημογέροντες και διοικητή να μου ειπούνε πως περνούν με την εκτελεστική δύναμη. Μο᾿ ᾿λεγαν ενγράφως παντού ήταν ευκαριστημένοι. Εκεί-οπού ᾿κανα αυτές τις ξέταξες ρώταγα πολλούς τι είναι τα παράπονά τους και βαστούσα ένα ριπόρτο του κάθε μέρους, τι αδικία τους γένεταν. Την περισσότερη αγανάχτησιν είχαν από τον Βιάρο, Αγουστίνο και Γεννατά. Ανάμεσα Πάτρα και Γαστούνι είναι ένα χωριόν το Μέγα-Σπήλαιγο. Έκαμα κονάκι εκεί. Μου παραπονιώνται οι κάτοικοι από την τυραγνίαν οπού δοκιμάζουν από τους καλογέρους ό,τι παίρνουν το αρπάζουν αυτείνοι. Είχα κονάκι ᾿σ ενού παππά το σπίτι. Τότε τους λέγω «Σαν τραβάτε τόση τυραγνίαν, δεν το αφίνετε το χωργιόν σας να φύγετε να πάτε ᾿σ άλλο χωργιόν εθνικόν, οπού ᾿ναι τόσα;» Μου λέγει η παππαδιά «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι, εμείς ήμαστε μέσα-εις το βάλτο, ᾿σ το νερό τόσες ψυχές, να γλυτώσουμεν και ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε και ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες -μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα -γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν κι᾿ άλλα ζωντανά κι᾿ άλλα τελείωναν. Και μ᾿ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα-οχτώ και μ᾿ αφάνισαν κ᾿ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήσαμεν αυτά; Δι᾿ αυτείνη την πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν όλο δόλο και απάτη». Κ᾿ έκλαιγε με πικρά δάκρυα. Την παρηγόρησα. Με πήρε το παράπονο κ᾿ έκλαψα κ᾿ εγώ. Πήγαν τα παιδιά να βάλουν εις το μετόχι τ᾿ άλογό μου, το παίρνουν οι καλογέροι τ᾿ απολούνε έξω και κλείνονται μέσα. Είναι σαν κάστρο. Τους λένε τα παιδιά «Είναι του Μακρυγιάννη τ᾿ άλογον». Κρίναν τόσα αναντίον μου. Τότε λέγω των παιδιών «Απάνου τους να τους πιάσωμεν!» Πιάστηκαν μ᾿ άρματα. Κολλήσαμεν, τους πιάσαμεν. Τους έρριξα ένα ξύλο παστρικό και τους διάταξα διατί να φέρνωνται τοιούτως και τυραγνικώς εις τους ανθρώπους πώς θα πάμε ομπρός μ᾿ αυτό; Έφυγα από-᾿κεί. Πήγα εις τον Κυβερνήτη, το᾿ ᾿δωσα το ριπόρτο. Όταν είδε τα παράπονα δια τον Βιάρο και Αγουστίνο και Γεννατά, μου είπε αγαναχτισμένος αναντίον μου «Τι έχετε μ᾿ αυτούς; -Του είπα, εγώ κατά χρέος σου το είπα και η Εξοχότη σου ό,τι σε φωτίση ο Θεός κάμε». Του ανάφερα και την άχλιαν κατάσταση του τόπου και να στείλη άλλον να ιδή αν αληθινώς του είπα ή όχι. Τότε έστειλε έναν γραμματικόν του Νικήτα. Αθανασιάδη τον λένε, να ιδή αυτά οπού του είπα αλήθεια είναι ή ψέμα. Αυτός γύρισε και είπε «Μεγάλη ευκαρίστησιν έχουν οι κάτοικοι κι᾿ ό,τι σου είπε ο Μακρυγιάννης είναι όλα ψέματα». Εις την Πελοπόννησον έρχονταν πολλοί περιηγηταί ξένοι να ιδούνε που έγινε πόλεμος, και γκιζερούσαν όλες τις θέσες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συντρόφοι του οδηγημένοι από την Κυβέρνηση δια-να μείνουν τα σύνορα περγιορισμένα, ήθελαν να συκοφαντούνε παντού τους Έλληνες ότ᾿ είναι θεριά κι᾿ ανάξιοι της λευτεριάς τους. Τότε δια-να πετύχη αυτό ο Κυβερνήτης, είπε του Κολοκοτρώνη και συντροφιάς να βγάλουν παντού ληστάς κι᾿ όπου βρίσκουν περιηγητάς γύμνωμα, ό,τι μπορέσουνε. Εγώ ως Αρχηγός της εκτελεστικής δύναμης δια την τιμή της πατρίδας μου και δική-μου τους έδινα ανθρώπους των ξένων και τους προφύλαγαν κ᾿ έγραφα σε όλους τους νομούς δι᾿ αυτό. Μου το ᾿καμεν έγκλημα ο Κυβερνήτης κι᾿ ο υπουργός Βιάρος κι᾿ ο Πληρεξούσιος των αρμάτων Αγουστίνος, διατί δίνω όργανα της ᾿πηρεσίας ᾿σ τους ξένους ανθρώπους. «Τους δίνω δια την τιμή της Κυβερνήσεως». Μαλλώσαμε δι᾿ αυτό. Τους είπα «Βάλετε άλλον εις το ποδάρι μου» δεν θέλησαν. Τότε έμαθα πως βγαίναν τους ληστάς δια-να πιάνουν τους ξένους ανθρώπους, κι᾿ αναντίον αυτεινών έπιασα εγώ τις θέσες και δεν μπορούσαν να κάμουν τίποτας. Μίαν ημέρα ήταν ως περιηγητής ο Γκόρδον κι᾿ άλλοι ξένοι, κι᾿ ο αρχηγός Κολοκοτρώνης κ᾿ οι άλλοι στείλαν μπροστά, εκεί οπού θα περάσουνε από τ᾿ Άστρος, να τους βαρέσουνε. Φίλους είχα πολλούς, ότι τόσον καιρόν οπού ᾿χαμεν εις την ᾿πηρεσίαν δεν ακολούθησε τίποτας. Μου λένε αυτό, στέλνω εις τον αξιωματικόν του Άστρους να στείλη ανθρώπους, ή να πάγη μόνος-του ᾿σ το Άστρος οπού ᾿ναι ένα μοναστήρι -είναι κλέφτες, ή να τους πιάσουνε ή να τους σκοτώσουνε. Ο Κυβερνήτης είχε τον σκοτωμόν περιορισμένον εγώ τους έγραφα να τους σκοτώσουνε και να βαστούν την διαταγή μου δι᾿ ασφάλειά τους. Ο αξιωματικός έδειξε τη διαταγή μου του διοικητή κι᾿ αυτός ο διοικητής -ήταν ορκισμένος της συντροφιάς -λέγει του αξιωματικού να μην τους βαρέση, αλλά να πάγη με τρόπον να τους ειπή να φύγουν. Πήγε τους ηύρε οπού ᾿ταν μεθυσμένοι, τους ξύπνησε και τους είπε κ᾿ έφυγαν και πήγαν εις τ᾿ Ανάπλι εις τον αρχηγόν. Τότε στέλνω του αξιωματικού να ᾿ρθή εδώ, εις τ᾿ Άργος. Ήρθε του λέγω «Διατί δεν εκτέλεσες όσα σου έγραψα; Μου είπε τι του είπε ο διοικητής «Εγώ, λέγει, χωρίς την άδεια του διοικητή δεν μπορούσα να πάγω, ότ᾿ είμαι εις την οδηγίαν του». (Είχε δίκιο εις αυτό). «Τον ρώτησα, μου είπε να πάγω να τους διώξω». Του λέγω «Δο᾿ μου το ενγράφως». Μου το ᾿δωσε, αυτός και οι άνθρωποι υπογραμμένοι. Τότε το παίρνω, πάγω εις τον Κυβερνήτη, του λέγω «Οι διοικηταί σου είναι γιατάκι των κλεφτών κ᾿ οι αρχηγοί κι᾿ αυτείνοι οπού κάνουν τον κλέφτη είναι εδώ, εις τ᾿ Ανάπλι κι᾿ Άργος, και θα τους πιάσω (τότε δίνω το γράμμα). Τοιούτως δεν ᾿περετώ αυτείνη την Κυβέρνησιν θέλω την απαραίτησίν μου. «-Δεν κάνει να παραιτηθής, μου λέγει εγώ σ᾿ αγαπώ». Κι᾿ άλλα τοιούτα. Να παραιτηθώ δεν το᾿ ᾿δινε χέρι, ότι θα κατηγοριώνταν. Μου βάσταξε το γράμμα να ᾿ρευνήση. Σε ολίγες ημέρες μο᾿ ᾿ρχεται μία διαταγή ότι άλλαξε τον Βιάρον από το υπουργείον κ᾿ έβαλε τον Ρόδιον -κι᾿ αυτός σύντροφός τους. Μου λέγει εις την διαταγή ότι «έγινε νέα μεταρρύθμεψη της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος κι᾿ αρχηγός μπήκε ο Νικήτας και να ᾿ρθής μέσα». Πήγα εκεί. Μου είπαν να πάγω ᾿σ τα νησιά τ᾿ Αιγιοπελάγου αρχηγός. ᾿Σ αυτά τα νησιά ήταν αγωνισταί οπού τρώγαν ψωμί, Νυδραίοι, Ψαργιανοί, Σπετζώτες κι᾿ άλλοι -να βγάλω αυτούς να έμπωμεν εμείς και τότε από αυτό ν᾿ ανοίξη ενφύλιος πόλεμος. Του είπα μ᾿ αναφορά μου ότ᾿ είμαι αστενής και δεν μου σώνουν και τα έξοδα. Εμένα μο᾿ ᾿δινε τρακόσια γρόσια πλερωμή, του Νικήτα χίλια. Μου είπε «Σου δίνω τον μιστόν οπού θα πάρη κι᾿ ο Νικήτας. -Δεν μου το συχωρεί η υγεία μου». Του ζήτησα να στείλη παντού να ιδή το σώμα αν είναι σύνφωνο με την πλερωμή του και να μου δώση τοιούτο αποδειχτικόν και τότε τραβάγω. Και σύσταινα και το σώμα ως τίμιος άνθρωπος. Δεν ήθελε να στείλη να ιδή αν είναι σωστοί οι άνθρωποι. Του ζήτησα επιμόνως κ᾿ έστειλε και το επιθεώρησαν κ᾿ έλαβα τ᾿ αποδειχτικόν του. Είκοσι-έξι μήνες έκαμα ᾿σ αυτείνη την ᾿πηρεσίαν. Αν ιδήτε κατάχρησιν παραμικρή, ή ληστεία, ή αδικίαν εις τους πολίτες, τότε εσείς οι αναγνώστες να με λέτε άτιμον άνθρωπον. Κι᾿ απ᾿-όταν πάψαμεν ύστερα, τηράτε τι ληστείες έγιναν και τι αρπαγές και τι σκοτωμοί. Ο Κυβερνήτης μο᾿ ᾿δωσε τον βαθμό μου, χιλίαρχο, καθώς και οι άλλοι, και μ᾿ έβαλε και εις το στρατιωτικόν δικαστήριον. Δεν θέλησα να κρίνω κανέναν. Ο Κυβερνήτης καταφρόνεσε πολύ του Πετρόμπεγη το σπίτι. Ψωμί δεν είχαν να φάνε. Σήκωσε ντουφέκι η Σπάρτη, η Πελοπόννησο, η Ρούμελη και γύρευαν Συνέλεψη, να κυβερνιώνται με νόμους. Τότε άρχισε ντουφέκι και εις τον Πόρο. Έστειλε στρατέματα, ήταν και καράβια Ρούσσικα με τον Ρικόρδον. Έκαψε ο Μιαούλης την φεργάδα και παπόρι κι᾿ άλλα. Υποπτεύονταν η Αγγλία να-μην γένωμεν κ᾿ εμείς θαλασσοδύναμη και με την ευκαρίστησιν του Εκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου και συντροφιάς τα ᾿καψαν και τελειώσαμεν κι᾿ από αυτά. Και γυμνώθη κι᾿ ο Πόρος και σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι. Ο Πετρόμπεγης είχε φύγη κρυφά πρωτύτερα από τ᾿ Ανάπλι. ᾿Σ τον δρόμο τον έπιασαν αυτόν, έπιασαν τ᾿ αδέλφια του τον Κατζή και τον Κωσταντήμπεγη, τον υιγιό του τον Μπεζαντέ και τους χάψωσαν εις το Παλαμήδι όλους. Και τότε το κακό άξαινε παντού κι᾿ ο Κολοκοτρώνης κι᾿ ο Μεταξάς και η συντροφιά όλη και τ᾿ αδέλφια του Κυβερνήτη βάναν φωτιά εις το μπαρούτι. Τότε ο δυστυχής Κυβερνήτης είδε που τον κατήντησε αυτείνη η λοιμική. Όμως δεν μπορούσε να κάμη τίποτας. Έκρινε του Κυβερνήτη ο Κοντάκης καμπόσα, ότι τον αγαπούσε ο Κυβερνήτης. Του είπε να βγάλη τον Πετρόμπεγη και τους άλλους από την χάψη και στρέχτη ο Κυβερνήτης να τους βγάλη, ν᾿ αγαπηθούν. Το ᾿μαθε αυτό ο Κολοκοτρώνης και η συντροφιά του και του είπαν, αν γένη αυτό, αυτείνοι τραβούνε χέρι από τον Κυβερνήτη. Τότε άντεσε ο δυστυχής σαν τ᾿ αυγό ᾿σ τα δυο λιθάρια. Δεν θέλησαν, κ᾿ έμεινε η ομιλία δια τον Πετρόμπεγη. Κι᾿ ο δυστυχής Κυβερνήτης βρέθηκε σε μίαν δεινή περίστασιν και καταλυπέταν, ότι απατήθη από την συντροφιά του. Ο Κοντάκης μου είπε αυτά. Είχε πάγη εις τον Κυβερνήτη, ότ᾿ ήταν κι᾿ όντως αξιολύπητος. Του είπα «Κυβερνήτη μου, εγώ σου τα είπα όταν μ᾿ έστειλες εις την περιοδεία σου είπα την αλήθεια ο δυστυχής. Δεν θέλησες να με πιστέψης ποτέ. Εγώ σου είπα, πατρίδα δοξάζω, θρησκεία και την Εξοχότη σου, οπού είσαι ο Κυβερνήτης της πατρίδας μου και μπορείς να την σώσης και μπορείς να την χάσης. Τώρα κυβέρνα τα πράματα με φρόνησιν κι᾿ αγροικήσου μ᾿ όλους τους σημαντικούς κ᾿ ενώσου μ᾿ αυτούς». Μπήκε ένας μέσα κι᾿ αναχώρησα. Και ήταν πολύ λυπημένος. Όλοι οι ανθρωποφάγοι ήταν αναντίον του. Αφού ο Κοντάκης είδε την σταναχώρια του Κυβερνήτη, και το ντουφέκι δούλευε, του είπε του Κυβερνήτη, αν είναι με την άδειά του, να ξαναπάγη εις τον Κολοκοτρώνη, εις τον Μεταξά, εις τον Τζαβέλα, εις τους αδελφούς του, εις τον Σπηλιάδη, ότ᾿ ήταν Γραμματέας του Εσωτερκού, και τους άλλους. Τους μαζώνει ᾿σ ένα μέρος, λέγει την περίστασιν και τον κίντυνο της πατρίδος κι᾿ ότι μίλησε και με τους αναντίους και θέλουν να πάψη η διχόνοια, όμως τους Μαυρομιχαλαίγους να βγάλουν από την φυλακή. Όλοι σύνφωνοι, και η κακή ψυχή ο Μεταξάς σκύλιασε τον Κολοκοτρώνη κι᾿ αυτούς τους άλλους και δεν έκαμαν τίποτας. Το ντουφέκι άναψε πολύ εις την Σπάρτη. Σηκώθη ο καϊμένος ο Κυβερνήτης και πήγε μόνος-του να το σβέση. Πίσου αυτείνοι οπού μείναν θέλουν να κάμουν εξορίαν όσους δεν ήταν με το πνεύμα τους, ορκισμένοι. Έκαμαν κατάλογον εις τ᾿ Ανάπλι. Εδώ εις τ᾿ Άργος ο Τζόκρης, ο Καλλέργης, οι άλλοι όλοι ήταν ένα είπαν κ᾿ έκαμαν μίαν μυστική συνέλεψη οι Αργίτες να διώξουν από τ᾿ Ανάπλι κι᾿ από-᾿δώ όλους τους αναντίους κ᾿ εμένα. Τότε μαθαίνω εγώ αυτό κι᾿ αρμάτωσα καμπόσους. Έρχονται από τ᾿ Ανάπλι βλέπουν αυτό, βαστιώνται σε κουράγιο κ᾿ εκείνοι. Μαλλώσαμεν με λόγια. Δεν άφησα να πιάσουν κανέναν. Γράφουν αυτά του Κυβερνήτη, γυρίζει οπίσου. Πήγα εγώ να παρουσιαστώ εις τον Κυβερνήτη, μου λέγει «Τι είναι αυτά οπού ᾿καμες; -Μυστικές συνέλεψες κάμαν θέλουν να διώξουν τους ξένους κ᾿ εμένα. -Σαν δεν σας θέλουν, δεν μπορείτε να καθίσετε στανικώς, μου λέγει ο Κυβερνήτης. -Δεν είμαστε ξένοι, Κυβερνήτη. Όταν ήρθε ο Αράπης, αυτείνοι όλοι ήταν πηγιωμένοι άλλοι ᾿σ τα νησιά κι᾿ άλλοι ᾿σ τις σπηλιές και ήταν ασφαλισμένοι, κ᾿ εγώ μ᾿ εκείνους οπού θέλουν να διώξουν σκοτωνόμαστε. Και την έχομεν την πατρίδα αντάμα. Πιθαμή, πιθαμή θα την μεράσουμεν κι᾿ όχι να μας διώξουν! Δεν μας είχαν σκλάβους φερμένους. -Λέγει η Εξοχότη του, όλοι εσείς σύνταμα γυρεύετε, και σας κυβερνώ όλους εσάς.- Είσαι νοικοκύρης, Εξοχώτατε, και κάμε ό,τι αγαπάς. (Όσους ήταν να διώξουνε ᾿νεργούσαν ολοένα). Με λύπη μου σου λέγω, αν πειράξουν κανέναν, θα πεθάνωμεν κι᾿ ο αίτιος ας δώση λόγον εις τον Θεόν. Κι᾿ από μέρος μου σιχάθηκα τέτοια λευτεριά!» Και σηκώθηκα κ᾿ έφυγα χωρίς-να του κρίνω άλλο.» Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος, ποτέ δεν θέλησα να είμαι αναντίον του, ότι μπεζερίσαμεν από τις ακαταστασίες. Αλλά οι Κολοκοτρωναίγοι και η συντροφιά τους με κατάτρεχαν δια-μέσον του Κυβερνήτη κι᾿ αδελφών του. Τότε στέλνουν έναν λοχαγόν με καμπόσους ανθρώπους εδώ εις τ᾿ Άργος να με πιάσουνε, ή αν αντισταθώ, να με βαρέσουνε. Τότε μο᾿ ᾿στειλαν από τ᾿ Ανάπλι χαμπέρι κ᾿ έφυγα κρυφίως και πήγα εις τ᾿ Ανάπλι και κρύφτηκα. Την αυγή, ήταν Κυργιακή, πήγε ο Κυβερνήτης εις την εκκλησιά, κ᾿ εγώ πήγα και το᾿ ᾿πιασα το σπίτι. Ήρθε, μ᾿ είδε. «Τι θέλεις; μου λέγει. -Τον Κυβερνήτη της πατρίδας μου. -Δεν έχω καιρό, μου λέγει. -Δεν έχω κ᾿ εγώ καιρό να σε ιδώ άλλη βολά (ότι ψάχναν να με βρούνε να με πάνε εις το Παλαμήδι). -Φεύγα, μου λέγει δεν αδειάζω. -Πουθενά δεν πάγω!» Άρχισαν οι άνθρωποί του να με κακομεταχειρίζωνται. Τότε μαλλώσαμεν. Έστειλε και πήγα μέσα. «Τι θέλεις; μου λέγει. -Να μ᾿ ακούσης την κατάστασή μου την ξόδιασα, τα υποστατικά μου και σπίτι μου τα ᾿χασα. Εικοσιέξι ανθρώπους πήγαν να μας κρεμάσουνε, μόνος-μου γλύτωσα. Εβδομήντα-πέντε ημέρες με τυραγνούσαν με σίδερα εις τα ποδάρια κι᾿ άλλους παιδεμούς να μαρτυρήσω το μυστικόν της Εταιρίας, τρόμαξα να γλυτώσω. Πέντε πληγές πήρα εις τον αγώνα της πατρίδας. Τούτα τ᾿ άρματα δεν μου τα ντρόπιασε ο Θεός, οπού τα ᾿χω από δέκα-πέντε χρονών παιδί -θέλει να μου τα ντροπιάση ο Κυβερνήτης της πατρίδας μου. Λάβε τα. (Έβγαλα το σπαθί, τις πιστιόλες τα ᾿βαλα ᾿σ το τραπέζι). Κάμε ό,τι αγαπάς τώρα στείλε με εκεί οπού θέλεις (Παίρνει και ματαβαίνει οπίσου τ᾿ άρματα εις το ζουνάρι μου). Δεν τα θέλω, του λέγω. Κάμε μου όρκον ότι δεν με ντροπιάζεις, κ᾿ έτζι τα βαίνω απάνου μου». Τότε μο᾿ ᾿καμεν όρκο και τα πήρα κ᾿ έφυγα. Και δεν έκαμεν εξορία και τους άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς ούτε από τ᾿ Άργος, ούτε από τ᾿ Ανάπλι. Σε ολίγες ημέρες βγάζουν ότι ξεσκέπασαν μίαν εταιρία και θέλουν να μας ορκίσουν, να ᾿μαστε πιστοί εις τον Κυβερνήτη. Εγώ αν ήξερα αυτό, να ᾿χω την κατάρα της πατρίδας. Έβγαλε εγκύκλιον παντού ο Κυβερνήτης κ᾿ έλεγε ότι μία εταιρία γίνεται του Γερακλέους και δι᾿ αυτό να ορκιστήτε πως δεν ενέχεστε εις αυτό και να είστε πιστοί». Ορκίστηκαν όλοι. Εγώ έφκειασα όρκον δικό-μου. Μου κόβουν τον μιστόν μου, ᾿σ έναν ξένον τόπον με τόση φαμελιά. Τότε φκειάνω μίαν αναφορά εις τους Αντιπρέσβες των Δυνάμεων. Μαθαίνει αυτό ο Κυβερνήτης, με προσκαλεί και μου δίνει τον μιστόν μου. Και με τήραγε σαν η γάτα το ποντίκι. Ήθελαν να μας ορκίζουν σαν γομάρια δια το κέφι τους και ύστερα να μας λένε επίορκους. Όταν σκοτώθη ο Αλήπασσας οι Τούρκοι πήραν μίαν γυναίκα του οπού ᾿χε Ρωμαία, την έλεγαν Κυρά Βασιλική, κ᾿ έναν αγαπημένον του Αλήπασσα, τον έλεγαν Θανάση Βάγια, και τους πήγαν εις την Κωσταντινόπολη. Αυτόν τον καλόν άνθρωπον τον είχε ο Αλήπασσας, οπού ᾿τρωγε τους ανθρώπους καλύτερα από ψωμί. Όταν έφκειανε το κάστρο των Γιαννίνων, επιστατούσε αυτός ο καλός άνθρωπος. Πόσους ανθρώπους έρριξε εις τον ασβέστη και κάηκαν κι᾿ άλλους τους τρύπαγε εις τ᾿ αυτιά και τους κάρφωνε! Αυτός ο καλός άνθρωπος λάδι την Τετράδη και Παρασκευή δεν έτρωγε, τους ανθρώπους τους ροκάναγε. Αναχώρησε από την Κωσταντινόπολη και ήρθε εδώ. Τον αντάμωσε ο Κυβερνήτης μας και τον ρώταγε, πως εκείνος ο μέγας ο άντρας ο Αλήπασσας διοικούσε τους ανθρώπους κ᾿ έγινε τοιούτος. Του λέγει εκείνος ότι αυτός σκότωσε όλους τους παλιούς, τα οτζάκια, κ᾿ έφκειασε δικούς-του ανθρώπους. Του λέγει «Να σου δώσω ανθρώπους πιστούς, μπορείς να το κάμης αυτό; -Είμαι έτοιμος να σε δουλέψω». Το᾿ ᾿δωσε ανθρώπους. Είδαμεν εμείς αυτό -ξέραμεν την διαγωή του -μαθεύτηκε, φοβήθη ο Κυβερνήτης μας. Τότε τον έβαλε εις τ᾿ Αγροκήπιον επιστάτη και το᾿ ᾿δινε εξακόσια γρόσια τον μήνα, οπού δεν παίρνει η πρώτη τάξη των αγωνιστών αυτόν τον μιστόν. Του είπε να ησυχάση εκεί κι᾿ όταν είναι καιρός να βάλη την ενέργειάν του σε δρόμον, να κυβερνήση όλους τους αγωνιστάς -να τους σκοτώση, καθώς έκαμεν ο Κιτάγιας τους Αρβανίτες εις τα Μπιτόλια. Κι᾿ όταν πιτύχαινε αυτό ο Κυβερνήτης μας και οι συντρόφοι του, τότε όσα είχε η φαντασία του θα τα ᾿κανε εις την Ελλάδα. Ήταν έναν καιρόν ένα λιβάδι πολλά αξιόλογον. Είχε πολλά αγαθά μέσα δια τους ανθρώπους και καλή τροφή δια τα ζώα. Σε αυτό το λιβάδι ήταν ένα θερίον οπού το εξουσίαζε. Ούτε οι άνθρωποι μπορούσαν να λάβουν τ᾿ αγαθά του, ούτε τα ζώα την καλή χλόγη. Τότε ένας κακός άνθρωπος ηύρε το καϊμένο τ᾿ άλογο και του λέγει του λιβαδιού τ᾿ αγαθά. Και του λέγει «Να σκύψης να σε καβαλλικέψω εσένα κ᾿ εγώ με τ᾿ άρματά μου να σκοτώσωμεν το θερίον, να γοδέρωμεν αυτόν τον καλόν τόπον. Μπιστεύτηκε το καϊμένο τ᾿ άλογον δια την καλή την τροφή κ᾿ έκλινε τον αυχένα του. Κι᾿ ο κακοροίζικος ο άνθρωπος το᾿ ᾿βαλε την σέλλα, και την έσφιξε καλά, και το χαλινό. Καβαλλίκεψε ο άνθρωπος αρματωμένος, σκότωσαν το θερίον. Του λέγει το δυστυχισμένο τ᾿ άλογον «Το θερίον το σκοτώσαμεν, εσύ παίρνεις τ᾿ αγαθά του τόπου -βγάλε τον χαλινό και την σέλλα οπού μο᾿ ᾿βαλες και κατέβα τώρα από-πάνου μου να βοσκήσω κ᾿ εγώ. -Ο χαλινός και η σέλλα δεν βγαίνει από-πάνου σου, ούτε εγώ θα κατέβω πλέον». Αφού του βόηθησε τ᾿ άλογον και με τη δύναμή του σκότωσε το θερίον κ᾿ έλαβεν εις την εξουσίαν του εκείνον τον λαμπρόν τόπον και γοδέρει τ᾿ αγαθά του, το δυστυχισμένο τ᾿ άλογον όχι που δεν ωφελήθη, αλλά του μπήκε κι᾿ ο χαλινός και η σέλλα- κι᾿ ο διαβολάνθρωπος καβάλλα και τ᾿ άφινε νηστικόν και φορτωμένο. Ο μύθος σα-να μοιάζη με την αρετή του Κυβερνήτη μας. Όταν το θερίον είχε την πατρίδα, θυσιάστηκαν, σκοτώθηκαν, αφανίστηκαν οι Έλληνες και του το κάμαμεν χαζίρι, τον φέραμεν να μας κυβερνήση, να μας αναστήση, να μας βγάλη κ᾿ εμάς εις την κοινωνίαν του κόσμου και να τον λέμεν ευεργέτη μας και σωτήρα μας -κ᾿ εμείς να ζήσουμε ως άνθρωποι κι᾿ αυτός να δοξαστή. Ο Κυβερνήτης μας φέρνει οπαδούς των τύραγνων να τον οδηγήσουνε πως τυραγνούνε εκείνοι οι τύραγνοι, να τυραγνήση κι᾿ αυτός. Και ποιους θέλει να βλάψη; Εκείνους οπού ᾿λικρινώς αγωνίστηκαν και υπάρχει η πατρίδα, οπού θυσιάσαν κατάσταση και ζωή. Δεν στοχάστης, Κυβερνήτη μου, όταν ο Αλήπασσας σκότωνε τους μεγάλους και τους μικρούς τους έβαινε εις τον τόπο τους, καθώς του είπε ο Βάγιας, αυτός τους κυρίεψε με το σπαθί του, κ᾿ εσέναν σε φέραν όχι δια τζελάτη και τύραγνον, σε φέραν να κυβερνήσης ανθρώπους οπού αφανίστηκαν δια την πατρίδα και να τους αποκαταστήσης έθνος μ᾿ αρετή. Του Κυβερνήτη φάνηκαν τα αιστήματά του, ότ᾿ είναι κυβερνήτης φατρίας κι᾿ όχι πατρίδας, και δεν θέλει λευτερίαν, αλλά δόλον και απάτη. Δια-να μην γένη νέον δυστύχημα κι᾿ αυτός να έμπη εις τον δρόμον, (όταν γένη η Συνέλεψη πατριωτική, τότε όλα θαραπεύονται) τότε βρίσκω έναν ανιψιόν του Δεσπότη Ησαϊα. Αυτός ήταν φρούραρχος εις το Παλαμήδι. Τον Κυβερνήτη τον φοβέριζαν πολλοί να τον σκοτώσουνε, ότι έκαμεν εξορίαν όλους τους σημαντικούς της πατρίδας άλλους εις τη Νύδρα κι᾿ άλλους αλλού, κ᾿ ο καθείς από αυτούς είχε το κόμμα του και συγγενείς του, και κιντύνευε. Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια, ότι έλπιζα να μετανοήση και να ᾿ρθη εις τον καλόν δρόμον. Και τον ᾿παινούσα κι᾿ ας με πείραζε αδίκως -δεν μου κακοφαίνεταν. Τότε δια-να μην του γένη κάνα δυστύχημα αυτεινού και κιντυνέψη η πατρίδα, μίλησα μ᾿ εκείνον οπού ήταν φρούραρχος του Παλαμηδιού να μας δώση το Παλαμήδι και να του δώσουμεν δυο-χιλιάδες τάλλαρα. Συνφωνήσαμεν ᾿σ αυτό και πούθε να μας μπάση και να λάβωμεν τις αναγκαίες τάμπιες. Με πήρε πήγαμεν οι δυο μας εις το Παλαμήδι είδα τις θέσες, τα πολεμοφόδια, όλα. Τότε ορκίζομαι και με τον Μήτρο Ντεληγιώργη, στενό μου φίλον, τίμιον αγωνιστή, συνάζομεν ανθρώπους μυστικά τους είχαμεν εις την Νεόπολη, τους δώσαμεν και χαρτζιλίκι, ξοδιάσαμεν καμμιά τετρακοσιαριά τάλλαρα και τους λέγαμεν των ανθρώπων ότι θα πάμεν κλέφτες. Τότε είχαμεν χαζίρι αυτούς κι᾿ ανθρώπους πιστούς να στείλωμεν συνχρόνως εις Ρούμελην, εις Πελοπόννησο και νησιά να γένουν οι πληρεξούσιοι- θα ᾿ρχονταν οι ίδιγοι οπού ᾿ταν εις την Τετάρτη Συνέλεψη. Δεν θέλαμεν εκείνους, ότ᾿ ήταν αγορασμένοι -και να ᾿ρθούν πατριώτες. Τα χρήματα δεν τα ᾿χαμεν, τις δυο-χιλιάδες τα τάλλαρα ανταμώνομεν με τον Μιαούλη- ήταν πρωτύτερα αυτό από τα καράβια οπού κάηκαν του λέγω του Μιαούλη να πάγη εις τη Νύδρα και ειπή του Μαυροκορδάτου, των Κουντουργιωταίων και του Ζαϊμη να του δώσουνε τις δυο-χιλιάδες τα τάλλαρα κ᾿ ύστερα τα ρίχνομεν εις την πατρίδα και πλερώνονται, ή μόνοι-μας ο καθείς τα δίνομεν, καθώς εμείς πλερώνομεν και τους ανθρώπους. Του είπα να πάρη και καμπόσους Νυδραίγους να γνωρίζουν από κανόνια -και εις την Πρόνοια ανταμωνόμαστε. Πήγε ο Μιαούλης το λέγει αυτεινών. «Πες του Μακρυγιάννη, λένε του Μιαούλη, να τραβήξη χέρι από αυτό και θα γένη διαφορετικό το πράμα». Τότε διαλύσαμεν τους ανθρώπους χάσαμεν και τα χρήματά μας. Του λέγω του Μιαούλη «Πως θα γένη διαφορετικόν; Θα συβιβαστούν; Αυτό είναι, του λέγω, το καλύτερον, να σωθούμεν». Ύστερα άρχισε ο εφύλιος πόλεμος παντού και σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Τότε άρχισε ο Πόρος και κάηκαν τα καράβια κ᾿ έγινε παντού άνου-κάτου. Από την φυλακή έβγαλε ο Κυβερνήτης μόνον τον αδελφόν του Πετρόμπεγη τον Κωσταντήμπεγη και τον Γιωργάκη Μπεζαντέ, το παιδί του. Βγαίνοντας από την φυλακή, δεν τους έλεγε να πάνε όθεν αλλού ήθελε ο Κυβερνήτης, να μην είναι μέσα-εις τ᾿ Ανάπλι τους άφησε εκεί. Τους πλάκωσαν οι δανεισταί τους, τους γύρευαν το δικόν-τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Εγώ είχα δανείση τρακόσια γρόσια τον Γιωργάκη Μπεζαντέ μέσα-εις την χάψη να φάνε ψωμί. Τότε αυτούς τους καταφρόνεσε πολύ ο Κυβερνήτης και τ᾿ αδέλφια του, ανθρώπους με μεγάλους αγώνες και θυσίες ᾿σ την πατρίδα. Αποφάσισαν να σκοτώσουνε τον Κυβερνήτη και να πεθάνουν. Κι᾿ αυτό το έλεγαν πολλών οπού θα το κάμουν το είπαν του Κυβερνήτη κι᾿ αδελφών του και υπουργού Ρόδιου. Αυτείνοι αμελούσαν από μωρομάρα θεοτική. Μίαν Κυργιακή πήγε εις την εκκλησίαν ο Κυβερνήτης. Πήγαν κι᾿ αυτείνοι οι δυο -εκεί-οπού θα ᾿μπαινε εις την εκκλησίαν, τον σκότωσαν τον Κυβερνήτη. Τότε σκότωσαν και τον Κωσταντήμπεγη. Ο Γιωργάκης πήγε εις τον Ρουάν τον Αντιπρέσβυ της Γαλλίας και τον έδωσε και τον φυλάκωσαν. Και σε ολίγον καιρόν σκότωσαν κι᾿ αυτόν -τον έκριναν δικοί τους και τον σκότωσαν. Σκοτώνοντας ο Κυβερνήτης, κανένας εις τ᾿ Ανάπλι δεν ανακατώθη ούτε πολίτης, ούτε στρατιωτικός. Τον πήραν με παράταξη μεγάλη, (τον μπαλσάμωσαν) και τον είχαν εις την εκκλησίαν εις τον Αγιώργη. Οι μεγάλοι άνθρωποι κάνουν μεγάλα λάθη κι᾿ ο Κυβερνήτης εχάθη από τα μεγάλη λάθη του. Και η καϊμένη πατρίδα, η αθώα, θα συντριφτή, ότι πίσου οι λύκοι θα φάνε τα πρόβατα. Έχει αμαρτίες ακόμα αυτείνη, η δυστυχισμένη, και οι τίμιοι αγωνισταί και οι χήρες των σκοτωμένων και τ᾿ αρφανά τους παιδιά, κι᾿ όσοι θυσιάσαν το εδικόν-τους, οπού ήταν νοικοκυραίγοι και μείναν διακονιαραίγοι και ψωμοζητούν, όλοι οι τοιούτοι θα πάθουν κι᾿ ο Θεός συχωρέση τους αίτιους και ᾿σ αυτόν να δώσουνε λόγο. Ότι από τα λάθη του Κυβερνήτη μας κι᾿ αυτός σκοτώθη και την πατρίδα την αφάνισε ότι μάτα μας έρριξε εις την κυβέρνηση και δικαιοσύνη του Κολοκοτρώνη, του Κωλέτη, του Μεταξά, του Μαυροκορδάτου, του Ζαϊμη, των Ντεληγιανναίων, των Λονταίων, του Κουντουργιώτη. Με δάκρυα πικρά σημειώνω αυτά, ότι όλο σ᾿ το σκοτάδι θα τρέξωμεν και φοβούμαι μην τζακιστούμεν. Ο Θεός ας κάμη την εσπλαχνίαν του και το έλεός του, να λυπηθή τους αθώους. Αν έδιναν του Μιαούλη τις δυο-χιλιάδες τα τάλλαρα, να παίρναμεν το Παλαμήδι, τίποτα δεν θα γένεταν -ούτε ο Κυβερνήτης να χαθή, ούτε τόσοι άνθρωποι να σκοτωθούν, ούτε τα καράβια να καγούν, ότι τότε συνάζονταν οι πληρεξούσιοι και τελείωναν όλα. Αλλά μου παραγγέλνουν με τον Μιαούλη «θα γένη διαφορετικά». Εύγε σας, καλοί πατριώτες, οπού θα λευτερώσετε πατρίδα και θα γενούμε κ᾿ εμείς έθνος κατά τους αγώνες μας. Έγινε η νέα Κυβέρνηση ο Αγουστίνος πρόεδρος, ο Κολοκοτρώνης, ο Κωλέτης. Έστειλε σε όλο το κράτος εις τους διοικητάς να γένουν οι πληρεξούσιοι με το μέρος τους κι᾿ ο Αγουστίνος έστελνε παντού επίτηδες ανθρώπους να εκλέξουνε αυτόν κυβερνήτη της Ελλάδος, κι᾿ όποιος θα τον συντρέξη θα τον κάμη μεγάλον άνθρωπον. Ετάξανε και λαγούς με πετραχήλια του Κωλέτη και ήταν με το πνεύμα τους και σύνφωνος να μην έρθουν οι πληρεξούσιοι οπού ᾿ταν εις τη Νύδρα. Συνάχτηκαν εις τ᾿ Άργος αρκετοί από Ρούμελην και Πελοπόννησον γίνονταν μερικές συνεδρίασες. Πήγαινε ο καθείς εις τους εδικούς-του. Ο Κολοκοτρώνης πήγαινε εις τους συντρόφους του ο Κωλέτης δεν έρχεταν ᾿σ εμάς πήγαινε μυστικά με τον Μεταξά και με τους άλλους. Εγώ είχα ανθρώπους και μου τα ᾿λεγαν. Του είπα «Πως δεν έρχεσαι εις την ᾿διαίτερη συνέλεψή μας; Εσύ είσαι πληρεξούσιος των αρμάτων της Ρούμελης -πως ο Κολοκοτρώνης πηγαίνει εις τους συντρόφους του; Κύριε Κωλέτη ξέρω τι κάνεις, ότι έχω ανθρώπους και μου τα λένε. Τα κεφάλια μας δεν τα δίνομεν να τα φάνε απλώς κ᾿ έτυχε. Μάθαμεν να πεθαίνωμεν!» Τότε ήρθε ο Κριτζώτης, ο Βάγιας κι᾿ άλλοι και τους παραπονεύτηκε ο Κωλέτης όλα αυτά. Θέλησαν να μου μιλήσουνε αυτείνοι. Τους είπα «Εγώ ξέρω τι του λέγω κι᾿ αν δεν θέλετε να είμαστε συντρόφοι, δεν θέλω ούτε του ενού μέρους την συντροφιά, ούτε τ᾿ αλλουνού». Μας αγάπησαν. Ο Αγουστίνος -ήταν πρώτα πληρεξούσιος των αρμάτων, οπού τον είχε ο Κυβερνήτης -σύνφωνος κι᾿ ο Κολοκοτρώνης στέλνουν κ᾿ έρχονται στρατέματα εις Άργος, τα τάματα του ταχτικού. Από τ᾿ Ανάπλι, οπού το είχαν δικοί τους, κρυφά δια-νυχτός κουβαλούσαν κανόνια, πολεμοφόδια και τα βάναν εις την καζάρμα οπού ήταν το ιππικό. Αρχηγός του ιππικού ήταν ο Καλλέργης. Κι᾿ όλο ετοιμάζονταν. Κ᾿ εμείς κοιμώμαστε. Τα μάθαινα εγώ, τους τα ᾿λεγα των δικώνε μας, δεν παίρναν χαμπέρι. Οι Ρουμελιώτες οι αρχηγοί οπού ᾿ρθαν ήταν ποιος με δυο ανθρώπους και ποιος με τρεις και οι άλλοι όλοι οι αναντίοι, σταφνίζονταν. Τότε κ᾿ εγώ φκειάνω ένα γράμμα κι᾿ αποφασίζω να δικαιώσω τους αδικημένους. Είχε ως τρακόσους-πενήντα ο Αγουστίνος φρουρά του αξιωματικούς, εικοσιπεντάρχους και κάτου κι᾿ άλλους πολλούς στρατιωτικούς απλούς ως χίλιους -και τους ορκίζω και τους τραβούσα όλους με το πνεύμα μας. Πολεμοφόδια δεν είχαμεν τρόμαξα ν᾿ αγοράσω πεντέξι κασσέλες. Έλεγα του Κωλέτη κι᾿ αλλουνών, δεν ήθελαν να το πιστέψουνε. «Δεν γένεται τίποτας», έλεγαν. Πήρα και καμπόσους πληρεξούσιους της Ρούμελης και τους τράβησα με το μέρος το πατριωτικόν και ήταν καμμιά εικοσιπενταργιά. Μίαν ημέρα φάγαμεν εις το σπίτι μου κι᾿ ομιλήσαμεν αυτό. Το μαθαίνει ο Αγουστίνος, στέλνει άνθρωπον μου τάζει δυο-χιλιάδες τάλλαρα να είμαι με του-λόγου-του, «Πενήντα-δυο να μου δώση δεν πηγαίνω αναντίον της πατρίδος μου!» Τότε κρυφίως πιάσαν ένα σπίτι και το τρύπησαν, και την νύχτα οπού θα διαβώ, οπού ήμουν εις τους φίλους, να ρίξουν να με σκοτώσουν. Από τους ανθρώπους οπού διόρισαν ήταν κ᾿ ένας ορκισμένος από αυτούς οπού ᾿χα, της φρουράς του Αγουστίνου, ο Μιχάλης ο Δράμαλης. «Πήγε και είπε της γυναικός μου «Να στείλης να ᾿βρης τον Μακρυγιάννη» ούθεν είναι να μην περάση από εκείνο το σοκάκι, θα τον σκοτώσουνε. Ήρθαν και μ᾿ ηύραν και πήγα από άλλο μέρος. Και την αυγή πήγα και είδα το σπίτι με τα μασγάλια. Τότε σύναξα ανθρώπους και το βήκα φόρα. Τότε άρχισε και σύναζε πληρεξούσιους ο Αγουστίνος μυστικώς και είχε ένα χαρτί γραμμένο να τον διορίσουνε Κυβερνήτη -και σύναζε υπογραφές χωρίς-ν᾿ αρχίση η Συνέλεψη. Τότε ο Πετρόπουλος από το Σάλωνα κι᾿ ο Κωσταντίνος Παπαγιωργόπουλος κι᾿ ο Λογοθετόπουλος από το Γαλαξείδι κι᾿ άλλοι πληρεξούσιοι του Ζειτουνιού, Ταλαντιού, Μπουντουνίτζας, Λιδορικιού, Επάχτου κι᾿ από άλλες επαρχίες της Ρούμελης μιλήσαμεν μαζί, όταν φάγαμε ψωμί, κι᾿ ορκιστήκαμεν. Αυτείνοι οι αγαθοί άνθρωποι δεν θέλησαν να υπογράψουν τον Αγουστίνο Κυβερνήτη, αλλά μάλλωσαν με τους άλλους εις τ᾿ ανόητά τους και μπερμπάντικα πράματα οπού κάνουν. Τότε πάτησαν ποδάρι όλοι αυτείνοι και οι πληρεξούσιοι των Μεγάρων και Ντερβενοχωριών να βάλουν από τους ίδιους ᾿πιτροπή κι᾿ από τους άλλους να ιδούνε τα ένγραφα των πληρεξουσίων. Δεν τους έδινε χέρι των φίλων του Αγουστίνου, ότ᾿ ήταν πολλοί παράνομοι. Εκείνοι γύρευαν την επιτροπή και να ξεκληστή και το μπερμπάντικό τους ένγραφον οπού ᾿χαν δια την εκλογή του Αγουστίνου κυβερνήτη. Όμως κι᾿ αυτό δεν τους έδινε χέρι, να το ξεκλήσουνε, ότι και ξόδιασε πολλά ο αφέντης ο Αγουστίνος και είχε κ᾿ ελπίδες να μάση κι᾿ άλλες τοιούτες υπογραφές. Τότε διαιρεθήκαμεν. Αυτείνοι μυστικώς κάναν άνομους πληρεξούσιους με ψεύτικες υπογραφές -κ᾿ ετοίμαζαν και τα στρατέματα και κανόνια. Τότε εγώ άξηνα τους δυσαρεστημένους έκαμα ενγράφως περίτου από χίλιους και πήρα κι᾿ όλη την φρουρά του Αγουστίνου. Τότε οι ψεύτικοι πληρεξούσιοι τον κάμαν μυστικώς Κυβερνήτη τον Αγουστίνο. Τότε διατάττει αρχηγόν των αρμάτων τον Κίτζο Τζαβέλα. Πήρε και τους αξιωματικούς, τους είπε να είναι όλοι μ᾿ αυτόν -θα τους κάμη μεγάλους ανθρώπους και θα βαρέση ντουφέκι ο νέος Κυβερνήτης ο Αγουστίνος με τον γενναίον αρχηγόν Κίτζο, με τον αρχηγόν της καβαλλαρίας Καλλέργη. Τους είπε να είναι έτοιμοι μυστικώς με τον αρχιστράτηγον Κολοκοτρώνη, με τον μηνύτορά του τον κόντε-Μεταξά κι᾿ όλη την συντροφιά. Ετοιμάστηκαν μυστικώς να βάλουν ᾿σ ενέργεια το σκέδιον του Θανάση Βάγια, οπού τον ρώταγε ο Κυβερνήτης μας να του ειπή πως μεγάλωσε εκείνος ο μέγας άντρας ο Αλήπασσας. Γκιντί, σεντζαφέδες, επίγιορκοι της πατρίδος και της θρησκείας! Ο νέος Κυβερνήτης, του παλιού Κυβερνήτη ο αδελφός, ο μπεκρής, ο παραλυμένος Αγουστίνος και οι ορκισμένοι του όλοι, οπού τον σύστησαν Κυβερνήτη να προκόψη την πατρίδα, καθώς την πρόκοψε κι᾿ ο αδελφός του, ο νέος Κυβερνήτης ορκίζει αυτούς να του είναι πιστοί και να βαρέσουνε όλους εμάς -και τους βαθμούς τους δικούς-μας να τους δώση εκεινών. Όσο δεν ήταν Κυβερνήτης καμωμένος, ήταν σύνφωνος μ᾿ αυτόν κι᾿ ο Κωλέτης. Ύστερα οπού ᾿μαθε ότι έγινε ο Αγουστίνος Κυβερνήτης, τότε γύρισε μ᾿ εμάς. Ήθα τον έπιαναν ζωντανόν, όμως πήγαμεν και τον πήραμεν. Ο νέος Κυβερνήτης ετοιμάζεταν κ᾿ έλεγε των συντρόφωνέ του να βαρέσουν ντουφέκι αναντίον μας. Από καλωσύνη τους ήταν μετ᾿ εμένα όλοι ως αδελφοί και θέλησαν να μ᾿ έχουν μεγαλύτερόν τους οι τίμιοι κι᾿ αγαθοί πατριώτες οι αξιωματικοί Μήτρο Ντεληγιώργης, Δανήλ Πανάς, Ηλία Πανάς, Φαρμάκης, Πηνειός, Βασίλη Αθανασίου, Αναστάση Γούργαρης, Μπούσγος, Μήτρο Τρανταφυλλίνας, Γιώργο Καλατζής, Δράμαλης, αυτείνοι όλοι οι αξιωματικοί έλκυσαν και πολλούς άλλους αξιωματικούς από την φρουρά κι᾿ από τα τάματα, τράβησε κι᾿ ο Κριτζώτης πολλούς από αυτά κι᾿ ο Βάσιος και οι Στραταίοι και οι Γριβαίοι. Ήμαστε μίαν ημέρα εις του Κριτζώτη, οπού κουβεντιάζαμεν. Διατάζει ο νέος Κυβερνήτης τον αρχηγόν της καβαλλαρίας μ᾿ όλο το σώμα του και πεζικόν της γραμμής και κανόνια κι᾿ άταχτον και ρίχνονται άξαφνα εις το σπίτι μου. Έκαμεν ο Θεός και ήταν καμπόσοι αξιωματικοί εκεί γύρα την γειτονιά και είχαν ανθρώπους. Πιάστη το ντουφέκι βαρούγαν το σπίτι μου με κανόνια. Συνχρόνως βάρεσε κι᾿ ο γενναίος Τζαβέλας εις το παζάρι οπού ήμαστε πληγώσαμεν τον Μήλιο και τον Τζουρά. Εκεί-οπού πολεμούσαμεν εις το παζάρι, οπού μας βάρεσαν άξαφνα, ήρθαν και μου είπαν βαρούνε το σπίτι μου. Τότε πήγα εκεί. Αρχίσαμεν και πολεμούσαμεν- και βαρούσαν με τα κανόνια. Τους χαλάσαμεν εναδυό φορές. Πολέμησαν ως το βράδυ. Σαν είδαν οπού δεν μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπόν τους (ότι τους είχε διαταμένους ο νέος Κυβερνήτης εμένα να βαρέσουνε διατί γύρισα τους πληρεξούσιους και την φρουρά του), αφού δεν έκαμαν τίποτας εις το σπίτι μου, τζακίστηκαν και πάνε ᾿σ την κατάρα του Θεού. Μεγάλη χάρη χρωστούμεν και στρατιωτικοί και πολιτικοί εις τους αγαθούς Έλληνες οπού ήταν με τα τάματα και τους είπαν να μας βαρέσουνε και δεν θέλησαν. Τους είπανε «Δεν βαρούμεν τους πληρεξούσιους της πατρίδος μας κι᾿ αρχηγούς μας». Τότε γύρισαν μετ᾿ εμάς οπού δεν είχαμεν τελείως δύναμιν. Από το μισό παζάρι κι᾿ απάνου, όλο εκείνο το μέρος το βαστούσαν εκείνοι ως το κάστρο. Από το παζάρι το μισό και κάτου το βαστούσαμεν εμείς. Αυτείνοι γύμνωσαν όλο το μέρος οπού ᾿ταν μ᾿ αυτούς και φεύγαν οι φαμελιές με το βιον τους κ᾿ έρχονταν ᾿σ εμάς μίαν τρίχα δεν έχασαν. Τέτοια ευλογία ήταν. Το ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν από το ᾿να το μέρος κι᾿ από τ᾿ άλλο περίτου από τρακόσοι-πενήντα, όλο τ᾿ άνθος. Αυτεινών τους έρχονταν καθεμερινώς μιντάτι. Τότε συνομιλήσαμεν κ᾿ έπαψε το ντουφέκι, να πάρωμεν τους πληρεξούσιους οπού ήταν με το μέρος μας να πάμε εις την Κόρθον. Έπιασα δυο άλογα κ᾿ έβαλα την φαμελιά μου και την έστειλα εις του Ντεληγιώργη το σπίτι εις τ᾿ Ανάπλι, κι᾿ όλο μου το πράμα τ᾿ άφησα, ότι φύγαμεν άξαφνα. Πήραμεν τους πληρεξούσιους κι᾿ όσους άλλους ήταν με το μέρος μας και πήγαμεν εις την Κόρθον. Εκεί βαστούσαν το κάστρο αυτείνοι. Φκειάσαμεν δική-μας κυβέρνησιν εκεί τον Κωλέτη, τον Κουντουργιώτη, τον Ζαϊμη -να κυβερνάγη ο Κωλέτης όσο-να ᾿ρθούν και εκείνοι, οπού ᾿ταν εις τη Νύδρα. Τότε με διατάζουν εμένα μ᾿ όλους τους αξιωματικούς οπού ᾿ταν μαζί μου και πήγαμεν εις την Περαχώρα να πληροφορέσουμε τους κατοίκους, να μας δεχτούνε ήταν κ᾿ ένα κρύγιον και χιόνι καλό. Πήγαμεν εις τις Χώρες, τους μίλησα και μείναν ευκαριστημένοι να πάγη εκεί όλη η διοίκηση με τους πληρεξούσιους. Τους στείλαμεν και ήρθαν όλοι. Οι Γριβαίοι κι᾿ ο Κριτζώτης κι᾿ ο Βάσιος πήγαν εις τα Μέγαρα. Το είχαν πιασμένο οι αναντίοι εκεί και τους πολέμησαν και κυρίεψαν οι δικοί μας την θέσιν. Η διοίκηση, οπού ήταν ο Κωλέτης και γραμματέας ο Χρηστίδης -όσο-να ᾿ρθή ο Κουντουργιώτης κι᾿ ο Ζαϊμης -᾿νεργούσαν αυτείνοι εις Περαχώρα. Μας δέχτηκαν οι κάτοικοι με τις αγκάλες ανοιχτές. Ήταν βαρύς χειμώνας εβήκαν από την φωτιά τους και συγύρια τους και ζωοτροφή τους και μας περιποιώνταν όλους κ᾿ έλεγαν «Καθόμαστε εμείς νηστικοί και φάτε εσείς οπού προσπαθάτε δια-να γίνουν νόμοι. Ύστερα η διοίκηση και οι πληρεξούσιοι πήγαν εις τα Μέγαρα ως κεντρικώτερον μέρος. Ο Νότης, ο Ίσκος, ο Τζόγκας, οι Στραταίγοι και οι άλλοι οι καπεταναίγοι πέρασε ο καθείς εις την πατρίδα του. Ο Κριτζώτης διορίστη αρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος και παντού άνοιξε το ντουφέκι και κάηκε ο τόπος και ρήμαξε και σκοτώθηκαν τα καλύτερα παληκάρια. Είχαμεν διορίση τον Στάθη Κατζικογιάννη εις του Σαλώνου τον κόρφο να είναι μέσα-εις τα μίστικα με καμπόσους στεργιανούς. Πήγαν εις την Σκάλα του Σαλώνου καμπόσοι στρατιώτες του Κατζικοστάθη, τους κλείσαν οι αναντίοι. Το μάθαμεν τότε διατάχτηκα με τους συντρόφους μου να πάμεν προς βοήθειά τους. ᾿Σ τον δρόμον μάθαμεν ότι παραδόθηκαν εις τους αναντίους. Τότε πήγαμεν εις τ᾿ Άσπρα-Σπίτια ήταν τα μαγαζειά εκεί με τα γεννήματα -ήταν δικά-μας, ότ᾿ είχαμεν τον μουκατά της Λιβαδειάς ο Ντεληγιώργης, ο Μάκος, ο Χατζηπέτρος, ο Βάγιας κ᾿ εγώ. Τα γεννήματα τα είχαν οι αναντίοι κυργέψη και πήγαμεν και πολεμήσαμεν και τα πήραμεν και τα φέραμεν εις Μέγαρα και Χώρες και πορέψαμεν όλη η συντροφιά, οπού ζούγαμεν με λάχανα τις περισσότερες φορές. Οι αναντίοι ήταν εις Λεψίνα, εις Κούλουρη, εις Μετόχι των Μεγάρων. Μάθαμεν ότι οι άλλοι από την Κόρθον, πεζούρα και καβαλλαρία, αγροικήθηκαν με τούτους κ᾿ έρχονταν αναντίον μας. Τότε με διατάττουνε και πάγω με το σώμα μου και με καμπόσους Μεγαρίτες και πιάσαμεν τον Αγέρα, το Ντερβένι. Κι᾿ αφού μάθαν οι αναντίοι ότι το πιάσαμεν, νέκρωσε το σκέδιόν τους και δεν κάμαν κάνα κίνημα. Καθίσαμεν χωμένοι εις το χιόνι έντεκα μερόνυχτα και δεν εμείναμεν ούτε ένα-τρίτο γεροί οι άλλοι όλοι αρρωστήσαμεν κ᾿ εγώ κόντεψα να πεθάνω ότι μ᾿ έπιασε ένας πόνος κι᾿ όταν πήγαμεν εις τ᾿ Ανάπλι μαζώχτηκαν οι γιατροί κ᾿ έκαμα τέσσερες μήνες με πανιά και μαλαχτικά. Θύμωσε η μέση μου, οπού ήμουν λαβωμένος από το κάστρο της Αθήνας, και τρόμαξα να γλυτώσω. Ο Θεός συχωρέση τον Καποδίστρια, οπού μας έβαλε εις αυτόν τον αγώνα. Μεγάλη ᾿λικρίνειαν και πατριωτισμόν είδαμεν από τους Περαχωρίτες και από τους Μεγαρίτες. Έδειξαν αιστήματα πατριωτικά και φιλάνθρωπα κ᾿ έλεγαν «Να πουληθούμεν όλοι, νόμους να κάμετε δια την πατρίδα». Πήγαιναν νηστικοί και ξυπόλυτοι αυτείνοι και οι καϊμένοι αγωνισταί τους με γράμματα, οπού χρειάζονταν παντού να στέλνωμεν, κ᾿ έτρεχαν με μεγάλη προθυμίαν. Σας είπα την αγαθότη αυτεινών των ανθρώπων. Θα σας ειπώ και τ᾿ απάνθρωπα κινήματα αλλουνών. Όμως δεν πρέπει ο άνθρωπος να πειράζεται, ότι τέτοια είναι η ανθρωπότη -ο Θεός ας τους συχωρέση εκείνους οπού αδίκησαν και να μας φωτίζη εις το καλό. Όταν ήμαστε ακόμα εις Άργος, ένας προκομμένος άνθρωπος και πλούσιος, με πολλές αντίκες, ήρθε από την Ευρώπη εις Άργος, Έλληνας εγνωρίστη συγγενής με τους Γριβαίους και κάθεταν μ᾿ αυτούς. Άντεσε ᾿σ αυτείνη την εποχή και τον πήραν μαζί τους εις τα Μέγαρα και τον είχαν εις το κονάκι τους. Μίαν νύχτα τον πήραν και τον πήγαν ᾿σ ένα μέρος και του κόψαν το λαιμό του σαν πρόβατο και του πήραν το βιον του και το μέρασαν τ᾿ αδέλφια. Άλλους τρεις-τέσσερους σκότωσαν εκεί γυναίκες και παιδιά διατιμούσαν και χιλιάδες κατάχρησες έκαναν. Κι᾿ από αυτό δεν θα κάμωμεν ποτέ προκοπή, μήτε θα ιδούμεν Θεού πρόσωπον, ότι είμαστε θερία, ανθρωποφάγοι, άτιμοι άνθρωποι. Είμαστε τοιούτοι όλοι, ανάξιοι της λευτεριάς. Σε ολίγες ημέρες ήρθαν αποστελμένοι από τους Αντιπρέσβες, από ένας του κάθε-ενού, και μας είπαν ότι τον Αγουστίνο τον αναγνωρίσανε Κυβερνήτη της Ελλάδος και να πάμε να τον αναγνωρίσωμεν κ᾿ εμείς, ειδέ θα μας χτυπήσουνε. Τους είπαμεν «Βαρείτε όσο θέλετε! Είναι το μόνον αδύνατον πλέον από αυτείνη την φάρα να ιδούμε εις την πατρίδα μας και κοπιάστε και βαρείτε κι᾿ αν δεν κοπιάσετε εσείς με τον νέον Κυβερνήτη οπού αναγνωρίσετε, τότε θα ᾿ρθούμεν εμείς να πεθάνωμεν εκεί. Ο βρεμένος την βροχή δεν την φοβάται -και κοπιάστε εις την δουλειάν σας. Δεν έχομεν άλλη ομιλίαν». Και σηκώθηκαν και φύγαν κ᾿ οι τρεις ο Ρούσσος, ο Άγγλος, ο Γάλλος. Αφού πήγαν εις τους ανωτέρους τους και τους ανάφεραν τι τους είπαμεν, ότι θέλαν με φοβέρες να μας γυρίσουν ᾿σ τα θελήματα τους, αφού τους είπαν αυτό οι αποστελμένοι τους, μας καταδίκασαν εις θάνατο ο Αγουστίνος, ο Κολοκοτρώνης, ο Τζαβέλας κι᾿ ο Μεταξάς. Τότε μας στέλνουν έναν δάσκαλον από την Μπαυαρία, Θίρσιον τον λένε ήρθε κι᾿ αυτός και μας λέγει Ήρθα αποστελμένος να σας ειπώ να υποταχτήτε, αλλά σας λέγω να μην υποταχτήτε, ότι τ᾿ Αγουστίνου το μέρος είναι όλοι κλέφτες κι᾿ άρπαγοι. Όσοι κάτοικοι είναι μ᾿ αυτούς τους γύμνωσαν όλους. ᾿Σ το δικό-σας το μέρος όλους τους ρώτησα και είναι πολλά ευκαριστημένοι κάνουν τα ζευγάρια τους και βόσκουν τα ζωντανά τους έξω και δεν τους πείραξε κανένας. Ρώτησα όλους κ᾿ είναι ευκαριστημένοι. Κι᾿ όσοι είναι με την Κυβέρνησιν γυμνώθηκαν όλοι. Εγώ φεύγω σήμερα και πάγω να ειπώ αυτά των Αντιπρέσβεων, μας λέγει ο Θίρσιος και θα μιλήσω κι᾿ όλου εκεινού του λαού να έρθουν μετ᾿ εσάς και να φύγουν από αυτούς. Και σε δυο ημέρες ή τρεις να κινήσετε δι᾿ Ανάπλι και να πάρετε από μια ελιά εις το χέρι σας». Σηκώθη κ᾿ έφυγε. Κατά την παραγγελίαν του αφήσαμεν τον Βάσιον εις την θέσιν των Μεγάρων και πήραμεν από μίαν ελιά εις το ᾿να χέρι, καθώς μας είπε ο Θίρσιος, και ᾿σ τ᾿ άλλο βαστούσαμεν το ντουφέκι και το σπαθί και πήγαμεν εις το Λουτράκι. Εκεί κατέβηκαν κι᾿ από τις Περαχώρες ο Κωλέτης και οι άλλοι. Το-όλο ήμασταν ως χίλιοι άνθρωποι. Μείναμεν το βράδυ εις το Λουτράκι και κοιμηθήκαμεν απάνου-οπού θα κοιμηθούμεν μαθαίνομε εις τα τείχη του Ισθμού το ᾿πιασαν από τους αναντίους η καβαλλαρία, ο Καλλέργης κεφαλή, το ταχτικόν όλο το πεζικόν, ο αδελφός μου Νικήτας του άταχτου αρχηγός. Ρίξαν καμπόσους ντουφεκισμούς να μας σκιάξουν. Εμείς ενθουσιασμένοι σαν τον Λεωνίδα με τους Πέρσας, θέλαμεν την λευτεριά μας από τους αδελφούς μας, τους συναγωνιστάς μας. Από ποιους; Από τον Νικήτα τον Τουρκοφάγο -κ᾿ έγινε λευτεροφάγος, από τον Κολοκοτρώνη, τον Καλλέργη- ποιος μέτραγε τις ακαθαρσίες της Ευρώπης; Αυτείνοι ήρθαν δια τύχη κι᾿ όχι δια λευτεριά. Κοιμηθήκαμεν το βράδυ. Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα μπονόρα μας ήρθαν -οπού είχαν μείνη εις τα Μέγαρα και τότε έρχονταν- ο Δυοβουνιώτης κι᾿ ο Βάγιας με καμμιά εκατόν-πενηνταριά ανθρώπους. Αυτεινών των ολίγων τους ρίχτηκαν πεζούρα και καβαλλαρία, το ταχτικόν και άταχτον, απάνου από πέντε-χιλιάδες. Τότε βλέποντας εμείς πετάξαμεν τις ελιές, οπού βαστούσαμεν κατά την παραγγελίαν του Θίρσιου, και πιάσαμεν το σπαθί και ᾿σ ένα-κάρτο τους πιάσαμεν τους περισσότερους ζωντανούς- και ήταν ντυμένοι και βρέθηκαν γυμνοί καθώς τους έκαμεν η μάννα τους. Καμμίαν πενηνταριά είχα τριγύρω τ᾿ άλογό μου και τους απαντούσα με μεγάλα κλάματα από τους ανθρώπους οπού γύρευαν να τους γυμνώσουνε. Ότι γνωριζόμουν με τους περισσότερους και λυπέταν η ψυχή μου. Τους πήραμεν και πήγαμεν ᾿σ ένα χωριόν και μείναμεν και μιλήσαμεν των ανθρώπων και τους δώσαν τα σκουτιά τους οπίσου και τα χερότερα άρματα του πεζικού του ταχτικού και τ᾿ αρχηγών τους. Τότε ο Καλλέργης κι᾿ ο Νικήτας πήραν το φύσημά τους εις τ᾿ Άργος και είπαν αυτά τ᾿ αρχηγού Κολοκοτρώνη και Τζαβέλα. Και πήραν το φύσημά τους όλοι εις την Καρύταινα. Τότε προχωρέσαμεν. Κοιμηθήκαμεν εις τον Αϊβασίλη -κι᾿ από-᾿κεί εις Άργος. Βήκαν οι κάτοικοι και μας καρτέρεσαν με δάφνες κι᾿ άλλα. Βαστήσαμεν κ᾿ εμείς μίαν ευταξίαν, πάγει εις τα Μέγαρα και γύρισμα δεν ματαγένεταν- όσοι είχαμεν συνείδησιν οι ασυνείδητοι ήταν ολίγοι. Αφού μάθαν την διάλυσίν τους όλως-διόλου ο νέος Κυβερνήτης και οι αρχηγοί του, πάνε να πεθάνουν. Τότε οι Αναπλιώτες λένε του νέου Κυβερνήτη να ξεκυβερνήση, ν᾿ απαρατηθή. Τον έβγιασαν κι᾿ απαρατήθη. Και διόρισαν κυβερνήτες Κολοκοτρώνη, Κωλέτη, Μπουντούρη, Ζαϊμη, Μεταξά. Εμείς δεν θέλαμεν Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μπουντούρη, ότι ήταν διπρόσωποι. Τότε κινήσαμεν δια τ᾿ Ανάπλι. Ήταν γιομάτη η Πρόνοια από εκείνους. Αφού πλησιάσαμεν κοντά-εις την Πρόνοια -και ήταν φιλονικίες γυναικίσες, άναντρες -μπήκαμεν μέσα και κυργέψαμεν κ᾿ εκεί χωρίς ντουφέκι. Εις το σπίτι του Καλλέργη ήταν η καβαλλαρία και χρήματα εθνικά. Τότε με περικαλεί ο Θίρσιος και οι Αντιπρέσβες να το προφυλάξω. Το ᾿πιασα και το βάσταζα δεκάξι ημέρες και το παράδωσα χωρίς-να λείψη μία τρίχα. Δεν ήθελα χρήματα και βιο, ήθελα σύνταμα δια την πατρίδα μου, να κυβερνηθή με νόμους κι᾿ όχι με το «έτζι θέλω». Όμως ο Καλλέργης εις τ᾿ Άργος και οι συντρόφοι του δεν μ᾿ άφησαν ούτε στάχτη εις το σπίτι μου. Και μας καταδίκασαν όλους εις θάνατο, διατί δεν σταθήκαμεν εις τ᾿ Άργος να μας σκοτώση ο Αγουστίνος Καποδίστριας. Τότε οπού είμαστε εις την Άργεια, ζήτησαν οι Αντιπρέσβες να μπη ο Κωλέτης μέσα-εις τ᾿ Ανάπλι με δέκα πολιτικούς και με μίαν στρατιωτική επιτροπή. Διόρισαν το Ντεληγιώργη, τον Βάγια κ᾿ εμένα και μπήκαμεν. Μας καρτέρεσαν οι πολίτες με το «ζήτω». Ο νέος και πεσμένος Κυβερνήτης τήραγε από το παλεθύρι. Πήγαμεν ᾿σ του Ντώκινς του Αντιπρέσβυ της Αγγλίας κι᾿ από-εκεί εις της Γαλλίας, τον Ρουάν. Κ᾿ εκεί φιλονικήσαμεν καμπόσες ημέρες δια τ᾿ άτομα της Κυβερνήσεως, ή θα φύγωμεν έξω πίσου. Τότε συνφωνήσαμεν Κουντουργιώτη, Κωλέτη, Ζαϊμη, Μεταξά, Υψηλάντη, Κολιόπουλο, Μπότζαρη. Μ᾿ έστειλαν εμένα και τον Γρίβα και πήγαμεν εις τη Νύδρα και φέραμεν τον Κουντουργιώτη εις τ᾿ Ανάπλι. Ο Αγουστίνος πήρε το λείψανο του αδερφού του και μπήκε ᾿σ ένα Ρούσσικον καράβι και κάθεταν και πρόσμενε να ᾿περισκύση το μέρος του, να κοπιάση οπίσου. Τότε οι συντρόφοι του οι δολεροί μπάζαν ανθρώπους κρυφίως από τα Πέντε-Αδέρφια κι᾿ από αλλού και γιόμοζαν τα σπίτια του Ζαϊμη, των Κολοκοτρωναίων, του Μεταξά, ολουνών αυτεινών. Ο Ζαχαρόπουλος κι᾿ άλλοι φίλοι μου μου το είπαν. Τις αρχές τις πολιτικές και στρατιωτικές δεν τις αλλάξαμεν, ήταν εκεινών. Πιαστήκαμεν με τον Ζαϊμη, οπού πήγαμεν εις το σπίτι του με τον Κουντουργιώτη. Είπε «Αυτά όλα τα κάνει ο Μακρυγιάννης. -Του είπα, εγώ τα κάνω! Δεν μου τρως το κεφάλι μου με τους μπακάληδες τ᾿ Αναπλιού. Αύριον βγαίνω εις την Πρόνοια, κι᾿ αυτείνοι εδώ ας πιστεύουν εσένα». ᾿Γγίχτηκα και με τον Κουντουργιώτη. Την αυγή μαζώχτηκαν εις το παλάτι όλοι οι κυβερνήται. Έρχονται οι φίλοι και πιάνουν όλα τα τρογυρινά σπίτια και σύναζαν άρματα και πολεμοφόδια και ήταν και οι καβαλλαραίοι εκεί πεζοί, ότι τ᾿ άλογά τους τα πήρε όλα ο Γρίβας κι᾿ άλλοι. Οι καβαλλαραίοι με τον αρχηγό τους Καλλέργη πήγαν κρυφίως κι᾿ άνοιξαν την οπλοθήκη (κι᾿ ο φρούραρχος ήταν δικός-τους) και κουβαλούσαν κρυφίως καραμπίνες. Εγώ είχα φίλους καλούς, οπού ήμαστε από πρωτύτερα μαζί, μου το είπαν και καταξοχή ο αγαθός πατριώτης και τίμιος άνθρωπος ο Σελαϊδής Σελαϊδόπουλος- τον έστειλα και τους είδε και μο᾿ ᾿φερε χαμπέρι. Τότε εκεί-οπού διάβαιναν με τις καραμπίνες κρυμμένες εις τις καπότες τους από-κάτου τους πιάσαμεν. Πήγα κ᾿ έβγαλα τους κυβερνήτες έξω και τους είδαν και τότε ξεβρακώθηκαν όλοι και κατάλαβαν την αλήθεια. Και τότε αλλάξαμεν τον φρούραρχον, διοικητή, αστυνόμο κι᾿ άλλους. Και γλυτώσαμεν τα κεφάλια μας -θα μας σκότωναν όλους μ᾿ απιστιά. Τότε τους βγάλαμεν όλους έξω. Και μ᾿ αυτά ᾿περίσκυσε ο Κωλέτης. Και στείλαν και ήρθαν Γαλλικά στρατέματα εις τ᾿ Ανάπλι, οπού ήταν εις τα κάστρα. Τ᾿ Ανάπλι πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ότι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν και τ᾿ άλλα τα μέρη της πατρίδας. Αυτείνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν. Χάριτες τους χρωστάγει η πατρίδα αυτεινών των γενναίων αντρών, και γκενεραλαίων κι᾿ αξιωματικών, γκενεράλ Γκενώ και γκενεράλ Κορβέ κι᾿ αλλουνών. Λέγω εις τους αναγνώστες, αρχή οπού πήγαμεν εις τα Μέγαρα και ούθεν πέρασαν συνταματικοί άνθρωποι δεν πείραξαν μίαν τρίχα, αλλά νηστικοί, ξυπόλυτοι νόμους έλεγαν να γένουν. Και οι καϊμένοι οι κάτοικοι την ίδια αρετή είχαν και πατριωτισμόν. Ο ευλοημένος λαός της Ελλάδος περιποιέταν τον συνάδελφόν του μ᾿ ό,τι του βρίσκεταν και γύρευαν Εθνική Συνέλεψη. Αυτείνη την ευταξίαν και την αρετή την ζήλεψαν οι αναντίοι, ότ᾿ είχαν κάμη μεγάλες κατάχρησες. Μάθαμεν ότι έρχεται βασιλική επιτροπή δια-να τηράγη όσο-να ᾿ρθη ο βασιλέας. Τότε δια-να ρίξουν την κατηγόρια γενικώς όσα στρατέματα είχαν αυτείνοι διαλύθηκαν και ήρθαν μετ᾿ εμάς. Ήταν ο Χατζηπέτρος μ᾿ εφτά ανθρώπους, τώρα έγινε με πεντακόσους πήρε γυμνώνοντας από την Κόρθο ως το Γαστούνι. Κι᾿ αφάνισαν τους κατοίκους. Ο Τζαβέλας έπιασε το μέρος της Πάτρας, οι Γριβαίγοι τ᾿ Άργος κι᾿ όλα αυτά τα μέρη -ο καθείς έπιασε το δικό-του. Με διόρισαν κ᾿ εμένα με τον Ντεληγιώργη κι᾿ άλλους και πήγαμεν εις Τροπολιτζά μ᾿ έκαμαν αρχηγόν της θέσης. Ήταν κι᾿ άλλα ασκέρια πλήθος εκεί και εις τα χωριά. Τους μεράζαμεν ταχτικώς την ζωοτροφή τους με τον διοικητή. Έστειλα εις τις σπηλιές κ᾿ ερημιές και σύναξα τους δυστυχείς κατοίκους και πήγε καθένας εις το σπίτι του, χώρα και χωριά, και τήραγαν την δουλειά τους και ήταν πολύ ευκαριστημένοι. Σταθήκαμεν καμπόσον καιρόν η κακή μου τύχη, αρρώστησα βαρέως και ήρθα εδώ εις τ᾿ Ανάπλι και με πρόφτασαν οι γιατροί με μπάνια κι᾿ άλλες κούρες. Ότι μου έγινε ένα λιθάρι εις την κοιλιά εξ-αιτίας το χιόνι οπού με πλάκωσε εις το Ντερβένι, εις τον Αγέρα, και πρήστηκα εξ-αιτίας της πληγής. Άφησα εκεί, εις Τροπολιτζά, το σώμα μου και κατέβηκα εγώ εις Ανάπλι. Αφού ο καθείς γύμνωνε, του Κριτζώτη το σώμα έπιασε την Περαχώρα, εκείνους οπού μας δίναν την φωτιά τους, το ψωμί τους, το κρασί τους -δια την ευκαρίστησιν τους έπιασαν και τους παίδευαν κι᾿ από το παίδεμα το πολύ τους βγάλαν και τα μάτια. Πήρε ο καθείς το μέρος του κ᾿ έτρωγε ανθρώπους. Εγώ με το Ντεληγιώργη είχαμεν ένα σώμα περίτου από πεντακόσους ανθρώπους. Ήρθε ο Επιθεωρητής να μας ᾿πιθεωρήση. Βάλαμεν τους ανθρώπους εις την λίνια. Τους λέγω «Να είναι αναθεματισμένος εκείνος ο στρατιώτης οπού δεν θα ειπή την αλήθεια, ποιον καιρόν ήρθε μαζί μας, και αν είναι εδώ εις την λίνια ξένος άνθρωπος οπού μετριέται δια ωφέλεια δική-μας». Ορκίστηκαν όλοι. Τους μέτρησε. Κάνει ένα φκαριστήριον ᾿σ εμάς και μίαν αναφοράν εις την Κυβέρνησιν και λέγει το παράδειμά μας. Διόρισε η Κυβέρνηση όλα τα σώματα να λάβουν ο κάθε άνθρωπος από πενήντα φοίνικες. Μας έρριξαν εμάς να τους λάβωμεν από την Σπάρτη έστειλαν εκεί κι᾿ άλλα σώματα. Δεν πήραμεν εμείς ούτε τα μισά. Εγώ ήμουν αστενής. Ήρθε κι᾿ ο Ντεληγιώργης, πήγαμεν εις την Κυβέρνησιν και είπαμεν αυτό, να γένη κάνας τρόπος, και πήγαμεν εις τον Μεταξά ως μέλος κυβερνητικόν, του είπαμεν αυτό, δείξαμεν και το ένγραφο του Επιθεωρητή και των πολιτών την μεγάλη ευκαρίστησίν τους. Του λέμεν «Εμείς σταθήκαμεν με την ευταξίαν και δεν κάναμεν ό,τι έκαμαν οι άλλοι, πολλοί». Μας αποκρίνεται ο Κόντε-Μεταξάς Ήσταν ανάξιοι και δεν κάμετε. Ορίστε κυβερνήται, ορίστε αρετή! Αυτείνοι κάμαν τους ανθρώπους, στρατιωτικούς και πολιτικούς, με-χωρίς αρετή. Μ᾿ εφτακόσους ανθρώπους δεν γυμνώναμεν όσους θέλαμεν! Αυτείνοι είναι οι κυβερνήται μας, αδελφοί αναγνώστες, και μη σας κακοφαίνεται αν η πατρίδα πάθη. Δια-να σημειώνω ᾿σ τα πενήντα-ένα από αυτά έμαθα ᾿σ τα γεράματα γράμματα. Αφού κυβερνήσαμεν οι στρατιωτικοί την Πελοπόννησο, θέλει ο κύριος Κωλέτης να κυβερνήση και την Ρούμελην. Τότε στέλνει εις Μισολόγγι έναν διοικητή προκομμένον σαν αυτόν, Γιάγκο Σούτζο τον λένε ρωτάτε ποιος είναι και τον μαθαίνετε. Αφού πήγε αυτός εις το Μισολόγγι κ᾿ ετοίμασε μπερμπάντες εκεί πολλούς, ύστερα ο Κωλέτης έστειλε και τον Γαρδικιώτη Γρίβα και μπαίνει με προδοσά μέσα-εις την χώρα με το σώμα του και δίνουν ένα γύμνωμα από πράμα και τιμή των δυστυχισμένων Μισολογγίτων, οπού ζητούσαν τους Τούρκους ότι δεν έπαθαν περισσότερα από εκείνους. ᾿Σ την ίδια στιμή στέλνει και τον άλλον Γρίβα-Θοδωράκη εις την Τροπολιτζά μ᾿-όλον-οπού του διαλύσαμεν το περισσότερό του σώμα και μείναν ως τρακόσοι άνθρωποι μαζί του, δια-να γλυτώσουμεν τους κατοίκους από το γύμνωμα, μ᾿-όλον-τούτο έπαθαν οι δυστυχείς Τροπολιτζώτες ό,τι έπαθαν και οι Αργίτες (οπού ᾿χε ο Γρίβας τις προσόδους τ᾿ Άργους) και γάτες βάλθηκαν εις των γυναικών τα κορμιά κι᾿ ανθρώπων δολοφονίες έγιναν. Μαζώχτηκαν οι Πελοποννήσιοι αναντίον τους, πολέμησαν καμπόσο, σκοτώθηκαν από το ᾿να μέρος κι᾿ από τ᾿ άλλο εις Τροπολιτζά και ήρθε πίσου εις τ᾿ Άργος ο Γρίβας. Οι κυβερνήται μας ήταν γιομάτοι δόλο και απάτη. Την Συνέλεψη την πήγαιναν όλο ᾿σ το μάκρος. Τότε είδαν οι πληρεξούσιοι αυτείνη την απάτη οπού κάναν εις την πατρίδα το ᾿να το μέρος και τ᾿ άλλο κ᾿ ενώθηκαν και τα δυο μέρη και ζήτησαν επιμόνως και συνεδριάσαν. Άρχισε η Συνέλεψη τα 1832 Ιουλίου 14. Ορκίστηκαν και μίλησαν δια την γενική ένωση της πατρίδος κ᾿ έγραψαν παντού να ησυχάσουνε τα πάθη. Έγινε πρόταση να ᾿ρθη και βασιλέας εις την πατρίδα. Και δια την ένωσιν και βασιλέα εχάρηκαν όλοι. Διόρισαν και τον Ζέρβα το Νικολό φρουρά της Συνέλεψης με τετρακόσιους ανθρώπους. Και ήταν αυτό η θέληση του Κωλέτη. Οι πληρεξούσιοι είναι όλοι με ᾿λικρίνειαν και μιλούν πατριωτικώς δια τα δίκια των αγωνιστών και χηρών κι᾿ αρφανών -και τα δίκια του βασιλέως να είναι γερά, καθώς και το Έθνος και οι βουλές να επιστηρίξουν αυτά. Ήταν καμπόσοι πληρεξούσιοι οπού ήταν μέλη της Κυβερνήσεως, κι᾿ αυτείνοι δεν θέλουν ποτές ησυχίαν και δικαιοσύνη. Γύρισαν και καμπόσους όμοιούς τους και πάσκιζαν να μείνη η Συνέλεψη ατελείωτη όσο-να ᾿ρθη ο βασιλέας. Αυτό μου το είπε και ο Θίρσιος και με περικάλεσε να μιλήσω και ν᾿ αντενεργήσω κ᾿ εγώ. Τότε του είπα, ούτε μιλώ παρόμοιον, ούτε θέλω και την φιλίαν του άλλη φορά ότι βλέπω κι᾿ αυτός είναι δολερός. Το είπα καμποσουνών αυτό όμως ήταν μαγειρεμένο από πολλούς και δεν άκουγαν. Ήταν σύνφωνοι ο Μαυροκορδάτος, Τρικούπης, Μπότζαρης, Ζαϊμης, Μεταξάς, Ζωγράφος, Μπουντούρης, Κλωνάρης, Κωλέτης. Ο Κολιόπουλος, αφού ήταν σύνφωνος κι᾿ αυτός, ερέθιζε και τους στρατιωτικούς -αυτός, ο Καλλέργης, ο Τζόκρης ρέθιζαν τους στρατιωτικούς και τους φέρναν κ᾿ έκοβαν το νερό του Αναπλιού και πέθαιναν οι άνθρωποι της δίψας και πλερώνονταν ό,τι ζητούγαν. Τότε τ᾿ άφιναν αυτείνοι, έρχονταν άλλοι. Και το νερό κατάντησε πραμάτεια. ᾿Σ-τ᾿-ολόστερνο πλέρωσαν τον φρούραρχον της Συνελέψεως, τον Ζέρβα -το᾿ ᾿δωσαν τρεις-χιλιάδες ᾿κοσιάρια, κι᾿ αφάνισε την πατρίδα. Αυτό ο κύριος Κωλέτης πολιτικώς το περίθαλπτε και μυστικώς. Αφού πήγαν οι πληρεξούσιοι και συνεδριάσαν, άπλωσαν άνθρωποι του αρχηγού Ζέρβα και του Κριτζώτη, κάποιος Κοντούλης και Καζάνης κι᾿ άλλοι αξιωματικοί του, πιάσαν τους πληρεξούσιους και τους δέσαν -και τους ξαγόρασαν από αυτούς. Εγώ ήμουνε άρρωστος- το σώμα μου το είχα εις την Τροπολιτζά αφού το ᾿μαθα, πάγω ανταμώνω τον Κριτζώτη και Ζέρβα και τους λέγω «Τ᾿ είναι αυτό οπού γίνηκε ᾿σ την ημέρα μας; Ποια ιστορία το λέγει; Και τι καθόμαστε και δεν πάμεν να πεθάνωμεν;» Τότε μου λένε «᾿Σύχασε σε μίαν μεριά είναι συντρόφοι μας». Θερμάθηκα κ᾿ ήρθα μέσα και ξανακύλισα. Έγινε αυτό τα 1832» Αυγούστου δέκα, Τετράδη ημέρα, θανάτωσαν την πατρίδα, οπού τα αίματα οπού χύθηκαν δι᾿ αυτείνη κι᾿ όσες χήρες κι᾿ αρφανά μείναν να τους έχουν εις τον λαιμό τους οι αίτιοι αυτεινού του μεγάλου κακού, οι νεκροθάφτες της πατρίδας. Αφού η αρετή μας ήταν τοιούτη και θα τρωγόμαστε αναμεταξύ μας, συνάχτηκαν όλοι και διόρισαν μίαν επιτροπή τον Μιαούλη, τον Κολιόπουλον και Μπότζαρη, αυτούς οπού κάναν εκείνη την δούλεψη, να πάνε να φέρουνε τον βασιλέα. Τότε τα στρατέματα μαζωχτήκαμεν ᾿σ ένα μέρος και διόρισαν μίαν άλλη επιτροπή τον Κανέλλο Ντεληγιάννη κ᾿ εμένα να τους μιλήσωμεν. Δεν ήμαστε ευκαριστημένοι να πάνε αυτείνοι δια τον βασιλέα. Ηθέλαμεν καθένας το κέφι του να κάμωμεν. Τότε, δια-να σωθούνε τα δεινά μας, πήγαμεν και μιλήσαμεν με τους φρόνιμους ανθρώπους και μείναμεν σύνφωνοι να πάνε οι ίδιγοι, να τελειώσουνε τα δεινά της πατρίδος. Και πήγαν οι τρεις. Τότε ᾿γγιχτήκαμεν με τους δικούς μας, ότι δεν διαμαρτυρηθήκαμε- ν᾿ ανοίξωμεν νέα δεινά δια την πατρίδα! Ζητούσαμεν ο καθένας να πάμεν επιτροπή από ᾿μάς και δια ᾿κείνο γυρεύαμεν τις διαμαρτύρησες. Αφού φύγαν οι στελμένοι δια τον βασιλέα, μιλήσαμεν πίσου οι στρατιωτικοί να πάγη μία επιτροπή να μιλήση με τον Κολοκοτρώνη, με τον Τζαβέλα κι᾿ όλη τους την συντροφιά, οπού ήταν ᾿σ το Κυβέρι και ᾿σ αυτά τα μέρη, να ενωθούμε και τα δυο μέρη και να κάμωμεν μίαν επιτροπή να διατάξη τ᾿ ασκέρια να σταθούνε ᾿σ ένα μέρος, να ᾿ρθη ο βασιλέας να μην εύρη τους κατοίκους γυμνωμένους και καταπλακωμένους, αλλά να παίρνωμεν κομμάτι ψωμί και να μη βιάζωμεν τους ανθρώπους. Τότε διορίσανε τον Νότη, τον Βαλτηνό κ᾿ εμένα και πήγαμεν εις το Κυβέρι κι᾿ ανταμωθήκαμε όλοι και συνφωνήσαμεν και πήγαμεν εις Άργος και συστήσαμεν μίαν στρατιωτική επιτροπή δια-να ᾿κονομήση τ᾿ αναγκαία των ανθρώπων και να βάλη τα σώματα εις χωριά. Διορίσαμεν τον Κολοκοτρώνη, τον Νότη, τον Κριτζώτη, τον Τζόκρη, τον Στράτον, τον Τζαβέλα, τον Χατζηχρήστον και μέρασαν το κάθε σώμα εις τα χωριά. Διόρισαν κ᾿ εμένα εις τα χωριά της Κόρθος. Όταν ζούσε ο Κυβερνήτης οι λησταί είχαν γυμνώση κάτι Γάλλους κ᾿ έναν αξιωματικόν τον σκότωσαν εις το ξύλον κάτου εις την Μεσσηνίαν, όταν ήταν οι Γάλλοι εις τα κάστρα -τότε τους λήστεψαν κιόλα. Γύρευαν ᾿κανοποίηση οι Γάλλοι από την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση για τα μάτια παίδεψε τον δοικητή -κ᾿ οι ένοχοι ήταν ελεύτεροι. Μαθεύτηκε αυτό τότε κι᾿ ακολούθησαν καμπόσα. Κι᾿ όταν συνάχτηκαν εις τ᾿ Άργος οι Κολοκοτρωναίγοι και οι εδικοί μας, αυτό γύρευαν να το ρίξουνε γενικώς εις το έθνος. Τον Γρίβα ο Κωλέτης σαν τον έστειλε εις την Τροπολιτζά και δεν έκαμε την επιθυμίαν του, τον έστειλε εις την Ρούμελη και μ᾿ απάτη μπήκε εις τ᾿ Αντελικόν, αφού τον πολέμησαν οι έξω. ᾿Σ τ᾿ Αντελικόν ήταν ένας δικός του Αλέξη Νούτζου και σούντιτος Ρούσσος και είχε και μεγάλη κατάστασιν. Ήταν καλός κι᾿ άξιος αγωνιστής τον είχε μαζί του ο Νούτζος εις το στρατόπεδον τον λέγαν Πράσινον. Τότε δια την κατάστασίν του κι᾿ άλλα αίτια τον σκότωσε ο Γρίβας και του πήρε το βιον του. Και κυβέρνησε και τους κατοίκους του Αντελικού, καθώς κι᾿ ο Γαρδικιώτης το Μισολόγγι. Ο Αντιπρέσβυς της Ρουσσίας θέλει τον Πράσινον από τον Γρίβα και Κυβέρνησιν- καθώς είμαστε εμείς τώρα, δεν φοβώμαστε κανέναν! Αφού έγιναν αυτά εις Ρούμελην, από τ᾿ Άργος οπού ήταν όλοι συνασμένοι οι στρατιωτικοί και βρίσκονταν και πολλά στρατέματα, στείλαν μίαν ημέρα τον Τζόκρη και τον Στράτον να ᾿ρθούνε εδώ εις τ᾿ Ανάπλι να μιλήσουνε κάτι εις την Κυβέρνησιν. Ο Τζόκρης είχε το σπαθί εκεινού του Φρατζέζου οπού γύμνωσαν εις την Μεσσηνίαν. Τότε αλκόντησαν τον Τζόκρη να τον ρωτήσουνε δια το σπαθί, πού το ηύρε. Το μαθαίνει αυτό ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Τζαβέλας και η συντροφιά τους όλη, βάνουν εις το παιγνίδι και τον Νότη, Χατζή-Χρήστον, Κριτζώτη κι᾿ άλλους δικούς-μας και γίνονται ένα να πάνε εις την Πρόνοιαν κι᾿ αλλού και εις τ᾿ Αγροκήπιον και Κιόσκι πλησίον-εις τ᾿ Ανάπλι να πολεμήσουνε τους Φρατζέζους. Οι Φρατζέζοι, της συμμαχίας άνθρωποι κ᾿ εφοδιασμένοι με κανόνια, με καβαλλαρία και μ᾿ όλα του πολέμου, και οι Έλληνες χωρίς τα μέσα -να πάνε να τους σκοτώσουνε. Εις την ώρα εκείνη πήγα κ᾿ εγώ εις τ᾿ Άργος, οπού ήμουνε εις Κόρθο, μου λένε το κίνημά τους. Τους λέγω «Διατί θα πάτε να χαθήτε αδίκως; Τ᾿ είναι το αίτιον; -Πιάσαν τους αξιωματικούς Τζόκρη και Στράτο εις τ᾿ Ανάπλι. -Στείλετε να ιδήτε πώς τρέχει. -Λέγει ο Τζαβέλας, δεν έχομεν ανάγκη να στείλωμεν κι᾿ ό,τι θα κάμωμεν όλοι θα κάμης κ᾿ εσύ», μου λένε. Ανθρώπους δεν είχα μπορούν να με σκοτώσουν, είπα. Και φκειάναν ένα ένγραφον να το υπογράψουμε, ότ᾿ είμαστε όλοι σύνφωνοι. «Ας γένη, τους λέγω κ᾿ εγώ, υπογράφομαι». Εκεί-οπού φκειάναν το γράμμα, κρυφά έφυγα, πήγα εις το κονάκι μου και κλείστηκα μέσα, αν με γυρέψουν ν᾿ αντισταθώ. Έφκειασαν το γράμμα και ήταν όλοι σύνφωνοι να κινηθούν. Έστειλα κι᾿ ανταμώθηκα με τον Χατζή-Χρήστο και Κριτζώτη. Έβαλα και συνάχτηκαν κι᾿ όλοι οι αξιωματικοί και τους λέγω «Τ᾿ είναι αυτά τα λάθη οπού κάνετε, αδελφοί; Της Συμμαχίας τα στρατέματα θα βαρέσετε; Και θα ματαϋπάρξη πατρίδα ελεύτερη; Κι᾿ αυτείνοι έχουν τον καυγά ᾿διαίτερον, και να τον πάρουμεν απάνου μας εμείς και να τον φορτώσουμεν της πατρίδος; Λέγω των αξιωματικών, εμείς, αδελφοί, τρελλαθήκαμεν από τα πάθη μας -εσείς τι μας τηράτε; Πού θα ζήσετε; Σε ποια πατρίδα θα ᾿στε αξιωματικοί αύριον; Εγώ δεν είμαι με τη γνώμη σας, είμαι με τους Φρατζέζους». Τότε τους ρίχτηκαν οι αξιωματικοί απάνου τους και στείλαν εις τους Κολοκοτρωναίους ότι δεν είναι σύνφωνοι. Και τραβήχτηκαν όλοι οι εδικοί μας. Αυτείνοι οληνύχτα πιάσαν τ᾿ Αγροκήπιον και Κιόσκι. Εγώ πήγα ευτύς εις το κονάκι μου και πήρα τους ανθρώπους και ήρθα εις Ανάπλι. Τα είπα των Φρατζέζων. Αυτείνοι το ᾿ξεραν κ᾿ ετοιμάζονταν. Τους είπα ότι οι εδικοί μας δεν είναι σύνφωνοι. Τότε γύρισαν τ᾿ ασκέρια τους πίσου και οι Κολοκοτρωναίγοι, ότι τράβησαν χέρι οι εδικοί μας. Σε ολίγες ημέρες ανταίνει ο Κριτζώτης κι᾿ ο Τζόκρης εις τ᾿ Άργος και είχαν ένα σώμα μεγάλο -και οι Φρατζέζοι ολίγοι. Και τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων -και βάνουν τα κανόνια και ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα περίτου από τρακόσιοι. Τότε μου είπε η Διοίκηση και πήρα τον Ντεληγιώργη και Δανήλη Πανά και πήγαμεν κι᾿ ανταμώσαμεν τους γκενεραλαίους κι᾿ άλλους αξιωματικούς και τους μιλήσαμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκίμασαν όλα τα μέλη της Κυβερνήσεως και οι πληρεξούσιοι κι᾿ όλοι οι κάτοικοι του Αναπλιού δι᾿ αυτό το τρελλό κίνημα αυτεινών των ανόητων, οπού πάντοτες ταράττουν την ησυχίαν, και ήμαστε βοηθοί τους όλοι μας. Τότε ησύχασαν και ήρθαμεν όλοι μαζί εις το Ανάπλι -και αν κάμη χρεία να τους χτυπήσωμεν όλοι. Όμως εκείνοι οι γενναίοι ήρωες διαλύθηκαν κακώς-κακού. Τότε και ο ευγενής Ζωγράφος βαλμένος από τους πολιτικούς, τους συντρόφους του, κι᾿ από τα κακά του σπλάχνα έκαμεν μίαν προκήρυξη και λέγει «Από τον μικρότερον στρατιωτικόν ως τον μεγαλύτερον είναι όλοι λησταί». Σύσταινε την ευγενεία-του -και οι συντρόφοι του καλοί και παστρικοί τώρα οπού θα ᾿ρθη ο βασιλέας, κι᾿ όλοι εμείς θερία. Τέτοιοι αγαθοί άνθρωποι είναι. Τότε μπαίνοντας όλοι αυτείνοι εις τ᾿ Ανάπλι, είχαν και την προστασίαν των Γάλλων, αρμάτωσαν όλους τους μπακάληδες με σπαθιά και πιστιόλες και τους είχαν ουρά τους, οπού τους φύλαγαν. Και ξαρμάτωσαν όλους εμάς οι Φρατζέζοι κι᾿ αυτείνοι γκιζερούσαν μ᾿ εκατό, με πενήντα ο καθείς. Μίαν ημέρα εβήκα έξω, και είχε το παιδί παρμένο το σπαθί μου από κοντά. Το πήρε η βάρδια η Γαλλική το σπαθί το παιδί δεν το ᾿δινε. Το πήρα και το ᾿δωσα μόνος-μου. Τότε παίρνω τον Κωσταντίνο Κλωνάρη, οπού ᾿ξερε τα Γαλλικά, και πήγαμεν εις τον κομαντάντη της πιάτζας, και τους λέγω του Κλωνάρη
Όσα θα ειπώ εγώ είναι εις βάρος μου, και τα καλά και τα κακά- πες του κομαντάντη Ποίον βάρβαρον έθνος έκαμε όσα κάνει το Γαλλικόν έθνος ᾿σ εμάς τους Έλληνες; δεν σεβάστη τα αίματά μας εδώ-μέσα οπού πατούνε, οπού αχνίζουν ακόμα; Όλους μας έκαμαν άτιμους κι᾿ άναντρους και μας ξαρματώνουν με την δύναμή τους και μας κάνουν γυναίκες. Και τις γυναίκες άντρες και φρουρά της Κυβέρνησής μας. Τα σπαθιά των μπακάληδων φυλάνε την Κυβέρνησίν μας, το σπαθί του Νότη Μπότζαρη, του Φωτομάρα, του Κριτζώτη κι᾿ αλλουνών πολλών αγωνιστών τα ᾿χετε πεταμένα μέσα-εις τα υπόγεια των Βενετζάνων -σπαθιά μας και ντουφέκια μας και πιστιόλες μας. Σήμερα πάμεν να πεθάνωμεν μ᾿ εκείνους οπού μας κυβερνούνε, (μ᾿ αυτούς τους ευγενείς), και να χαθούμεν όλοι εμείς (οι λησταί του Ζωγράφου) κι᾿ όταν πάμεν να πεθάνωμεν μ᾿ εκείνους, κοπιάστε και η αφεντειά-σας να μας τελειώσετε μίαν ώρα αρχύτερα». Σηκώνεται και πάγει ο κομαντάντης εις τον Ρουάν τον Αντιπρέσβυ της Γαλλίας, του λέγει αυτά, στέλνουν τον Κλωνάρη και μου μίλησαν να ησυχάσω. ᾿Σ ένα-κάρτο βλέπω τους δυο γκενεραλαίους κι᾿ όλους τους αξιωματικούς -και το σπαθί μου το είχαν ᾿σ τη μέση, κ᾿ έρχονται εις το σπίτι μου και μου λένε το «παρντόν» και μου δίνουν το σπαθί. «Δεν το θέλω, τους λέγω αυτό το σπαθί είναι πολύ κατώτερον από του Νότη, από του Φωτομάρα, από του Κριτζώτη κι᾿ αλλουνών. Αν δώσετε και των άλλων Ελλήνων τα σπαθιά, πιστιόλες τους και ντουφέκια -και να τα φορούμεν ελεύτερα, να μη μας πειράζη η βάρδια, αλλά να μας φέρνη κι᾿ όπλο όταν διαβαίνωμεν, ότ᾿ είμαστε αξιωματικοί- κι᾿ αφού γένουν αυτά, να ξαρματώσετε και τους μπακάληδες, οπού σέρνουν ουρές κοντά τους οι πολιτικοί μας». Τότε όλα αυτά τα ᾿καμαν ευτύς, τους ξαρμάτωσαν όλους και μου είπαν όσοι έρχονταν νέγοι, τους έδινα ένα μπουλέτο και πήγαιναν εις τον κομαντάντη και φορούσαν τ᾿ άρματά τους. Τότε πήρα το σπαθί μου, τους τρατάρησα και με πήραν και πήγαμεν εις το τραπέζι τους και φάγαμεν. Χάριτες μεγάλες χρωστάγει η πατρίδα ᾿σ όλους τους ευεργέτες και καταξοχή ᾿σ αυτούς τους γενναίους κι᾿ αγαθούς άντρες. Ότι αυτείνοι, αφού οι συνεισφορές τους ήταν κι᾿ όντως μεγάλες και μας ανάστησαν εις τα δεινά μας, δεν θυσιάσαν ποτές δόλο κι᾿ απάτη, να κατατρέχουν πεθαμένους ανθρώπους οι ζωντανοί και οι αντρείγοι δεν θέλουν την γης και την θάλασσα να την ρουφήσουν αυτείνοι, να μην ζήσουν άλλοι δυστυχείς και κατασκλαβωμένοι και καταφρονεμένοι τόσους αιώνες. Αφού ο Θεός τους λυπήθη και θέλει να τους αναστήση, οι άνθρωποι τους καταπολεμούν να τους φάνε, να τους χάσουνε, να τους σβύσουνε να μην ξαναειπωθούν Έλληνες. Και τι σας έκαμεν αυτό τ᾿ όνομα των Ελλήνων εσάς των γενναίων αντρών της Ευρώπης, εσάς των προκομμένων, εσάς των πλούσιων; Όλοι οι προκομμένοι άντρες των παλαιών Ελλήνων, οι γοναίγοι όλης της ανθρωπότης, ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοστένης και οι επίλοιποι πατέρες γενικώς της ανθρωπότης κοπιάζαν και βασανίζονταν νύχτα και ημέρα μ᾿ αρετή, με ᾿λικρίνειαν, με καθαρόν ενθουσιασμόν να φωτίσουνε την ανθρωπότη και να την αναστήσουν να ᾿χη αρετή και φώτα, γενναιότητα και πατριωτισμόν. Όλοι αυτείνοι οι μεγάλοι άντρες του κόσμου κατοικούνε τόσους αιώνες εις τον Άδη ᾿σ έναν τόπον σκοτεινόν και κλαίνε και βασανίζονται δια τα πολλά δεινά οπού τραβάγει η δυστυχισμένη μερική πατρίδα τους. Χάνοντας αυτείνοι, εχάθη και η πατρίδα τους η Ελλάς, έσβυσε τ᾿ όνομά της. Αυτείνοι δεν τήραγαν να θησαυρίσουνε μάταια και προσωρινά, τήραγαν να φωτίσουν τον κόσμο με φώτα παντοτινά. Έντυναν τους ανθρώπους αρετή, τους γύμνωναν από την κακή διαγωή και τοιούτως θεωρούσαν γενικώς την ανθρωπότη και γένονταν δάσκαλοι της αλήθειας. Κάνουν και οι μαθηταί τους οι Ευρωπαίοι την ανταμοιβή εις τους απογόνους εμάς -γύμναση της κακίας και παραλυσίας. Τέτοι᾿ αρετή έχουν, τέτοια φώτα μας δίνουν. Μια χούφτα απογόνοι εκεινών των παλαιών Ελλήνων χωρίς ντουφέκια και πολεμοφόδια και τ᾿ άλλα τ᾿ αναγκαία του πολέμου ξεσκεπάσαμεν την μάσκαρα του Γκραν-Σινιόρε, του Σουλτάνου, οπού ᾿χε εις το πρόσωπόν του κ᾿ έσκιαζε εσέναν τον μεγάλον Ευρωπαίον. Και του πλέρωνες χαράτζι εσύ ο δυνατός, εσύ ο πλούσιος, εσύ ο φωτισμένος, και τον έλεγες Γκραν-Σινιόρε, φοβώσουνε να τον ειπής Σουλτάνο. Όταν ο φτωχός ο Έλληνας τον καταπολέμησε ξυπόλυτος και γυμνός και του σκότωσε περίτου από τετρακόσες-χιλιάδες ανθρώπους, τότε πολέμαγε και μ᾿ εσένα τον χριστιανόν- με τις αντενέργειές σου και τον δόλο σου και την απάτη σου κ᾿ εφόδιασμα τις πρώτες χρονιές των κάστρων. Αν δεν τα ᾿φόδιαζες εσύ ο Ευρωπαίγος, ήξερες που θα πηγαίναμεν μ᾿ εκείνη την ορμή. Ύστερα μας γιομώσετε και φατρίες -ο Ντώκινς μας θέλει Άγγλους, ο Ρουγάν Γάλλους, ο Κατακάζης Ρούσσους και δεν αφήσετε κανέναν Έλληνα -πήρε ο καθείς σας το μερίδιόν του και μας καταντήσετε μπαλαρίνες σας και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας, ότι δεν την αιστανόμαστε. Το παιδί όταν γεννιέται, δεν γεννιέται με γνώση οι προκομμένοι άνθρωποι το αναστήνουν και το προκόβουν. Τέτοια ηθική είχετε εσείς και προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ᾿ εμάς τους δυστυχείς. Όμως του-κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχει ᾿σ εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκεινού η δικαιοσύνη μας έσωσε και θέλει μας σώση ότι όσα είπε αυτός είναι όλα αληθινά και δίκαια -και τα δικά-σας ψέματα δολερά. Κι᾿ όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούση, ούτε να σας ιδή, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας, όχι των φιλανθρώπων υπηκόγωνέ σας, εσάς των ανθρωποφάγων οπ᾿ ούλο ζωντανούς τρώτε τους ανθρώπους και ᾿περασπίζεστε τους άτιμους και παραλυμένους και καταντήσετε την κοινωνία παραλυσία. Ο περίφημος Ναπολέων, ο βασιλέας της Γαλλίας, οπού τίμησε την αντρεία και την σοφία του πολέμου κι᾿ από μικρός άνθρωπος έγινε αυτοκράτορας, βασιλέας απολέμηστος -ο Χάρος τον σκότωσε με-χωρίς ντουφέκι και σπαθί, και κατέβηκε εις τον Άδη με φόρεμα εννιά πήχες πανί. Όλος ο κόσμος δεν τον χώραγε, όλα τα πλούτη του κόσμου δεν του φτάναν, εννιά πήχες πανί του έφτασε και του περίσσεψε. Εις τον Άδη κατέβηκε με το ίδιον φόρεμα κι᾿ ο βασιλέας της Ρουσσίας ο Αλέξανδρος και χαιρετιώνται οι δυο βασιλείς «Τι έλεγες, βασιλέα Αλέξαντρε, δεν θα πέθαινες και να ᾿ρθης εδώ σε τούτην την ζωήν ντυμένος μ᾿ αυτό το φόρεμα; Πού ᾿ναι τα παράσημά σου; Πού ᾿ναι η μεγάλη σου στολή; Πού οι καναπέδες οι χρυσοί; Πού οι κόλακες να μας λένε μυθολογίες και να τους πιστεύωμεν και να χάνωμεν την δικαιοσύνην εις την ανθρωπότη και να τρώμεν τους τίμιους ανθρώπους ζωντανούς και τους άτιμους να τους πιστεύωμεν και να τους δοξάζωμεν; Και να μας τυφλώνουν αυτείνοι οι απατεώνες, να χάνωμεν την δικαιοσύνη και να μας αναθεματούν όλοι οι αθώοι ότι τους φάγαμεν ζωντανούς και ότι τους αφίναμεν νηστικούς, ξυπόλυτους και γυμνούς; Κ᾿ εδώ οι δίκαιοι βασιλείς, οι αληθινοί φιλόσοφοι είναι ντυμένοι λαμπρά και οι άδικοι γυμνοί από τον Θεόν, τον δίκαιον βασιλέα του παντός, οργισμένοι κι᾿ από τους ανθρώπους κι᾿ αναθεματισμένοι. Ότι όποιον αδικάς τιμή, ζωή και λευτεριά και δεν τον αφίνεις ᾿σ την προσωρινή ζωή να ζήση ως άνθρωπος, αυτός σ᾿ αναθεματάγει, δεν σε συχωράγει. -Όσο τα θυμήθης εσύ, Ναπολέων, αυτά οπού μου τα λες και με συνβουλεύεις τώρα, άλλη τόση προσοχή είχα κ᾿ εγώ κι᾿ όλοι οι όμοιοί μας. Όσο πιστεύουν τους κόλακες κι᾿ απατεώνες, τους γλυκόγλωσσους, οι βασιλείς κ᾿ οι άλλοι σημαντικοί, του διαβόλου το φόρεμα θα φορέσουν κ᾿ εκείνοι. Πάμε, Ναπολέων, να ιδούμεν τους παλιούς τους Έλληνες εις το μέρος οπού κατοικούνε, να ᾿βρούμε τον γέρο Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμεν τις χαροποιές είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους, οπού ήταν χαμένοι και σβυσμένοι από τον κατάλογον της ανθρωπότης. Αυτείνοι οι αγαθοί και οι δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίγοι ᾿περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ᾿ αρετή κι᾿ όχι δόλον κι᾿ απάτη επλούτηναν την ανθρωπότη από αυτά κι᾿ αν ήταν αυτείνοι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ᾿στορικά του κόσμου. Δι᾿ αυτούς ήταν τα έργα τους αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκιος κι᾿ ανάστησε και τους απογόνους τους, οπού ήταν χαμένη τόσους αιώνες η πατρίδα τους, Και δια-να θυμώνται πίστη, ο Θεός ο αληθινός τους ανάστησε ξυπόλυτους γυμνούς, νηστικούς, δεμένα τα ντουφέκια τους με σκοινιά, τα καλά τους τα σύναζε ο Τούρκος κάθε καιρόν οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τ᾿ αναγκαία οι Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι᾿ αγύμναστοι νίκησαν τον δικόνε-μας τον σύντροφον, τον Γκραν-Σινιόρε. Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις τις πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια-να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσσοι Ρούσσους κι᾿ ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς -κι᾿ όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χερότερα κι᾿ από τους Τούρκους. Και οι τέσσεροι καλά φρονούν, όμως να ιδούμεν τι λέγει κι᾿ αυτός ο μάστορης ο Γερόθεος Δια-να βγούνε εις την κοινωνία του κόσμου δεν εβήκαν μόνοι-τους, τους προστατεύει αυτός ο δίκιος και παντοτινός βασιλέας. Αυτός, ο δίκιος Θεός -όποιος τους κιντυνέψη, θα τον φάγη το δικέφαλον αυτός είναι ο ᾿περασπιστής των αθώων και των αδύνατων».
Εσύ, Κύριε, θ᾿ αναστήσης τους πεθαμένους Έλληνες, τους απογόνους αυτεινών των περίφημων ανθρώπων, οπού στόλισαν την ανθρωπότη μ᾿ αρετή. Και με την δύναμή σου και την δικαιοσύνη σου θέλεις να ξαναζωντανέψης τους πεθαμένους και η απόφασή σου η δίκια είναι να ματαειπωθή Ελλάς, να λαμπρυθή αυτείνη και η θρησκεία του Χριστού και να υπάρξουν οι τίμιοι και οι αγαθοί άνθρωποι, εκείνοι οπού ᾿περασπίζονται το δίκιον και οι ανθρωποφάγοι- ο Άδης θα τους ρουφήση και οι άνθρωποι οι τίμιοι θα τους αναθεματούν κατά τα έργα τους και οι προδότες της πατρίδος και οι αγορασμένοι -κακόν μπελά να τους δώσης και συντρόφους του Κάγη να τους κάμης. Με την βοήθεια του Θεού, αυτό κ᾿ έγινε. Οι ξυπόλυτοι και οι γυμνοί τα σπαθιά των Τούρκων τα ντιμισκιά τα πήραν αυτείνοι οι ολίγοι με τις μαχαιρούλες, τα φλωροκαπνισμένα τους ντουφέκια τα πήραν μ᾿ εκείνα οπού ᾿ταν δεμένα με σκοινιά, τους πήραν και τους ζαϊρέδες κι᾿ όλα τ᾿ αναγκαία του πολέμου. Οι ανθρωποφάγοι φτόνησαν αυτό και μας έσπειραν την αρετή τους, διχόνοια, φατρία, κατασκοπεία, τις ακαθαρσίες τις δικές-τους, κ᾿ έφκειασαν την πατρίδα μας παλιόψαθα με τα φώτα του Φαναργιού, με την αρετή της Κεφαλλωνιάς, με τον μαθητή του Αλήπασσα, με τον μέγα φιλόσοφον των Κορφών. Τώρα, αφού μας γύμνωσαν από την αρετή και πατριωτισμόν και ταλαιπωρούνε όλους τους αγωνιστάς και χήρες των σκοτωμένων κι᾿ αρφανά τους κι᾿ όσους θυσιάσαν το δικόν-τους δια την λευτεριά της πατρίδας, μας λένε ανάξιους της λευτεριάς, κι᾿ ο ψευτογιατρός των Καλαβρύτων ο Ζωγράφος λέγει εις την προκήρυξή του ότι οι αγωνισταί είναι λησταί. Αυτός είναι σωτήρας! Τοιούτως συσταίνουν τους αγωνιστάς. Γενναίγοι προπατέρες, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κ᾿ επίλοιποι γενναίγοι άντρες, μην περηφανεύεστε οπού κάμετε τόσα μεγάλα και γενναία κατορθώματα και σας εγκωμιάζουν όλος ο κόσμος -δεν τα κάμετε εσείς μόνοι-σας οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι μ᾿ αρετή, με φώτα πατριωτικά. Εκείνοι είχαν αρετή και φώτα, εσείς γενναιότητα και καθαρόν πατριωτισμόν. Και δι᾿ αυτό δοξαστήκετε. Να είχετε πολιτικόν τον Μαυροκορδάτο, να είχετε τον Κωλέτη, να είχετε τον Ζαϊμη, τον Μεταξά κι᾿ άλλους τοιούτους, να θέλουν άλλος την Αγγλία, άλλος την Γαλλία, άλλος την Ρουσσία, άλλος την Αούστρια κι᾿ άλλος την Μπαυαρία και να κάνουν χιλιάδες αντενέργειες και συχνούς εφύλιους πολέμους, κι᾿ όσους θέλαν να βαστήξουν την πατρίδα, όταν οι Τούρκοι την κιντύνευαν, ζητούσαν να τους σκοτώσουν με τις αντενέργειές τους και τους σκότωσαν και χάθη όλο τ᾿ άνθος των Ελλήνων εις τους εφύλιους πολέμους. Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι᾿ αναστένεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβυσμένη. Σήμερα αναστένονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμεν με την δύναμη του Θεού. Δόξα να ᾿χη το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε, πολυέλεγε, πολυέσπλαχνε!
Τα 1833 Γεναρίου 18 άραξε εις τ᾿ Ανάπλι. Τις 20 του μηνός ήρθε εις το σπίτι μου ο γκενεράλ Αγιντέκ κ᾿ έμεινε ως παλιός φίλος μου και μου είπε τις αρετές οπού ᾿χει ο Βασιλέας και θα σωθούνε τα δεινά μας, ότι θ᾿ ανθίσουνε οι αγώνες κάθε πατριώτη κι᾿ αγωνιστή. Εις τις 25 εβήκε ο Βασιλέας με μεγάλη παράταξη. Τον δεχτήκαμεν πήγε εις την εκκλησία κι᾿ από-᾿κεί εις το Σαράγι. Στάθηκε εις τον θρόνον γυροβολιά εις το δεξιόν του ο Αρμασμπέρης και εις το αριστερόν οι άλλοι, τα μέλη της Αντιβασιλείας κι᾿ όλοι οι σημαντικοί Έλληνες. Λέγει ο Βασιλέας σε όλους Έλληνες! Σε τούτη την τρυφερή μου ηλικίαν έφυγα από της μητρός μου και πατρός μου τις αγκάλες και ήρθα ν᾿ αγωνιστώ μ᾿ εσάς τους γενναίους Έλληνες. Δεν επιθυμώ άλλο τίποτας από σας ομόνοιαν αναμεταξύ σας και υποταγή -και θέλω σας ευτυχήση». Δεν το ᾿καμεν κανένας την απάντησιν. Τότε του λέγω εγώ «Θεία χάρη θέλησε να μας δυναμώση και να μας σώση από την τυραγνίαν του Σουλτάνου και σήμερα αξιωθήκαμεν ν᾿ απολάψωμεν τον Βασιλέα μας. Εμείς έχομεν χρέος να σε ακούμεν και να σε φυλάμεν με την ζωή μας, και η Μεγαλειότη σου βάλε την δικαιοσύνη σου εις τα δεινά μας. Ζήτω ο Βασιλέας και οι ευεργέτες μας Δύναμες! Και φύγαμεν. Τότε τα μέλη της Αντιβασιλείας κι᾿ ο Βασιλέας ρώτησαν τον Αγιντέκ ποιος ήταν εκείνος οπού απάντησε εις τον λόγον του. Και είπε τ᾿ όνομά μου και μίλησε ως φίλος μου εις την Μεγαλειότη του κι᾿ Αντιβασιλείαν. Έρχεται εις το σπίτι μου ο γκενεράλ Αγιντέκ και μου λέγει όλα αυτά και μου λέγει «Είμαι αποστελμένος από τον Βασιλέα -τι χάρη ζητάς να σου δοθή;» Μπαυαρέζικη χοντροκομμένη δολερή πολιτική! Μία αυτείνη.» Όταν πρωτοήρθε εις το σπίτι μου ο φίλος μου γκενεράλ Αγιντέκ με ρώτησε να μάθη τι κάνω. «Τώρα, του λέγω, ο αγώνας τελείωσε και δουλειά δεν έχω. Παιδιά μαστορεύω και φκειάνω έχω καμπόσα και το σακκί είναι γιομάτο και γλήγορα θ᾿ αδειάση. Μου λέγει, να μου δώσης το παιδί να το βαφτίσω εγώ. -Του λέγω, σαν γεννηθή είναι δικό-σου.». Πρώτα γενήκαμεν μ᾿ αυτόν κουμπάροι και δεύτερα με ρωτάγει τι χάρη ζητώ από τον Βασιλέα. Του λέγω «Καμμίαν χάρη ατομική δεν θέλω ότι δια τις θυσίες των αγωνιστών- ο Θεός τους βράβεψε και γενικώς οι αγώνες των Ελλήνων άνθισαν κι᾿ όλον τον καρπό του αγώνα μας θα τον χαρούμεν μαζί. Ότι μαζί αγωνιστήκαμεν και τα βραβεία μαζί πρέπει να τ᾿ απολάψωμεν». Με βιάζει να ειπώ τι καλό ζητώ εγώ. Του είπα τι ζητώ κ᾿ εγώ «Ζητώ να έχετε ομόνοιαν αναμεταξύ σας εσείς οι μεγάλοι και σοφοί άντρες της Μπαυαρίας, οπού αξιωθήκαμεν να μας κυβερνήσετε όσο-να ηλικιωθή ο Βασιλέας μας να μας κυβερνήση εσείς να ᾿χετε αρετή κι᾿ από αυτείνη να δώσετε και του Βασιλέως κι᾿ όταν θα κολλήση εις τον θρόνον να ᾿βρη τον ίσιον δρόμον. Και μίαν άλλη χάρη θέλω δι᾿ αγωνιστάς οπού θα θελήσετε ν᾿ ανταμείψετε να σας φκειάσω κ᾿ εγώ έναν κατάλογον, και δια όσους θα σημειώσω δίνω εγγύγηση με την ζωή μου εις την ᾿λικρίνειάν τους -να βάλετε τίμιους ανθρώπους να σας βοηθήσουν ᾿λικρινώς, ν᾿ αλαφρωθούνε τα δεινά μας». Με μεγάλη ευκαρίστηση» δέχτη αυτό η Γενναιότη του κ᾿ έφυγε. Τον έφκειασα τον κατάλογον και τον έδωσα, παρουσιάζοντας και εις τους άλλους τους συντρόφους του. Έκαμαν ένα μπάλλο οι πολίτες τ᾿ Αναπλιού συνεισφέραμεν όλοι και προσκαλέσαμεν τον Βασιλέα κι᾿ Αντιβασιλεία, Αντιπρέσβες και Ναυάρχους κι᾿ άλλους σημαντικούς ξένους. Οι πολίτες είχαν με τι τάξη να γένωνται όλα εις το μπάλλο και να γένη κ᾿ ένας χορός Ελληνικός και να τον πρωτοσύρω εγώ. Μπήκα και τον πρωτόσυρα. Τότε μ᾿ έπιασαν πολλοί από το χέρι και με συχαργιάστηκαν. Με πιάνει κι᾿ ο γκενεράλ Αγιντέκ και μου λέγει ότ᾿ είμαι το πρώτο τάμα. Την αυγή με πήρε εις το κονάκι του και μου λέγει Το παιδί σου θα το βαφτίση ο ίδιος ο Βασιλέας -μου το ζήτησε κι᾿ ο μόνος είμαι εις την βασιλική εύνοιαν και της Υψηλής Αντιβασιλείας. Με διόρισαν πρώτον ταματάρχη -θα γένουν δέκα τάματα κι᾿ ο πρώτος να είμαι εγώ, να ᾿χω υποταματάρχηδες τον Γιαννάκη Κότζικα, γαμπρό του Τρικούπη, και τον Θανασούλα, ανιψιό του Βαλτηνού, και λοχαγούς τον Κλήμακα, τον Σκουρτανιώτη, τον Μπερμπίλη, τον Τρακοκομνά. Ο Θανασούλας λοχαγός- τον κάνουν υποταματάρχη, οι τέσσεροι ταματάρχηδες -τους κάμαν λοχαγούς. Εγώ χιλίαρχος -με κάνουν ταματάρχη. Μου είπαν θα μου δώσουν προς τιμή μου και την σημαία του Καραϊσκάκη και τρουμπέτες και-τα-εξής. Ο Δήμο Λιούλιας υποταματάρχης -ταματάρχης χωρίς θυσίες κι᾿ αγώνες. Τον Βελέντζα -ήταν ταματάρχης, τον κάνουν υποταματάρχη εις την οδηγία του Λιούλια, ότ᾿ είναι συγγενής του Μπότζαρη. Τον Νάση Νίκα, συγγενή του Μπότζαρη, ταματάρχη. Ο Ντεληγιώργης, φρούραρχος του Μισολογγιού εις τον πόλεμον, υποταματάρχης από-κάτου τον Κουτζονίκα. Κι᾿ άλλα τέτοια στραβά πλήθος. Δια-να γνωρίσω τι τρέχει και με τι δικαιοσύνη θ᾿ αρμενίσωμεν έκανα τον κουτό κ᾿ έδειχνα κι᾿ αφοσίωσιν πολλή. Του λέγω του Αϊντέκ «Τούτους τους άλλους τους τρανούς τι θα τους κάμετε; -Θα τους δώσουμεν ένα κόκκαλο ξερό και να τραβούνε όσο-να τελειώσουνε αυτείνοι και τα δόντια τους» (Πολλά καλά θα τους κάμετε δικαιοσύνη, έλεγα μόνος-μου, κ᾿ εσείς καντάρια έχετε και κρίμα ᾿σ την πατρίδα κ᾿ εμάς μαζί). Τότε του λέγω «Εγώ κι᾿ απλό στρατιώτη να με βάλετε στρέγω δια την αγάπη της πατρίδας μου. Όμως εδώ δουλεύει αδικία και δεν είναι δικές-σας γνώσες αυτές, είναι αλλουνών και δεν θα πάμεν καλά». Εγώ το είπα απαθής. Ο φίλος μου ο Αϊντέκ επειράχτη και μο᾿ ᾿κρινε με πολύ φαρμάκι «Ό,τι σας λένε αυτό θα κάμετε και γνώμες δεν μπορείτε να δώσετε, ότι η Μπαυαρία έχει τριάντα-χιλιάδες μπαγεννέτα και φέρνει εδώ και σας υποτάζει. Τότε βρέθηκα εις θέση δεινή να μην μιλήσω δεν μπορούσα, ότι αδικιώνταν οι αγωνισταί και βραβεύονταν οι κόλακες. Του λέγω «Δυστυχία μας των καϊμένων! Κακά και ψυχρά θα πάμεν. Εγώ σου μίλησα αλλοιώς κι᾿ εσύ μου απαντείς διαφορετικά με μπαγεννέτα». Σας λέγω ως φίλος να πασκίσετε και τον Βασιλέα κ᾿ εσάς ν᾿ αγαπούμεν κι᾿ όχι να σας φοβώμαστε. Ότι τον κιοτή χίλιες φορές να τον έβρης κιοτή και να τον χτυπάς, πάγει καλά μια να σε χτυπήση, δεν σε φοβάται πλέον. Κι᾿ αυτείνη η πατρίδα δεν λευτερώθη με παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αίματα και θυσίες κι᾿ από αυτά έγινε βασίλειον- κι᾿ όχι να βραβεύωνται ολοένα οι κόλακες, κ᾿ οι αγωνισταί ν᾿ αδικιώνται. Ότι όταν σκοτώνονταν οι αγωνισταί, αυτείνοι κοιμώνταν. Κι᾿ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Να ᾿ρθη ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυο μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να ᾿χω, στραβός θα να είμαι. Ότι σ᾿ αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν να πάγω αλλού. -Μου λέγει, τον Βασιλέα δεν τον αγαπάς; -Όχι, του λέγω δεν ξέρω ψέματα. Όταν χαθή η πατρίδα μου, ούτε αυτός μ᾿ έχει υπήκογόν του, ούτε εγώ βασιλέα. Και δι᾿ αυτό χρειάζεται δικαιοσύνη από σας, κι᾿ όχι φοβέριες με μπαγεννέτες. Την άλλη ημέρα έστειλε ο Αϊντέκ τον διερμηνέα του να μου μιλήση να πάγω να τον ανταμώσω εις το σπίτι του. Ο διερμηνέας ήταν ένας Σέρβος αγωνιστής, Έλληνας. Έρχεται μου κάνει μίαν μετάνοια, άλλη και σκύβει να μου φιλήση το ποδάρι. Εγώ, ως διερμηνέας ενού Αντιβασιλέως, εσηκώθηκα του λέγω «Τ᾿ είναι το «αφέντη» και η κατηγόρια οπού μου κάνεις;- Μου λέγει, δεν σου κάνω τίποτας κατηγόρια τιμή θέλω να σου κάνω. Εσύ ξέρεις, όσοι μιλούνε με τον γκενεράλ Αγιντέκ -είναι άνθρωπος οπού δεν γνωρίζει την γλώσσα μας και παραστέκομαι εγώ. Αδελφέ, τα όσα άκουσα από πολιτικούς και στρατιωτικούς και θρησκευτικούς οπού μιλούν- είναι όλοι θερία δεν λένε τα συνφέροντα της πατρίδος, αλλά καθένας έχει την ᾿διοτέλειάν του και κατηγορεί ένας τον άλλον. Και τα λόγια οπού άκουσα από ᾿σένα είναι να σου φιλήσω το ποδάρι. Και μου λέγει, η πατρίς δεν θα πάγη ομπρός, ότ᾿ οι μπερμπάντες είναι πολλοί. Άκουσα εγώ τα λόγια τους ολουνών και θ᾿ αναχωρήσω από την Ελλάδα. Κι᾿ αυτό προσμέναμεν οι αγωνισταί;» Τον περικάλεσα να μείνη και να μιλή κι᾿ αυτός του Αγιντέκ. Σε τρεις-τέσσερες μήνες, ακούγοντας τέτοιους πατριωτισμούς, πάγει κρυφίως εις την δουλειά του, έφυγε από-᾿δώ. Σηκωθήκαμεν πήγαμεν εις τον Αγιντέκ, οπού τον έστειλε να πάγω. Πηγαίνοντας εκεί, μου λέγει «Σε ορκίζω εις τ᾿ όνομα της πατρίδος σου και του Βασιλέως, τον κατάλογον οπού θα σου δείξω να μου ειπής την αλήθεια, σε ποια είναι δίκιος και σε ποια είναι άδικος, δια-να τους βαθμολογήσωμεν, να μην γένουν παράπονα. Ότι της Αντιβασιλείας της είπα τα όσα μου είπες και σε παίνεψαν εις τον πατριωτισμόν σου ότι κι᾿ όντως είσαι εκείνος οπού σε γνώριζα. -Του λέγω, όταν σας απατήσω να δώσω λόγον εις τον Θεόν». Εκείνοι διάβαζαν κ᾿ εγώ τους έλεγα. Του είπα πρώτα «Εγώ δεν θέλω βαθμό δούλεψα την πατρίδα μου όσο-που κόλλησα εις τον βαθμόν του στρατηγού με κίντυνους και με πληγές και με θυσίες. Τον πέταξα και μπήκα εις το ταχτικόν απλός στρατιώτης δια-να πάγη ομπρός. Αυτό σου είναι γνωστό από τον Φαβγέ κι᾿ άλλους και είναι και η αναφορά μου εις τα πραχτικά της Κυβέρνησης και οι ᾿φημερίδες το λένε. -Μου λέγει, το ξέρω. -Και εις την ημέρα του Βασιλέως μου πάλε κάνω το ίδιον. -Λέγει, ο Βασιλέας δεν θέλει να τον δουλέψουν οι αξιωματικοί ως απλοί στρατιώτες. Ο βαθμός οπού θα δώση εις τους Έλληνες ο πρώτος είναι του ταματάρχη και δεν είναι άλλος βαθμός ανώτερος. -Μ᾿ όρκισες εις το όνομα της πατρίδας μου και Βασιλέως μου να σου ειπώ τι γνωρίζω και θα σου το ειπώ ελεύτερα και με σέβας και εις την αλήθεια μου και τον θάνατον τον δέχομαι, ότι, σου είναι γνωστόν, πολλές βολές πλησίασα εις αυτόν και δεν με πήρε και τον καταφρονώ εις-το-εξής και πεθαίνω εις την αλήθεια μου. Αυτούς τους βαθμούς οπού μου λες, γκενεράλη μου, είναι αδικία εις τους αγωνιστάς, ότι ετούτος ο τόπος, οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας να βασιλέψη και του λόγου-σας Αντιβασιλείς, ήταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια από τους Τούρκους και είχε γένη ρουμάνι, βάλτος, αγκαθιά, κι᾿ αυτείνοι οι αγωνισταί τον δούλεψαν με το ψωμί τους, με το τζαρούχι τους, με το ντουφέκι τους, με το φουσέκι τους γιόμωσαν, επότισαν την γης αίμα, την Τουρκιά και σκλάβους τούρκεμα τους Χριστιανούς. Και οι σκοτωμένοι άφησαν χήρες γυναίκες και αρφανά κ᾿ εκείνοι οπού ᾿ταν νοικοκυραίγοι έγιναν διακονιαραίγοι, ότι θυσιάσαν το δικόν-τους εις τα δεινά της πατρίδος, όταν κιντύνευε. Από αυτούς υπάρχει η πατρίδα, από τους αγωνιστάς. Τους άλλους, τους διαφταρμένους, τους γνωρίζεις η Εξοχότη σου πολύ καλά. Δια-να ρουφήξουν την πατρίδα κ᾿ εθνικά όλο συχνούς εφύλιους πολέμους έκαναν και φατρίες και είναι άλλος Άγγλος, άλλος Γάλλος κι᾿ άλλος Ρούσσος. Κι᾿ αυτό δεν σβένει από αυτούς. Δια-να το σβέσετε, δια-να στερεωθή η πατρίδα κι᾿ ο Βασιλέας, χρειάζεται δικαιοσύνη να ᾿χετε και ᾿λικρίνεια και μ᾿ αυτό κάνετε συντρόφους της πατρίδος όλους τους αγωνιστάς. Κατά τους αγώνες του κάθε-ενού να του δώσετε τον βαθμόν οπού απόχτησε με το αίμα του. Κι᾿ αν έκαμεν κανένας κατάχρησιν, να φκειάσετε μια ᾿πιτροπή, να κάμη μιαν προκήρυξη και να λέγη κάθε επαρχία να κάμη μιαν τοπική συνέλεψη και να διορίση τους πλέον καλύτερους του τόπου, οπού να ξέρη ποιος αγωνίστη, ποιος σκοτώθη, ποιος σκλαβώθη και τι φαμελιά έχει ο καθείς ποιος έκανε το εμπόριόν του και δεν έλαβε μέρος εις τον πόλεμον ποιον καπετάνο είχε η κάθε επαρχία και τι μιστούς έχει πλερώση και τι του πλέρωσε η διοίκηση. Κι᾿ από ένας από αυτούς της κάθε επαρχίας με τους τοπικούς καταλόγους -και να ξέρη και τις εθνικές γες- να συναχτούν απ᾿ ούλες τις επαρχίες και να τους βάλετε σε έναν όρκον, να τους ειπήτε όποιος κρύψη αυτά και τα υποστατικά τα εθνικά θα παιδεύεται κακά. Κι᾿ αυτούς όλους να τους κάμετε μίαν επιτροπή και να πάρουν και τα πρωτόκολλα του Κράτους και να βάλουν κ᾿ έναν πρόεδρον με συνείδηση και να καθίσουνε να τηράξουνε ποιος δούλεψε, ποιος τήραγε το εμπόριόν του και τώρα ζητεί δικαιώματα. Κι᾿ αφού η ᾿πιτροπή ιδή όλα αυτά, τότε να δικαιώση τους αγωνιστάς, θαλασσινούς και στεργιανούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Να δώσετε εις τους απλούς πενήντα στρέμματα γης, οπού ᾿ναι μιλλιούνια και κάθεται χέρσα, κι᾿ από πεντακόσια ως χίλια γρόσια, οπού ᾿ναι το τάλλαρον είκοσι-ένα και μισό γρόσι. Και κατ᾿ αναλογίαν να πάτε από τον απλόν στρατιώτη ως τον βαθμό του χιλιάρχου, αυτόν τον βαθμόν οπού γνώρισε κι᾿ ο Καποδίστριας. Δια τις κατάχρησες των εθνικών πραμάτων, οπού έγιναν καμπόσοι κόντηδες, οπού ήταν καντιποτένιοι, να τα πάρετε οπίσου αφού τους δώσετε βαθμόν και γης και χρήματα, τότε να τους ζητήσετε αυτά. Κι᾿ ό,τι ζητεί από το Έθνος ο κάθε οπλαρχηγός, από μιλλιούνι και κάτου, αφού του πλερώνετε το δίκιον του και τους στρατιώτες και χήρες των σκοτωμένων κι᾿ αρφανά, άλλο τίποτας δεν του χρωστάγει η πατρίς. Και μ᾿ αυτό πλερώνετε όλους τους αγωνιστάς και χήρες κι᾿ αρφανά κι᾿ όσους θυσιάσαν από αυτές τις ᾿πηρεσίες και βάλτε το πολύ δυο τρία ή και τέσσερα-μιλλιούνια γρόσια να πλερωθούν όλοι και να λευτερώσετε από τις μεγάλες απαίτησες του κάθε-ενού την πατρίδα. Κι᾿ αφού κάμετε αυτά, τότε θέλετε στρατέματα; Πέστε του κάθε-ενού «Ό,τ᾿ είχετε να λάβετε δια τους αγώνες σας και θυσίες το λάβετε από την πατρίδα σας ως αγωνισταί. Τώρα θα μπήτε εις την ᾿πηρεσία ως κοπέλια της πατρίδας τούτα τα χρέη θα κάνετε, τούτον τον μιστόν θα παίρνη ο καθείς. Αν δουλεύη τιμίως, θα δοξάζεται ατίμως, τότε οι νόμοι θα τον κρίνουν. Και μ᾿ αυτόν τον τρόπον θα γένουν οι Έλληνες νοικοκυραίοι και θα πλουτήνη και το ταμείον. Και η πατρίδα θα φύγη από τα δικαιώματά μας, οπού ζητεί ο καθένας. Κ᾿ εγώ έχω να λάβω δια παλιούς μιστούς πολλές χιλιάδες γρόσια -αύριον φκειάνω την αναφορά μου και τα προσφέρνω εγώ πρώτος και δίνω το παράδειμα».
Ακούγοντας αυτά όλα ο Αγιντέκ μου είπε «Είναι λαμπρά η συνβουλή σου κι᾿ ο πατριωτισμός σου. -Αν τον βάλετε ομπρός, του είπα, τότε είναι λαμπρός, ειδέ είναι πονοκεφαλισμός και λόγια ξερά. Κι᾿ αν γένουν αυτά και δεν ακούσετε τους απατεώνες, τότε θα λέγεστε σωτήρες της πατρίδος και Βασιλέως και θα δοξάζεται τ᾿ όνομά σας όσο στέκει η Ελλάς. -Φεύγω, μου είπε, δεν σου λέγω τίποτας, και πάγω ν᾿ ανταμώσω και τ᾿ άλλα τα μέλη της ᾿πιτροπής της Αντιβασιλείας». Πήγε και τους το είπε κ᾿ ευκαριστήθηκαν. Μου είπαν να φκειάσω ενγράφως την ιδέα μου. Την έφκειασα έφκειασα και μιαν ξεχωριστή αναφορά κ᾿ έλεγα «Έξοχοι Αντιβασιλείς! Οι κυβέρνησες της πατρίδος μου μ᾿ έστειλαν σε διάφορες εκστρατείες, εις τα δεινά της πατρίδος μου. Αυτές είναι οι διαταγές της, αυτά είναι τα ευκαριστήρια, τι έκαμα με τους ανθρώπους οπού ᾿χα εις την οδηγίαν μου, αυτοί είναι οι κατάλογοι των ανθρώπων, αυτές είναι οι εθνικές ομολογίες (όλα ενκλεισμένα εις την αναφορά μου). Αυτοί είναι οι αγώνες εκεινών οπού ᾿χα μαζί μου και πολεμούσαν εις την κάψη του ήλιου και εις το πάγος του χειμώνος. Σκοτώθηκαν οι περισσότεροι άφησαν χήρες γυναίκες κι᾿ αρφανά παιδιά. Διαβάστε τα ένγραφα, και να τους δικιώσετε. Κι᾿ όσοι σκοτώθηκαν και δεν - Έστειλα την αναφορά μου του Μιαούλη του ᾿πασπιστού της Μεγαλειότης του. Ευκαριστήθη πολύ, αφού είδε την αναφορά μου μ᾿ όλα τα ένγραφα. «Τα είδε και η Αντιβασιλεία. Πήραν την ευκαρίστησιν από ᾿μένα κ᾿ επαινούν τον πατριωτισμόν μου και είμαι όλως-διόλου ο πιστός της πατρίδος και Βασιλέως. Και μ᾿ ονόμασαν τάσι φαρφουρένιον αμόλυντο, ότι τους άλλους πολλούς οπλαρχηγούς καθεμερινώς έρχονταν οι κάτοικοι και παρουσιάζονταν εις τον Βασιλέα κι᾿ Αντιβασιλεία και δίναν αναφορές αναντίον τους, οπού τους είχαν γυμνώση. Δια ᾿μέναν και δια όσους οδηγούσα αρχή ως τέλος μας γλύτωσε ο Θεός και κανένα πρωτόκολλο ούτε του Κράτους γενικώς, ούτε της Κυβέρνησης δεν είναι μολεμένα. Παρουσιάστηκα εις την Μεγαλειότη του και πήρε την ευκαρίστησιν δια την καλή μου διαγωή κ᾿ ευκαριστήθη δια την αναφορά μου, οπού του ανάφερα τις παλιές μου δούλεψες, και δια τα ωραία αγάλματα. Του είπα «Ως δια τις δούλεψες η Μεγαλειότη σου είσαι γενικός πατέρας και οι υπήκοοί σου είναι τα παιδιά σου και να τα δικιώσης. Τ᾿ αγάλματα είναι γερά πράματα, τα προσφέρνω δώρον εις τον γενικόν πατέρα να χρησιμέψουν δια την πατρίδα μας. Όλοι οι Έλληνες έκαμαν τα χρέη τους προς την πατρίδα κι᾿ αν κάμαμεν και μεγάλα λάθη αναμεταξύ μας, τώρα οπού κόπιασες η Μεγαλειότη σου θέλομεν δουλέψη με πίστη κι᾿ αφοσίωσιν και να είναι εις την εύνοιάν σου οι αγωνισταί, θρησκευτικοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί, και να βάλης τ᾿ αγαθά σου αιστήματα να δικιωθούν ότι από αυτούς έγεινε βασίλειον η πατρίς και να μην ακούς τους απατεώνες, ότι αυτείνοι κατήντησαν την πατρίδα σε κίντυνον». Μου είπε η Μεγαλειότης του είναι ευκαριστημένη και η Αντιβασιλεία απ᾿ όσα της είπα και θα γένουν όλα και να πάγω να την ανταμώσω. Ο μαρσιάλης του παλατιού όταν εβήκα μο ᾿δωσε μιαν καρφοβελόνα δώρο βασιλικόν -κάνει καμμιά εικοσαριά τάλλαρα. Έστειλε και τον ᾿πασπιστή του Μιαούλη και μου βάφτισε το παιδί και το έβγαλε Όθωνα. Μ᾿ αντάμωσαν κι᾿ όλα τα μέλη της Αντιβασιλείας. Ο Αρμασμπέρης μ᾿ έπαιρνε κάθε καιρόν εις το τραπέζι του -μ᾿ είχε συστημένον ο Θίρσιος. Αφού μ᾿ αντάμωσαν τα μέλη της Αντιβασιλείας μου είπαν όσα είχα μιλήση του Αγιντέκ και, κατά οπού ᾿γραψα, είναι πατριωτική η γνώμη μου και θα τα κάμουν όλα. Και με τον Αγιντέκ να μιλήσωμεν οι δυο μας δια τους αγωνιστάς οπού θα γένουν τα τάματα, να είναι εκείνοι οπού ᾿χουν δικαιώματα. Και να μιλήσω μ᾿ αυτόν, ότ᾿ είναι ᾿σ τα στρατιωτικά. Μίλησα με τον Αγιντέκ και του είπα με τον φόβον του Θεού το δίκιον. Αφού ᾿μαθαν οι καλοθελητάδες των αγωνιστών Μαυροκορδάτος, Κωλέτης, Μεταξάς, Τρικούπης, Ζαϊμης, Λόντος κι᾿ ο Κώστα Μπότζαρης επήγαν και τα χάλασαν όλα κατά το κέφι τους και δια-να βάλουν σε διχόνοια το στρατιωτικόν, να το αφανίσουνε, γκρεμίζουνε και τους υποταματάρχηδες -και να είναι μόνον ταματάρχες και λοχαγοί. Τότε δι᾿ αυτό και διατί βάλαν εις τα τάματα όσους δεν είχαν δικαιώματα, έπεσε διχόνοια μεγάλη. Το στρατιωτικόν ήταν όλο εις τ᾿ Άργος και χωριά του νηστικόν και δυστυχισμένο. Κάμαν κάτι φροντιστάς επίτηδες να μην τους μεράζουν ταχτικώς το ψωμί τους άφιναν τους ανθρώπους νηστικούς. Από ᾿κοσιπένταρχον κι᾿ απάνου τους αξιωματικούς τους σήκωσαν από τους στρατιώτες. Τους στρατιώτες τους άφιναν νηστικούς και τους έλεγαν να κινηθούν αναντίον του Βασιλέως κι᾿ Αντιβασιλείας, δια-να βγούνε οι πολιτικοί μας αληθινοί, ότι όλοι οι στρατιωτικοί είναι λησταί από μικρόν ως μεγάλον, ν᾿ αποδείξουν τι θερία είναι αυτείνοι οι στρατιωτικοί -κινιώνται κι᾿ αναντίον του Βασιλέως (κι᾿ ό,τι αρπαγή κάναν αυτείνοι, οι πολιτικοί είχαν το μερίδιόν τους ο καθένας με τον δικόν-του στρατιωτικόν). Αφού μεταχειρίστηκαν τόσες μηχανές και κακοσύσταιναν το στρατιωτικόν και σύσταιναν όποιους θέλαν, τους συντρόφους τους, μιλώ με τον Αγιντέκ την αδικίαν οπού γένεται εις τους ανθρώπους. Και του είπα «Αυτείνοι οι άνθρωποι είναι αποδειχμένη η διαγωή τους και οι πολιτικοί τους ο καθένας έχει το μέρος του από τους ξένους και ποτές δεν θα ησυχάση αυτός ο τόπος, να γένωμεν κ᾿ εμείς έθνος καθώς τ᾿ άλλα τα έθνη κι᾿ ούτε του Βασιλέως θα του δώσετε δρόμον καλόν. Είναι τόσοι αγωνισταί οπού δυστυχούν και τώρα οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας ήθελαν να ᾿βρούνε το δίκιον τους, να γνωρίσουνε αυτείνοι τον Βασιλέα τους κι᾿ ο Βασιλέας τους υπηκόγους του -και πάλε οι σύστασες του Μαυροκορδάτου ᾿περισκύουν με τον Ντώκινς, του Κωλέτη με τον σύντροφόν του, του Μεταξά με τον δικόν-του. Αυτεινών την κυβέρνησιν και τα καλά προς την πατρίδα μας τα γνωρίζεις, γκενεράλη μου, ότι στάθης τόσον καιρόν εις την πατρίδα μας, και η ελπίδα του στρατιωτικού είναι εις την δικαιοσύνην σου και βόηθα τους δυστυχείς, ότι από αυτούς υπάρχει η πατρίς». Μου λέγει ο Αγιντέκ «Δεν ήρθαμεν να διοικήσουμεν τους αγωνιστάς μοναχά, κι᾿ αποφασίσαμεν όλα τα μέλη της Αντιβασιλείας να γένουν τρεις επιτροπές, μία εις την Πελοπόννησο, μια εις την Δυτική Ελλάδα και μία εις την Ανατολική ᾿σ την Ανατολική σε διορίσαμεν πρόεδρον της επιτροπής, να οργανίσωμεν τα στρατέματα όσο-να διορίσουμεν την άλλη ᾿πιτροπή να δικιωθούν, καθώς μιλήσαμεν -και τότε θα δικιωθούν. Να είναι τ᾿ ασκέρια ᾿σ ένα μέρος όσο-να τελειώσουν οι επιτροπές τις εργασίες τους. Και οι τρεις επιτροπές να τους οργανίσουνε και να ιδούνε ποιος έχει δούλεψες από εξαρχής και ποιοι είναι υστερνοί και να τηράξουν από τους ᾿κοσιπένταρχους και κάτου ποιος έχει φαμελιά από τους στρατιώτες και πόσες ψυχές έχει ο καθείς, να ξεκονομιώνται οι άνθρωποι ως την γενική ᾿πιτροπή». Αυτά μαθαίνοντας οι χαραμήδες οι πολιτικοί μας και δια-να μην γένη καλό και ησυχία εις το κράτος, στέλνουν κ᾿ ανακατεύουν τους στρατιώτες και σηκώνονται όλοι κ᾿ έρχονται αναντίον της Αντιβασιλείας εις τ᾿ Ανάπλι, ότι ήταν νηστικοί. Τότε ο Αϊντέκ στέλνει και με παίρνει και βγαίνομεν οι δυο μας έξω εις τις Λεύκες. Οι άνθρωποι ήταν κατ᾿ του Μιαούλη το περιβόλι ακόμα. Μου λέγει ο Αϊντέκ «Τι μιλήσαμε οι δυο μας δι᾿ αυτούς τους στρατιωτικούς; -κι᾿ αυτείνοι έρχονται με το σπαθί τους να πάρουν δικαιώματα από τον Βασιλέα. Μίλα τους να πάνε πίσου, ότ᾿ είναι χαμένοι! Πήγα και τους μίλησα και γύρισαν χωρίς-να πλησιάσουν. Πέρασαν δυο-τρεις ημέρες. Τους άφησαν νηστικούς, τους ᾿ρέθισαν και οι απόστολοι οπού τους στέλναν- κάναν αξιωματικόν της πρώτης τάξης δεν άφιναν να είναι με τους στρατιώτες, να τους οδηγάγη. Τότε τους απάτησαν οι απόστολοι των απατεώνων. Σηκώνονται όλοι κ᾿ έρχονται απόξω τις Λεύκες. Ανάβουν τις μίκιες των κανονιών, τους ρίχνεται το ταχτικό, πεζούρα και καβαλλαρία, και τους βαίνουν ομπρός και τους βγαίνουν έξω-από το κράτος ξυπόλυτους και γυμνούς και νηστικούς. Κ᾿ έβαλαν έναν Τούρκον αρχηγόν οι αγωνισταί της πατρίδος ονομαζόμενον Ταφίλ-Μπούζη δια-να φάνε κομμάτι ψωμί. Και σκοτώθηκαν τόσοι εκεί και ρήμαξαν και τα γειτονικά μας μέρη κι᾿ έπαθε και η Άρτα ό,τι έπαθε όταν μπήκαμεν κ᾿ εμείς τα 1821. Και πήγαιναν κλαίγοντας, ότι φεύγαν από την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί, κ᾿ έλεγαν Πατρίδα, δεν μας βαστάγει η καρδιά να σου κάμωμεν εσένα της πατρίδας μας κακό, ότι δια σένα χύσαμεν το αίμα μας. Και τώρα πάμεν σ᾿ εκείνους οπού πολεμούσαμεν να φάμεν κομμάτι ψωμί -όχι να προσκυνήσωμεν να ᾿ρθούμεν αναντίον σου δεν το κάνομεν καμπούλι, ότι χύσαμεν το αίμα μας δια σένα να γένης βασίλειον». Αυτείνοι κι᾿ όλοι οι άνθρωποι οπού ᾿χαν αίστηση κλαίγαν και οι απατεώνες γέλαγαν και χαίρονταν ότι στείλαν τους αγωνιστάς εις τους Τούρκους να ζήσουνε. Κάρπισε η προκήρυξη του Ζωγράφου και οι κακοί σκοποί των μακιαβέληδων. Τότε με φωνάζει η Αντιβασιλεία μ᾿ οργή καθώς κι᾿ ο φίλος μου ο Αγιντέκ και μου δίνουν σφοδρές διαταγές να πάγω εις Λεψίνα. Μέλη της ᾿πιτροπής ο Τουρέτης Γάλλος, ο Δυοβουνιώτης κ᾿ εγώ πρόεδρος. Όποιος έρθη δια-ν᾿ αργανιστή είχε μιστό δώδεκα γρόσια, μισό τάλλαρο το μήνα και κάτι ολίγο (ότι το τάλλαρο είναι είκοσι-ένα γρόσι και μισό), και το ψωμί του και τίποτα άλλο. Κι᾿ αν είχε γυναίκα και παιδιά, ας ζούσαν με τον αγέρα. Δικαιοσύνη φόρτωμα κι᾿ από τους Μπαυαρεζοαντιβασιλείς. Μου δίνουν κ᾿ ένα καράβι αλεύρι σάπιον να μεράσω εις τους ανθρώπους οπού θ᾿ αργανιστούν. Κατά τον μιστόν ήταν τέτοιον και τ᾿ αλεύρι -ούτε τα γουρούνια δεν το τρώγαν. Έκατζα καμπόσον καιρόν εκεί, οργανίσαμεν είκοσι ανθρώπους, κάτι μπεκρήδες και τεμπέληδες, και ξόδιασα και σαράντα-πέντε οκάδες αλεύρι. Σηκωθήκαμε και ήρθαμεν εδώ εις Ανάπλι. Ευτύς-οπού ᾿ρθα με τρατάρει ένας Φρατζέζος, τον λένε Φεράλντη. Αφού με τρατάρησε, την άλλη ημέρα μου φέρνει ένα αποδειχτικόν να το υπογράψω ως πρόεδρος της ᾿πιτροπής να πλερωθή ένα καράβι αλεύρι. Του είπα ότι «Υπογράφω σαράντα-πέντε οπού ᾿λαβα. -Όχι, μου λέγει, ένα καράβι. -Ούτε μια οκά δεν υπογράφω παραπάνου». Με περικαλούνε μεγάλοι άνθρωποι, Αντιβασιλείς, να δώσω την υπογραφή μου με περικαλούνε οι Πρέσβες κι᾿ ο υπουργός Ζωγράφος. Δεν θέλησα. Είπα και των αλλουνών μελών να μην υπογράψη κανένας. Ο Φεράλντης έβγαλε εις το μοναστήρι εις την Κούλουρη αυτό τ᾿ αλεύρι και πήγε όλο χαμένο. Τότε κατάλαβα και οι νέοι κυβερνήται μας είναι χερότεροι, κ᾿ ελεεινολογούσα την πατρίδα, ότι ο Θεός δεν είπε να την λευτερώση ακόμα σ᾿ τ᾿ αληθινά, και κρίμα ᾿σ τους κόπους μας εβγιαστήκαμεν, και την πήραμεν εις το λαιμό μας. Θέλουν να με κάμουν αρχηγόν της χωροφυλακής. Τους έδωσα γνώμη να βάλουν απ᾿ ούλους τους σημαντικούς δια-να ενωθή το Κράτος με τον Βασιλέα του. Τους κακοφάνη. Διορίζουν τον Γραλλιάρη τον Γάλλο και με διορίζουν κ᾿ εμένα εις την οδηγίαν του και να βάλω τα στενά. Ούτε εις την οδηγίαν του Γραλλιάρη μπαίνω, τους είπα, ούτε τα φορέματά μου βγάζω». Τότε, σαν δεν θέλησα να ᾿μπω εις αυτείνη την ᾿πηρεσία, πήρα την άδεια και με την φαμελιά μου πέρασα εις την Αθήνα, ότι είδα ότι του-κάκου κοπιάζομεν. Και δυστυχία εμάς και της πατρίδος μας. 1833 Μαγιού 4 ήρθα εδώ εις Αθήνα. Οι πολιτικοί μας και οι ξένοι τρώγονταν και καθένας κύταζε να ᾿περισκύση η δική-του φατρία. Άλλος το ήθελε Αγγλικόν, άλλος Ρούσσικον, άλλος Γαλλικόν. Οι Αντιβασιλείς μας τήραγαν κι᾿ αυτείνοι να πάρουν κάνα λεπτό, ότι εις την Ελλάδα ήβραν αλώνι ν᾿ αλωνίσουν. Πιάσαν φατρίες με τους δικούς μας. Τότε άλλοι απάτησαν τους οπλαρχηγούς, τους λέγαν να σηκωθούν να ζητήσουνε τα δίκια τους, και μ᾿ αυτό τους γέλασαν τους ανθρώπους. Ξέροντας κ᾿ εμένα ότι έφυγα με δυσαρέσκειαν από τ᾿ Ανάπλι, μου στείλαν έναν απόστολον εδώ εις Αθήνα και μου είπε να σηκωθούμε αναντίον των Μπαυαρέζων. Κι᾿ ο σκοπός των πολιτικών μας ήταν με δυο τρόπους αν πετύχη ο καθείς με την μερίδα του και ᾿περισκύση, είναι κερδεμένος με το κόμμα του και τους άλλους τους κάνει είλωτες. Αν δεν πετύχουν καθένας τους ξένους του σκοπούς, τότε τα φορτώνουν του στρατιωτικού όλα τα βάρητα και λένε αυτείνοι είναι οι αίτιγοι του κακού και πρώτα και τώρα εις τον ερχομόν του Βασιλέως. Και μπαίνουν εις την τζελατίνα όλες οι κεφαλές. Ότι δεν αναπαύτηκαν ότι μείναν οι στρατιωτικοί δυστυχείς κι᾿ άλλοι πήγαν εις την Τουρκιά κι᾿ όσοι μείναν πεθαίνουν της πείνας. Έρχεται εδώ ένας απόστολος από του Κωλέτη το παρτίδο και του Μαυροκορδάτου και μου λέγει «Εις τ᾿ Ανάπλι είναι σύνφωνοι όλοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί και θα πιάσουνε το Παλαμήδι και είναι και η χωροφυλακή έτοιμη και από την Δυτική Ελλάδα ήρθαν γράμματα ότι χτύπησαν. Και μ᾿ έστειλαν και ᾿σ εσένα εδώ ν᾿ αγροικηθής με τους άλλους να βαρέσετε κ᾿ εσείς. -Διατί να βαρέσουμεν; του λέγω. -Δια τα δίκια μας. -Ποιος σ᾿ έστειλε; -Ο Κωλέτης κι᾿ ο Μαυροκορδάτος.- Εκείνοι παίρνουν μιστόν ο κάθε-ένας από χίλιες δραχμές, και δεν έχουν ανάγκες. Εμείς τίποτα δεν παίρνομεν και προσμένομεν. Η Κυβέρνηση διόρισε μιαν επιτροπή δια-να κυτάξη του κάθε αγωνιστού τα δίκια του. Δεν προσμένομεν τι θα κάμη η επιτροπή; Κι᾿ αν αδικηθούμεν, τότε αναφέρνεται ο καθείς μ᾿ αναφορά του εις τον Βασιλέα και μιαν βολά κι᾿ άλλη κι᾿ άλλη και σαν ιδούμε η δικαιοσύνη εχάθη από τους ανθρώπους, τότε συλλογιώμαστε δι᾿ αυτά. Κάθε ᾿μέρα θα κάνετε εσείς τους σκοπούς του Κωλέτη και Μαυροκορδάτου κι᾿ αλλουνών -και να καίμε εμείς την πατρίδα μας και να σκοτωνώμαστε; Όταν υποκινούσαν κάθε καιρόν από ᾿ναν εφύλιον πόλεμον, δεν ήξεραν ότι τέτοια αγαθά θ᾿ απολάψωμεν; Δεν θυμώνται εις την Συνέλεψη της Πρόνοιας οπού πλέρωσαν το Ζέρβα κι᾿ άλλους και δέσαν τους πληρεξούσιους, τέτοια καλά θα ιδούμεν; Και θέλουν τώρα άλλος να μας κάνη Άγγλους, άλλος Γάλλους κι᾿ άλλος Ρούσσους; Εγώ θέλω να τους προσφέρω μόνον σέβας ολουνών αυτεινών των ευεργέτων και να τηράξω την πατρίδα οπού γεννήθηκα και τον Βασιλέα οπού ᾿ταν της τύχης της να βασιλέψη. Εμείς ακόμα δεν είδαμεν το κακό του, ούτε το καλό του. Δεν προσμένομεν; Τι βιάζεστε; Εσύ τι θέλεις, κερατά, και οι άλλοι οι μπερμπάντες -όλο αυτά θα ᾿χωμεν; Πήρα ένα γερό ξύλο και το ᾿δωσα έναν δαρμόν καλόν και τον έβγαλα έξω από το σπίτι μου. Τ᾿ ασκέρια ήταν, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί, εις την Φήβα και Λιβαδειά και Ταλάντι. Τους έστειλα ολουνών έναν επίτηδες και τους έλεγε αυτά αυτεινού του αποστόλου και να μην γελαστούν όσο-να ιδούμεν την επιτροπή. Τους το είπε ο άνθρωπος οπού ᾿στειλα. Όσοι τον άκουσαν γλύτωσαν. Τότε αυτός ο απόστολος φεύγοντας από ᾿μένα πήγε ᾿σ αυτούς. Αφού τους έβγαλε από τα μυαλά τους, τους πρόδωσαν και τους πήραν και τους έβαλαν όλους χάψη τους οπλαρχηγούς και ήθελαν να τους κόψουν με το κοπίδι, οπού ήφεραν οι φωτισμένοι άνθρωποι της Ευρώπης να κόψουν τους άγριους Έλληνες- κ᾿ έπρεπε να κόψη η Αγγλία τον Ντώκινς τον πρέσβυ της, η Γαλλία τον δικόν-της και η Ρουσσία το-ίδιον κι᾿ ο βασιλέας της Μπαυαρίας τους Αντιβασιλείς του και ύστερα να κόψη κι᾿ ο ίδιος το κεφάλι του. Ότι η Μεγαλειότης του είναι νεκροθάφτης της πατρίδος μας και του αθώου Βασιλέα μας και ή καλά πάθη η πατρίς ή κακά τα χρωστούμεν εις-το-εξής εις την καλωσύνη της Μεγαλειότης του δια τις συβουλές του Μετερνίκ κι᾿ αλλουνών οπού άκουγε. Η Μεγαλειότης του πολλές νύχτες και ᾿μέρες κοπίαζε και θυσίαζε τα βασιλικά του φώτα να φκειάνη στίχους δια την Ελλάδα και δια τους Έλληνες, όταν πολεμούσαν εις το Μισολόγγι κι᾿ αλλού και κιντύνευαν νηστικοί και ταλαιπωρεμένοι. Τώρα εύγε του Μεγαλειότατου Βασιλέως! ᾿Μπρός-εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Δια τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς -ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι». Θε, που είναι οι βασιλικές δικαιοσύνες; Τέλος-πάντων με τέτοιες δικαιοσύνες ήθελαν να κόψουν τους πρωταγωνιστάς ως κακούργους, τον Κολοκοτρώνη, τον Κολιόπουλον, τον Κριτζώτη, τον Τζαβέλα, τον Γρίβα, τον Μαμούρη, τον Ρούκη, τον Ντουμπιώτη, τον Αποστολάρα, τον Μήλιον κι᾿ άλλους πολλούς τοιούτους. Φυλακώνοντας αυτεινούς, έστειλε ένα τζιράκι του ο Κωλέτης να πάγη εις την Φήβα διοικητής, Κλεομένη τον λένε. Μ᾿ ανταμώνει ο Κλεομένης, μου λέγει «Τήρα ό,τι κάνετε εσείς οι στρατιωτικοί και δεν ξέρομεν εμείς οι πολιτικοί -τήρα τι παθαίνετε.- Του λέγω, να δώση ο Θεός να φυλακώσουνε κ᾿ εμένα, και τότε θα ιδούμεν αν ξέρουν οι πολιτικοί ή όχι, και ποιους θα χαλέψω συντρόφους εις την φυλακή. Και δεν μπορεί ούτε ο Βασιλέας να τ᾿ αποφύγη, ούτε η Αντιβασιλεία. Ότι αν τ᾿ αποφύγουν, τότε δεν υποτάζονται εις το δίκιον και εις τους νόμους -τότε γλυτώνουν όλοι αυτείνοι και κόψετε εμάς! -Ποιους θα πάρης συντρόφους; μου λέγει ο Κλεομένης. -Τον Κωλέτη τον αφέντη σου, τον Μαυροκορδάτο και τους τοιούτους όλους. Να φυλακωθώ και τότε τους βλέπεις και μπορεί να είσαι κ᾿ ένας εσύ. Τότε φαίνεται». Ο Κλεομένης παραγγέλνει όλα αυτά του Κωλέτη. Και τότε τράβησαν χέρι από ᾿μένα. Στέλνουν τον Ψύλλα εδώ εις την Αθήνα, οπού ήταν Γραμματέας του Εσωτερκού (᾿νέργησα κ᾿ εγώ κατά δύναμη να έμπη ᾿σ αυτείνη την θέση). Τον στείλαν εις την Αθήνα να συνφωνήση με τους Αθηναίους δια τους τόπους, οπού θα ᾿ρθη η Κυβέρνηση εδώ. Αφού ήρθε, πήγα τον είδα. Ήρθε κι᾿ αυτός εις το κονάκι μου. Μου λέγει «Διατί είσαι πειραμένος με την Κυβέρνηση; -Ότ᾿ είμαι με τόση φαμελιά και δεν έχω να την ζήσω. Κι᾿ όταν κλέβαν οι άλλοι κ᾿ έχουν και τρώνε τώρα, εγώ, το γνωρίζεις ο ίδιος, αγωνιζόμουν και πληγωνόμουν και πλέρωνα κι᾿ από το εδικό-μου. -Λέγει, όλα αυτά τα γνωρίζω και τα γνωρίζει και η πατρίς και φκειάσε μου μιαν αναφορά και δος τηνε μου και θα μιλήσω και μόνος-μου». Του έφκειασα την αναφορά, την τηράγει, μου λέγει ο φίλος μου ο Ψύλλας «Βρε Μακρυγιάννη, τι δικαιώματα ζητάτε της πατρίδος; Εσείς είστε όλοι λησταί. Εσύ έδενες τα συνφέροντά σου με τον Δυσσέα και Γκούρα κι᾿ άλλους και βασανίζετε την πατρίδα, καθώς κι᾿ ο Κολοκοτρώνης με τους άλλους κι᾿ αφανίσετε εσείς όλοι αυτείνη την πατρίδα. -Πότε ήμουν σύνφωνος εγώ μ᾿ αυτούς οπού μου λες, κύριε Ψύλλα; Εσύ με την ᾿φημερίδα σου τους θυμιάτιζες όλους αυτούς κ᾿ εγώ τους γύριζα ντουφέκι και τους πολέμαγα όταν πήγαιναν αναντίον της πατρίδος. -Πως, μου λέγει, δεν έμπαινες εις του Γραλλιάρη την οδηγίαν σ᾿ την χωροφυλακή; -Πως δεν έμπαινες εσύ, του λέγω, τελώνης, οπού είσαι υπουργός του Εσωτερκού; Όταν ήταν ο κίντυνος της πατρίδος πήγαινες εις τα νησιά». Τον βλέπω κ᾿ έρχεται θυμωμένος «Κάτζε αυτού, του είπα (κ᾿ έπιασα μιαν καθέκλα), να μην χαλάσω την Γραμματείαν του Εσωτερκού- θα γυρεύη νέον υπουργόν! -Πρέπει ο Βασιλέας, μου είπε, να πάρη μέτρα μόνον δια σένα, ότι εσύ ταράττεις τα πράματα. -Δεν θα τον φκειάσης τον Βασιλέα τζελάτη να σκοτώνη τους υπηκόγους του μ᾿ αυτά τα λόγια και τις συκοφαντίες τις δικές-σας! Και δια-να σε δείξω έξω σε όλο το κοινό, δια ᾿κείνο δεν το ᾿καμα καμπούλι να σε κυβερνήσω με την καθέκλα- τότε θα δικιολογέσουνε εις τον τύπον θα δείξω κ᾿ εσένα και τους συντρόφους σου τι άνθρωποι είστε». Σηκώθηκα κ᾿ έφυγα. Πήγε και εις την εκκλησία, οπού ᾿ταν συνασμένοι όλοι οι Αθηναίγοι, να μιλήση δια ᾿κείνο οπού ᾿ρθε -δεν το ᾿δωσε κανένας ακρόασιν. Κ᾿ έφυγε καθώς ήρθε. Τότε έφκειασα όλα όσα μου είπε ενγράφως και τα ᾿στειλα εις τον τύπον την ᾿φημερίδα «Ήλιος». Τον μάλλωσαν οι συντρόφοι του διατί να πιαστή μετ᾿ εμένα και θα βάλω αυτείνη την έκθεσιν εις τον τύπον. Μο ᾿γραψαν να μην την βάλω -είναι το μόνο αδύνατο να μείνη οπίσου!» Τότε την έβαλα. Ύστερα μίλησα και τ᾿ Αρμασμπέρη κι᾿ αλλουνών και τον έβγαλαν και τον έστειλαν διοικητή εδώ εις την Αθήνα. Τότε με τον μοίραρχον τον Βογινέσκον μου επισωρεύουν μίαν κατηγορία ότι έβρισα τον Βασιλέα κι᾿ Αντιβασιλεία. Παίρνουν ένα παλιάλογον να με βάλουν απάνου και να με στείλουν να με δικάσουν εις την Χαλκίδα. Του λέγω «Θα πάγω», του μοιράρχου θα πάγω κ᾿ ελπίζω να μη σκοτωθώ και την υπόληψή μου θα την ζητήσω από ᾿σένα, ότι εσύ γένεσαι ο αίτιος να διατιμηθώ αδίκως. Αυτείνη την υπόληψη την βάσταξα από μικρούθεν κ᾿ εσύ θέλεις να μου την γκρεμίσης. Κι᾿ όταν λευτερωθώ, ᾿σ του βοϊδιού το κέρατο μέσα να είσαι, θα σε βρω να πεθάνωμε». Φώναξαν κι᾿ όλοι οι νοικοκυραίγοι δια την αδικία οπού θα μου κάμουν κ᾿ έρχεται ο μοίραρχος και μου ζητεί το «παρντόν» και μου λέγει όλα τα τρέχοντα: Ότι ο Ψύλλας τον έβγιασε και τον Ψύλλα οι κεχαγιάδες του Κωλέτης και Μαυροκορδάτος, οι νεκροθάφτες των αγωνιστών οπού θέλουν να μας διατιμήσουνε όλους. Τότε, αδελφοί αναγνώστες, σώθηκα με την βοήθειαν του Θεού. Αφού είδα ότι θέλουν να μας φάνε εκείνοι οπού μας κυβερνούν, και η δικαιοσύνη τους είναι εις την τζελατίνα, τότε να μην αφήσω τόση φαμελιά οπού κρέμεται εις τον λαιμό μου -απόξω-εις τις κολώνες του Ολυμπίου-Διός είχα από την Αίγινα αγοράση ολίγα χωράφια, όταν εις την Αθήνα ήταν ο Κιτάγιας και πνιμένη από Τούρκους. Πήγα εκεί έξω και πήρα και πεντέξι αργάτες κ᾿ έβαλα και κόβαν πλίθες. Και μο ᾿φκειασαν κ᾿ ένα πράμα σαν σαμαράκι και φορτωνόμουν πλίθες. Και καθόμουν εκεί. Κι᾿ όποτε απόσταινα έκλαιγα βλέποντας τα μέρη εκείνα οπού πολεμούσαμεν με τόση Τουρκιά και πληγωνόμαστε και σκοτωνόμαστε -και ᾿σ αυτείνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι από-μακρυά, όταν κιντυνεύαμεν. Μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γης, την αγόρασαν από ᾿να γρόσι το στρέμμα, και βάλαν εμάς με τ᾿ αλέτρι και τραβούμεν το γενί και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκκαλα και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους, και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια. Έφκειασα το σπίτι μου και φύτεψα κι᾿ αμπέλι κι᾿ άλλα δέντρα κ᾿ εργάζομαι ως το σουρούπωμα να με γλυτώση ο Θεός από τους επίβουλους απατεώνες. Τότε οι πομπιωμένοι μας πολιτικοί έστειλαν εις την Πελοπόννησον και ᾿ρέθισαν τους κατοίκους τους είπαν να σηκωθούν να χαλέψουν δικιώματα. Ανακάτεψαν άλλοι την Σπάρτη και πήγαν αναντίον τους τα τάματα και καταφανίστηκαν οι Μπαυαρέζοι εις τον σκοτωμόν. Κι᾿ όσους πιάσαν ζωντανούς οι ντόπιοι τους πουλούσαν ένα τάλλαρον τον έναν Μπαυαρέζο. Κι᾿ όσοι από αυτούς σκοτώθηκαν εκεί δίνομεν σύνταξη των φαμελιών τους εις την Μπαυαρία κι᾿ αχώρια πλήθος δικαιώματα οπού παίρνουν οι Σπαρτιάτες. Κι αφανίστη το δυστυχισμένο ταμείον πήραμεν δάνεια και θα σωθούνε εις αυτά. Έστειλε κι᾿ ο Κωλέτης τους συντρόφους του αναντίον-εις τους Πελοποννησίους, οπού τους βαίναν να κάμουν το κίνημα και ύστερα στέλναν και τους σκότωναν και τους γύμνωναν και χάθηκαν τόσοι αγωνισταί αδίκως και παραλόγως και χήρεψαν γυναίκες δια το χατίρι αυτεινών. Κι᾿ όσους δεν σκότωσαν εις τον πόλεμον τους σκοτώνουν ᾿σ την τζελατίνα με τους προκομμένους τους κριτάς, οπού ᾿νεργούνε τους νόμους καθώς θέλουν. Τον Γρίβα τον φυλάκωσαν δια τον σκοτωμόν του Πράσινου και βάλθηκαν όλοι οι φίλοι του και συντρόφοι του, ο Κωλέτης και η γενεά, και τον έβγαλαν. Κι᾿ όταν φυλάκωσαν τους άλλους οπλαρχηγούς τον ξαναφυλάκωσαν οπίσου. Διόρισαν και την ᾿πιτροπή να δικιώση τους αγωνιστάς και να τους βαθμολογήση. Ήταν φίλοι οι περισσότεροι του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη και βαθμολογούσαν πολλούς φίλους τους με-χωρίς δικαιώματα. Και γεννήθηκαν πλήθος παράπονα δια την αδικία οπού κάμαν εις τους αγωνιστάς πολλούς. Τότε έβγαλαν και τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς από την χάψη τους βαθμολόγησαν συνταματάρχηδες και τους κρέμασαν κι᾿ από ᾿να σταυρό και γκεζερούν εις τα σοκάκια του Αναπλιού και καμαρώνουν. Και δεν γύρευαν, αν ήταν άνθρωποι με χαραχτήρα, ᾿κανοποίηση από τους αίτιους, οπού τους είχαν τόσον καιρό χαψωμένους. Εις τα 1834 τα έβγα Αγούστου ήρθε ο βασιλέας εις Αθήνα. Ήθελε να πάγη εις την περιοδεία της Ρούμελης και μου είπε να πάγω κ᾿ εγώ μαζί του. Είχε και τον Τζαβέλα, Βάσιον και Μαμούρη. Πήγαμεν παντού εις την Ανατολική Ελλάδα ως τα ᾿ροθέσια της Λαμίας. Τον δέχτηκαν όλοι οι κάτοικοι με μεγάλη επίδειξιν. Γυρίσαμεν πίσου εδώ τέλη Σεπτεβρίου. Μου είπαν οι αξιωματικοί να τους κάμω ένα τραπέζι εις το σπίτι μου να φάνε. Πήγα εις την Μεγαλειότη του να πάρω την άδεια. Λέγει η Μεγαλειότη του «Θέλω να ᾿ρθω κ᾿ εγώ εις το σπίτι σου να φάγω». Του είπα ότ᾿ είναι δικόν-του και είναι μεγάλη η τιμή οπού θα λάβω. Ότι δεν είχε πάγη σε κανέναν να φάγη ψωμί έξω-από εκεί οπού διάβαινε, οπού του ετοίμαζαν κονάκι οι κάτοικοι. Τότε τον πήρα εις το σπίτι μου και με το φτωχικόν μου έμεινε ευκαριστημένος. Τότε οι φίλοι της κακίας δεν είχαν μάτια να με ιδούνε κι᾿ όλο με κακολαλούσαν δια-να μην προβοδέψω και πλησιάσω μαζί του και μάθη την αλήθεια κι᾿ αυτό τους θανάτωνε. Ότι εις την περιοδεία του είπα καμπόσες αλήθειες κ᾿ έμεινε ευκαριστημένος και παρουσία-σε όλους αυτό το μολόγησε ο Βασιλέας, ότ᾿ είναι πολύ ευκαριστημένος. Έμαθαν αυτό και το τραπέζι -τότε έπρεπε όλοι να καταγίνωνται να με κακοσυσταίνουν. Τον Νοέβριον μήνα τα 1834 αποφάσισε η Κυβέρνηση να ᾿ρθη εις Αθήνα κ᾿ έστειλε τον Κωλέτη γραμματέα του Εσωτερκού να κάμη τα καταστήματα. Έκαμεν καμπόσες ημέρες εδώ δεν πήγα να τον χαιρετήσω, ότι με κρυφοδάγκωνε. Μιαν ημέραν πήγα. Μου λέγει «Εγώ τόσον καιρό εδώ, τώρα ήρθες να με ιδής; -Δεν το θεώρησα ως αναγκαίον χρέος μου. Τώρα ήρθα, κι᾿ αν δεν σου αρέση φέγω και δεν ματάρχομαι. -Μου λέγει, πολλοί φίλοι μου μου λένε «Διατί είναι ᾿γγισμένος ο Μακρυγιάννης μ᾿ εσένα; Τους λέγω (μου λέγει) Δεν ξέρω τίποτα. -Του λέγω, ανόητοι άνθρωποι σου λένε τοιούτα και τα πιστεύεις; Πώς μπορεί ένας σουλντάτος να πιαστή με βασιλικόν υπουργόν; Δεν είναι αυτό, του λέγω, οπού δεν έρχομαι. Ήταν ένα παλάτι χαλασμένο και το γκρεμίσαμεν από-θεμελιούθεν και το φκειάσαμεν να καθίσουμεν όλοι μέσα. Βάλαμεν εις τις πόρτες εγγλέζικες κλειδωνιές και σου δώσαμεν τα κλειδιά εσένα δια-να βαίνης εκείνους οπού κοπιάσαν κ᾿ έφκειασαν το σπίτι αυτό, οπού βαστάς τα κλειδιά του-λόγου-σου δια-να μην μπαίνη όποιος θέλη δια ᾿κείνο σου δώσαμεν εσένα τα κλειδιά. Του-λόγου-σου ανοιγοκλείνοντας δια το νιτερέσιον μόνον το δικόν-σου κι᾿ όχι του σπιτιού, χάλασες αυτές τις παλιοκλειδωνιές κ᾿ έβαλες εις το σπίτι κλειδωνιές τεφαρίκια Ευρωπαίγικα και τις παλιοκλειδωνιές τις πέταξες εις τα σκούπρα (εις τις χάψες), εκεί που να μην ανεμείνη τζίτα γερή και χρήσιμη. Θυμήσου, κύριε Κωλέτη, αυτό το σπίτι είπε ο Θεός να χτιστή και θέλει εκείνους οπού αγωνίστηκαν κ᾿ έγινε -θα ᾿ρθη καιρός να ψάξης εσύ κ᾿ οι συντρόφοι σου δι᾿ αυτές τις κλειδωνιές τις σάπιες και να μην εβρήτε καμμίνια εσείς τότε θα βαρέσετε το κεφάλι σας τώρα είναι πολλά ήσυχον. -Μου λέγει, τ᾿ είναι αυτά οπού μου λες; Θα ᾿ρθω εις το σπίτι σου να μιλήσωμεν. -Να μην έρθης και δεν χωράς και να ᾿ρθης, θα μου ειπής να βγω από το παλεθύρι. Όμως εγώ έχω σκάλα φκειασμένη, δεν ματατζακίζομαι. Και είδαμεν την ᾿λικρίνειάν σας ολουνών. Και κάμετε το χερότερον, ό,τι σας περάση. Εγώ τώρα προσκυνώ Θεόν, πατρίδα και Βασιλέα. Έχω σέβας εις την Κυβέρνησιν κι᾿ Αντιβασιλεία όσο-να ηλικιωθή και να κυβερνήση ο Βασιλέας». Τότε έβαλε τους φίλους του Κριτζώτη, Ροζού κι᾿ άλλους να φιλιωθούμεν. Τους είπα «Δεν θέλω φιλίαν μ᾿ αυτούς. Όταν είμαι οχτρός, φυλάγομαι και με την φιλίαν με τρώνε». Απολπίστη από ᾿μένα. Είχε τον Κλεομένη φερμένον διοικητή εδώ τον έβαλε να του κάμη παρτίδο εις την Αθήνα. Διάλυσαν τα μοναστήρια συνφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και πούλαγαν τα δισκοπότηρα κι᾿ όλα τα γερά εις το παζάρι και τα ζωντανά δια-δίχως τίποτα. Παίρναν οι τοιούτοι πήρε κι᾿ ο Κλεομένης μ᾿ άλλους τα ζωντανά των μαναστηργιών και τα ᾿φερε εδώ. Κ᾿ έκαμαν και τα μούλκια λιβάδια και τα βόσκαγαν. Τότε πιαστήκαμεν και γενήκαμεν κομμάτια. Με διόρισαν ᾿πίτροπόν τους όλοι οι νοικοκυραίγοι και τρομάξαμεν να λευτερωθούμεν από τα μαναστηριακά τα ζωντανά, οπού κάμαν λάφυρα όλοι αυτείνοι τα μούλκια. Αφάνισαν όλως-διόλου τα μοναστήρια και οι καϊμένοι οι καλογέροι, οπού αφανίστηκαν εις τον αγώνα, πεθαίνουν της πείνας μέσα τους δρόμους, οπού αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας κι᾿ όλα τ᾿ αναγκαία του πολέμου ότ᾿ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσιάσαν οι καϊμένοι οι καλογέροι και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι παντήχαιναν ότ᾿ είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ᾿ είναι σεμνοί κι᾿ αγαθοί άνθρωποι και με τα έργα των χεριών τους απόχτησαν αυτά, αγωνίζοντας και δουλεύοντας τόσους αιώνες και ζούσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί κ᾿ έτρωγαν ψωμί. Και οι αναθεματισμένοι της πατρίδας πολιτικοί μας και οι διαφταρμένοι αρχιγερείς κι᾿ ο τουρκοπιασμένος Κωσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινάς συνφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και χάλασαν και ρήμαξαν όλους τους ναούς των μοναστηριών. Ο Κωλέτης, συνειθισμένος από τ᾿ Ανάπλι -ήθελε την Κυβέρνηση εκεί, ότι έκαμεν τόσα σπίτια κι᾿ αργαστήρια σε αλλουνού όνομα κι᾿ αυτός έπαιρνε τα νοίκια και παίρνει από αυτά δι᾿ αυτό είχε νιτερέσιον πρώτο και ύστερα, στενό το μέρος εκείνο, έκανε τις φατρίες του όπως ήθελε ευτύς σύναζε τους οπαδούς του και φοβέριζε το έθνος και την Κυβέρνηση με τους παντίδους τους συντρόφους του, πολιτικούς και στρατιωτικούς -εδώ οπού ᾿ρθε, η Αθήνα εκτεταμένη, οι Αθηναίοι θέλουν ησυχία, άλλος θα πάγη εις τ᾿ αμπέλι του, άλλος ᾿σ το χωράφι του, και δεν τηράνε συντροφιές κάλπικες, τηράνε την δουλειά τους κι᾿ όχι μπιλλιάρδους και καφφενέδες τότε ο Κωλέτης επιφόρτισε τον Κλεομένη του να του κάμη παρτίδο. Συνφώνησαν μυστικούς συντρόφους τον Ζαχαρίτζα και τον Βλάχον, παλιά συντροφιά, οπού κυβέρνησαν μαζί-με τον Γκούρα την Αθήνα και την έσπειραν αλάτι, και δένουν αυτείνοι οι τέσσεροι κοντράτα και παίρνουν τα τρόφιμα της πόλεως και το ψωμί δια-να βρίσκωνται. Έδωσε ο Γραμματέας του Εσωτερκού των τέσσερων συντρόφων, Κωλέτη κι᾿ αλλουνών, πενήντα-πέντε-χιλιάδες δραχμές να βρίσκεται κρέας και ψωμί εις την πιάτζα. Πριν πάρουν τις 55-χιλιάδες είχε εξήντα λεπτά το κρέας τότε το ᾿καμαν μιαν δραχμή και ψόφιον. Το-ίδιον και το ψωμί και τ᾿ άλλα. Τότε βούγησε όλος ο κόσμος δι᾿ αυτό και πήγαν εις τον Βασιλέα και το ψωμί και το κρέας. Και κατηγόραγαν τους Αθηναίους. Ήταν και εις τον Περαιά ᾿σ την άκρη εις την θάλασσαν κι᾿ ολόγυρα ᾿διοχτησίες πήγε ο κύριος Κωλέτης και τη μέρασε των συντρόφωνέ του μυστικά κι᾿ όποιος ᾿διοχτήτης είχε δέκα στρέμματα, του άφιναν μόνον τρακόσες πήχες, ένα-πέφτο του στρεμμάτου, και τ᾿ άλλα τα μέραζε ο κύριος Κωλέτης -την ᾿διοχτησίαν των ανθρώπων την μέραζε των φίλωνέ του δια-να χτιστή ο τόπος. Και δεν τα προκήρυχνε σε όλο το κράτος, να βάλη και μιαν προθεσμίαν, αλλά τα μέρασε με τους φίλους του και πήραν τις καλύτερες θέσες και τότε οπού μαθεύτηκε, οι άλλοι λάβαιναν τα βουνά. Τότε, ότι κάνει δούλεψη η συντροφιά του Κωλέτη Κλεομένης, Ζαχαρίτζας και Βλάχος και θα γένουν πρώτοι κτίτορες, λέγει ο Κωλέτης εις τους Αντιβασιλείς να δώσουνε αυτής της συντροφιάς εκατόν-ογδοήντα-χιλιάδες δραχμές να χτίσουνε, βραβείον πρώτο. Τους έδωσε κι᾿ από τριάντα-έξι αργαστηρότοπους ᾿σ την πρώτη φάτζα, της συντροφιάς εκατόν-οχτώ αργαστήρια, και εις το μυστικόν να ᾿χη τα μισά ο ᾿νεργητής, αργαστήρια πενήντα-τέσσαρα. Κλεισμένα τα μάτια, εκείνη η θέση νοικιάζεται εκατό δραχμές το μήνα κάθε αργαστήρι. Μαθαίνοντας αυτά όλα και το μυστικόν διάταμα οπού τα μέραζε κρυφίως εις τους συντρόφους του, βάνω και φκειάνω μιαν αναφορά και την υπογράφουν όλοι οι νοικοκυραίγοι και λέγαμεν αυτό και δια τα τρόφιμα και διατί να κατηγοριώνται οι Αθηναίοι ότι κάνουν πραμάτεια τους ανθρώπους κι᾿ αυτείνοι οπού κάνουν αυτά είναι παλιοί συντρόφοι. Τότε μαθαίνει την αναφορά ο Κωλέτης, στέλνει και με φοβερίζει να σηκώσω την υπογραφή μου και να τραβήσω χέρι και να ξεκληστή η αναφορά, ότι γένεται συνήθεια να γράφουν οι πολίτες εις την Κυβέρνηση και γένεται κακή συνήθεια κι᾿ αν δεν σηκώσω την υπογραφή μου, θα με στείλη εις το Μπούρτζι. Του αποκρίθηκα θα διπλώσω την υπογραφή μου και θα την πάρω μόνος-μου την αναφορά να την πάγω εις τον Αρμασμπέρη κι᾿ ό,τι μπορέση κουσούρι να μην κάμη. Την πήρα και την πήγα την αναφορά μ᾿ άλλους δυο πολίτες και μιλήσαμεν και ρήμαξαν τα σκέδιά τους. Και μοναχά οι συντρόφοι του, οπού ᾿νέργαγε κρυφά και γράφονταν, εκείνοι ωφελήθηκαν. Τότε άρχισε να κάμη και τις εκλογές τω δημάρχω σε όλο το κράτος. Αγροικηθήκαμεν παντού και δεν έλαβε καμμίαν εκλογή με το πνεύμα του μάλιστα από την Τήνο και Σάλωνα μ᾿ είχαν κάμη ᾿πίτροπόν τους. Άρχισε και εις την Αθήνα επιστήριζε τον Ζαχαρίτζα και τους Βλαχαίγους. Ψηφοφόρησαν οχτακόσοι και πήραν αυτείνοι από εκατόν-πενήντα ψήφους, και το μέρος οπού ᾿χα εγώ με τους νοικοκυραίγους πήραμεν όλους τους άλλους. Βάλαμεν τον Ανάργυρον δήμαρχον, τον Καλλεφουρνά πρόεδρον κ᾿ εμείς σύνβουλοι. Όταν ήρθε η Κυβέρνηση εδώ, ήρθαν και πολλοί αγωνισταί πεθαμένοι της πείνας και καταξοχή αξιωματικοί. Είδαν οπού έφκειασα αυτό το σπίτι, έλπιζαν ότι μο ᾿δωσε κανένας πλούτη, άρχισαν και μου γύρευαν άλλος είκοσι τάλλαρα, άλλος δέκα κι᾿ άλλος απάνου κι᾿ άλλος κάτου. Τέλος-πάντων κ᾿ εγώ καταχρεωνόμουν και τους ανθρώπους δεν μπορούσα να τους ευκαριστήσω σε όλη την αίτησίν τους τους έδινα ό,τι μπορούσα κι᾿ αντίς-να τους έχω φίλους, τους έπιανα οχτρούς. Είχα κ᾿ ένα μήνα οπού άρχισα να παίρνω μιστόν του βαθμού μου, καθώς και οι άλλοι έπαιρνα τρακόσες-εξήντα δραχμές. Είδα αυτό, και πέθαιναν και οι άνθρωποι εις τα παλιοκλήσια, οπλαρχηγοί κι᾿ άλλοι, κι᾿ από την πείνα κι᾿ από το κρύον, τότε στοχάστηκα: «Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κ᾿ εμείς να πλερωνώμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμεν την λευτεριά; Να κόψωμεν κ᾿ εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί! Ειδέ ξίκι να γένη και ᾿σ εμάς!
Τότε φκειάνω μιαν αναφορά και λέγω «Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείνα και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες των σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν οπού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπή όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι᾿ αρφανά των σκοτωμένων. Κ᾿ εγώ, επειδήτις και χρωστώ ξένα χρήματα κ᾿ έχω και φαμελιά μεγάλη, διατάξετε να μου δοθή το μικρόν δώρον οπού αποφάσισαν όλες οι Κυβέρνησες όταν πληγώθηκα εις τους Μύλους τ᾿ Αναπλιού, οπού είναι ως εκατόν-εξήντα-πέντε δραχμές, να ζήσω κ᾿ εγώ με την φαμελιά μου όσο η Κυβέρνηση να δικιώση όλους τους αγωνιστάς, και μεράστε τους τον μιστόν μου των δυστυχισμένων αγωνιστών». Έδωσα την αναφορά μου εις την Αντιβασιλεία και το ᾿βαλα και εις τον τύπον να παρακινηθούν κι᾿ άλλοι. Τότε πάγει ο Κωλέτης και λέγει της Αντιβασιλείας Αυτός οπού ᾿καμεν αυτό μαζώνει όλους τους αδικημένους και θα κάμη απανάστασιν -κι᾿ αν μου ᾿ρθε παρόμοια ιδέα, να ᾿χω την κατάρα της πατρίδος! Και δίνει γνώμη να με πιάσουν να με στείλουν εις το Παλαμήδι να με φυλακώσουνε. Έρχεται ο διοικητής ο Αξιώτης, ο φρούραρχος, ο γκενεράλ Πίζας μ᾿ ανακρένουν πως το ᾿καμα αυτό και ποιος με διάταξε. Τους λέγω κ᾿ εγώ Το κεφάλι μου με διάταξε, όταν ήταν τα μεσάνυχτα, οπού ήταν πολλά ήσυχα, και το ᾿καμα: Εκλείστηκα εδώ εις το κάστρο μ᾿ εκατόν-είκοσι-οχτώ ανθρώπους και γλύτωσαν σαράντα μόνον κι᾿ αυτείνοι καταπληγωμένοι. Ήρθα εις τον Φαληρέα με περίτου από οχτακόσους και σκοτώθηκαν οι μισοί. Εκεί-οπού δυστυχούν οι γυναίκες και τα παιδιά εκεινών ας δυστυχήσουνε και τα δικά-μου! Σηκώθηκα και πήγα εις τον αγαθόν Βασιλέα και τον βάσταξα απάνου από μιαν ώρα. Του ξηήθηκα πως σηκώσαμεν ντουφέκι των Τούρκων και πόσο μας ωφέλησαν και πόσο μας ζημίωσαν οι δικοί-μας πολιτικοί και να ιδή την κατάστασιν του κράτους του, αν θέλη μιαν ημέρα να βασιλέψη. Κ᾿ εγώ λυπούμαι τους δυστυχείς και δια την ησυχίαν του κράτους σου, οπού είναι η πατρίδα μου, έκοψα το ψωμί από τα παιδιά μου να το δώσω των φτωχών αγωνιστών». Τότε πήρε την ευκαρίστησιν και μου είπε να πάγω να τα ειπώ και της Αντιβασιλείας αυτά. Και πήγα και τα είπα. Και διάταξαν κ᾿ έγινε μια ξεκονόμηση εις τους αγωνιστάς και χήρες κι᾿ αρφανά των σκοτωμένων. Μου είπαν να τα πάρω να τα μεράσω εγώ, δεν θέλησα είπα να τα μεράση ο Δεσπότης και οι παππάδες. Κ᾿ έτζι έγινε. Κι᾿ ο Βασιλέας σηκώθη την αυγή και πήγε εις το συβούλιον της Αντιβασιλείας, οπού δεν ματάειχε πάγη. Και με γλύτωσε ο Βασιλέας από τους απατεώνες, οπού θα μ᾿ έχαναν αδίκως δια-να θέλω να κάμω καλό. Τέτοιοι ανθρωποφάγοι είμαστε εμείς, και δια ᾿κείνο ήμαστε σκλάβοι τόσους αιώνες εις τους Τούρκους -κ᾿ εμείς παιδιά αυτεινών είμαστε και την αρετή τους έχομεν. Εμείς να ζούμεν καλά και οι άλλοι ας χαθούνε -κι᾿ όποιος τους βοηθήση να τον χάσουμεν κ᾿ εκείνον!
Εις τα 1835 Μαγίου 20 κόλλησε ο Βασιλέας εις τον θρόνον. Έγινε λαμπρή παράταξη από την εκκλησίαν ως το παλάτι στρωμένος ο δρόμος και στολισμένος. Εις το παλάτι συνάχτηκαν οι πρέσβες κι᾿ άλλοι πολλοί, καθώς και οι αρχές όλες. Οι κυβερνήται μας δια-να δυσαρεστήσουν το στρατιωτικόν -ήταν δικός-τους ο φρούραρχος -παρουσίασαν όλες τις αρχές κ᾿ εμάς μας καταφρόνεσαν. Τότε πιάστηκα εγώ με τον φρούραρχον. Του λέγω Αυτ᾿ είναι η ᾿μέρα οπού τρομάξαμεν να την ιδούμεν οι Έλληνες και καταξοχή οι στρατιωτικοί, χύνοντας αίμα ποταμούς κι᾿ αφού αξιωθήκαμεν και είδαμεν τον Βασιλέα του αγώνος μας να κολλήση εις τον θρόνον, τηράτε να μας καταφρονέσετε;» Αφού εμπήκαν και οι παραμικροί και παρουσιάστηκαν, εμείς καθόμαστε καταφρονεμένοι. Λέγω των αξιωματικών «Σηκώτε να φύγωμεν». Κ᾿ ευτύς εβήκα εγώ έξω. Ακολούθησαν καμπόσοι μαζί μου. Αφού μας είδε η βάρδια θυμωμένους εμπήκε εις τα όπλα. Το ᾿μαθε ο μαρσιάλης του παλατιού, έτρεξε κοντά μας και μας πρόφτασε και μας παρακίνησε να γυρίσωμεν οπίσου. Καμπόσοι γύρισαν. Μου είπε κ᾿ εμένα να «γυρίσω του είπα «Δεν γυρίζω!» Το βράδυ όσοι δεν γύρισαν οπίσου ήρθαν εις το σπίτι μου και μου λένε να κάμωμεν μιαν επιτροπή να πάγη εις τον «μαρσιάλη. Εγώ τους λέγω «Ούτ᾿ επιτροπή στέλνω, ούτε πάγω να παρουσιαστώ. Όταν ήταν η τάξη πήγα δεν θέλησαν να μας παρουσιάσουνε -δεν ματαπάγω, κι᾿ αν του βαρύνη και του ίδιου του Βασιλέα! Σκλάβος δεν του είμαι εις τον Τούρκο ήμουν σκλάβος. Κι᾿ αν δεν με θελήση, πηγαίνω αλλού «και ζω. Την καταφρόνεσιν οπού μας κάνουν αυτείνοι πάντοτες την ᾿στάνομαι».» Τότε αυτείνοι πήγαν και παρουσιάστηκαν. Σαν δε μ᾿ είδανε κ᾿ εμένα, το βράδυ με προσκαλούνε να πάγω εις το τραπέζι. Σηκώθηκα και πήγα. «Τρώγοντας ψωμί μου λένε οι ᾿πασπισταί «Τ᾿ είναι αυτό οπού έκαμες σήμερα; Από το Παλάτι το βασιλικόν έγινες αρχηγός και πήρες τους αξιωματικούς κ᾿ έφυγες. -Τους είπα, αρχηγός έγινα του κεφαλιού μου. Όποιος με «καταφρονεί, εγώ φέγω κι᾿ άλλος ας κάμη ό,τι θέλη». Πλησίασε ο Βασιλέας και σιωπήσαμεν. Το ᾿μαθε ο Βασιλέας ύστερα και περιόρισε τον Γραμματέα του Στρατιωτικού και φρούραρχον. Και παρουσιαζόμαστε κατά την τάξη. Ο φρούραρχος κι᾿ άλλοι ᾿νεργούνε και γίνεται ένα τραπέζι εις το Μαρούσι και πηγαίνει εκεί ο φρούραρχος, οι ᾿πασπισταί του Βασιλέως Τζαβέλας, Γενναίος, Κατζάκος, Γριβαίγοι, Μαμούρης, Βάσιος, Χατζηπέτρος, Μήλιος κι᾿ άλλοι πολλοί ήμαστε καμμιά σαρανταριά. Θέλαν να διατιμήσουνε εμένα να δώσω αιτίαν να με χτυπήσουνε. Μου λέγει έναν λόγον πειραχτικόν «ο συγγενής του Κωλέτη ο Χατζηπέτρος σ᾿ το τραπέζι. «Πώς; του λέγω τι είπες; Πάρε το σπαθί σου και σήκου απάνου να σου δείξω!» Δεν σηκώθη. Πήρα μια μποτίλλια του την τίναξα εις το κεφάλι. Πιαστήκαμεν Είδαν ότι θα χοντρήνη το κακό και σηκώθηκαν όλοι και μας χώρισαν. Η Αντιβασιλεία έπαψε άμα κόλλησε ο Βασιλέας εις τον θρόνον, κ᾿ έγινε ο Αρμασπέρης Αρχικατζελάριος. Οι αγωνισταί αδικήθηκαν από την πρώτη ᾿πιτροπή κι᾿ ολημέρα φώναζαν εις τον Βασιλέα -και πλήθος αναφορές. Τότε διορίζουν τον γκενεράλ Τζούρτζη πρόεδρον μιας επιτροπής μέλη τον Κριτζώτη, τον Νικήτα, τον Τζαβέλα, τον Ομορφόπουλον κ᾿ εμένα. Ο Κατζελάριος, της Αγγλικής φατρίας, φρόντισε πρώτα κ᾿ έδιωξε τον Κωλέτη, -τον έστειλε πρέσβυ εις την Γαλλία τον Μεταξά τον έστειλε εις την Ισπανία. Τον Μαυροκορδάτο προ-καιρού τον είχαν διώξη. Τότε ο Αρμασμπέρης παντρεύει δυο κορίτζα του και τους δίνει τα δυο παιδιά του Κατακουζηνού. Κ᾿ έτζι επεβαίνουν και εις την θρησκεία μας δια-να μας φκειάσουνε του δόματός τους από λίγον κατ᾿ ολίγον. Κι᾿ αυτό το παράδειμα το ακολούθησαν και οι Έλληνες και παντρεύονται τοιούτως. Τότε ο Αρμασμπέρης δια-να δείξη ότ᾿ είναι ο αγαπημένος των Ελλήνων -και είδε ότι μ᾿ αγαπούνε εις όλο το κράτος -θέλει το στρατιωτικόν να του προσφέρουν ένα σπαθί και να τον πολιτογράψουν παντού εις την Ελλάδα. Με παίρνει μου κάνει ένα τραπέζι ήταν κι᾿ ο Τζούρτζης εκεί ο φίλος του. Μου λέγει ότι μ᾿ αγαπάγει και θα ᾿νεργήση να μου δώσουν τον σταυρόν με τ᾿ άστρος κι᾿ άλλα πολλά. Την άλλη ημέρα μου λέγει ο γκενεράλ Τζούρτζης δια το σπαθί, να ᾿νεργήσω, και δια το πολιτόγραμμα κι᾿ ότι ο Κατζελάριος θα με κάμη σημαντικόν άνθρωπον. Του υποσκέθηκα αυτά με τα χείλη. Πηγαίνει ο Γαρδικιώτης Γρίβας με το τάμα του ᾿σ την Δυτική Ελλάδα και ᾿ρέθιζε τους κατοίκους να σηκωθούν αναντίον της Κυβέρνησης, το-ίδιον και σε άλλα πολλά μέρη, καθώς κι᾿ ο Θοδωράκης Γρίβας έβγαζε ληστές παντού κι᾿ άλλοι τοιούτοι. Κι᾿ αφάνιζαν τους κατοίκους. Τότε άρχισε και η βαθμολογία της επιτροπής. Θέλαν να βάλουν εις την βαθμολογίαν πολλούς ανάξιους, οπού να μην λείψουνε ποτές οι δυστυχίες από τους αγωνιστάς και γενικώς από την πατρίδα. Τότε δια-να μ᾿ ελκύσουν είπαν να μου κάμουν και τον αδελφό μου λοχαγόν, ότ᾿ είναι αδικημένος από τον «Καποδίστρια. Τους λέγω «Είναι υπολοχαγός ᾿σ εκείνο να μείνη. Και να δικαιώσουμεν τους ανθρώπους του Αγώνος να φάνε κομμάτι ψωμί, να μην ταλαιπωριώνται ξυπόλυτοι και γυμνοί. Αυτούς έχομεν αδελφούς -να σωθούν τα δεινά τους, να ησυχάσουν και αυτείνοι και η πατρίδα και ο Βασιλέας. -Μου λένε, τον βάνομεν εμείς τον αδελφό σου κ᾿ εσύ φώναζε ό,τι θέλεις.- «Τον βάνετε εσείς, απαρατιώμαι εγώ και το βάνω εις τον τύπον διατί απαρατήθηκα». Τότε τ᾿ άφησαν και τους είπα «Να ᾿χωμεν δικαιοσύνη και να λέμεν με φόβον του Θεού όποιον αγωνιστή ξέρει ο καθείς. Και τοιούτως ακολουθήσαμεν. Τότε διορίστη ο γκενεράλ Τζούρτζης και Γενικός Επιθεωρητής του στρατού. Αποφασίστη κι᾿ όσους βαθμολόγησε η πρώτη ᾿πιτροπή κ᾿ εμείς να συστηθούν σε τετραρχίες και να γένη φάλαγξ. Κάμαν δέκα τετραρχίες. Διόρισαν κ᾿ εμένα τετράρχη της Αττικής. Αστένησα. Έρχονταν εις το σπίτι μου πολλοί άνθρωποι να με ιδούνε έρχονταν και οι αξιωματικοί «της τετραρχίας μου. Δυο-τρεις μου λένε «Εδώ οι Γριβαίγοι ᾿ρεθίζουν τους στρατιωτικούς και τους στέλνουν και πηγαίνουν έξω εις το κράτος και κάνουν «ληστείες». Τότε και εις το Κράβαρι, χωρίον Ελετζού, είχε πάγη ο Καλαμάτας» κι᾿ άλλοι λησταί και το πάτησαν χάλασαν και το σπίτι ενού αγωνιστή, Καλατζαίγους τους λένε. Εκεί ρωτούσαν οι λησταί πότε μπορεί να βγούνε οι Γριβαίοι όξω να ξέρουν. Τότε απ᾿ αυτούς ήρθε ένας εδώ να ειπή την δυστυχίαν του τον είχα φίλο μου είπε αυτά. Τότε αυτά κι᾿ ό,τι μου είπαν οι αξιωματικοί κατά χρέος θέλησα να τα ειπώ του Αρχικατζελάριου. Μην ξέροντας την γλώσσα του, είχα τον Βαλέττα φίλο και του το είπα κι᾿ αυτός ήφερε τον γυναικάδελφό του Παναγιωτάκη Σούτζο και τα είπαμεν να τα ειπή τ᾿ Αρμασπέρη. Πήγε και του τα είπε. Τότε αυτός δια-ν᾿ αποκοιμίση εμένα, με προσκαλεί να πάγω να φάμε ψωμί. Ρωτάγω τον δούλον του ποιοι άλλοι είναι εις το τραπέζι, μου λέγει οι Γριβαίγοι και ο Παναγιωτάκης ο Σούτζος. Τότε λέγω του δούλου «Σύρε και πες του Εξοχωτάτου Αρμασπέρη δεν είμαι άξιος να φάγω ψωμί εις το τραπέζι του». Τότε του το ᾿βγαλα φόρα και δια το σπαθί και πολιτογράψιμον. Φανερώθη κι᾿ απαρατήθη από αυτά. Τότε άρχισε η αποστασία εις την Δυτική κι᾿ Ανατολική Ελλάδα. Ο Βασιλέας είχε πίστη ᾿σ εμένα μου στέλνει τον Μιαούλη και μου λέγει θα διορίσουνε αρχηγούς δια την καταδίωξιν των αντάρτων και ληστών και να με διορίση κ᾿ εμένα. Του είπα, δεν μου το συχωρεί μήτε η υγεία μου, μήτε η συνείθησή μου να χτυπήσω τους αγωνιστάς, οπού άλλοι ήταν οι αίτιοι. Και διόρισαν τον Βάσιο, τον Μαμούρη, τον Τζαβέλα και τον ᾿νεργητή Γρίβα κι᾿ αδελφόν του Γαρδικιώτη. Και κινήθηκαν αναντίον εκεινών, οπού παρακινούσαν να σηκωθούνε «κ᾿ είναι κι᾿ αυτείνοι σύνφωνοι», τους λέγαν. Και τους πήγαν αναντίον τους δολερώς κι᾿ απίστως και σκοτώθηκαν τόσοι αγωνισταί κι᾿ αρφάνεψε η πατρίς από αυτούς. Ότι μιαν ημέρα θα τους χρειαστή και που να τους εύρη; Τα ᾿φαγαν τα περισσότερα και καλύτερα παληκάρια οι δολεροί και οι κακοί ανθρώποι. Διόρισαν ύστερα και τον γκενεράλη Τζούρτζη να πάγη επί-κεφαλής αυτεινών πήρε κ᾿ εμένα με την τετραρχίαν και το πεζικό της γραμμής και καβαλλαρία και Γαρδικιώτη με το τάμα του και πήγαμεν εις Μισολόγγι. Και μάθαμεν ότι διαλύθηκαν οι αντάρτες, όταν μάθαν τον δόλο και την απάτη των συντρόφωνέ τους. Οι κάτοικοι πήγαν εις τα σπίτια τους, οι σημαντικοί έπαθαν σκοτωμούς και φυλακές και οι λησταί πήγαν εις το Τούρκικον. Και τότε ο Γρίβας έστελνε κεφάλια των συντρόφωνέ του εις την Κυβέρνηση, καθώς έστελνε ένας ντερβέναγας του Αλήπασσα, τον έλεγαν Ισούφ-Αράπη. Εις το Βραχώρι μάθαμεν ότι ο Βασιλέας μας πάγει εις την Μπαυαρία να παντρευτή. Από τους ανθρώπους εις το Ξερόμερον κι᾿ αλλού μάθαμεν τις ενέργειες των Γριβαίων κι᾿ όλης της συντροφιάς. Ήρθαμε εδώ εις Αθήνα, αφού κάμαμεν όλη την περιοδεία. Τότε ο Γρίβας τούρκεψε τους ανθρώπους. Ήρθαν οι κάτοικοι φωνάζοντας εις την Κυβέρνησιν έφυγαν και καμπόσες φαμελιές και πήγαν εις την Τουρκιά. Τότε όσους ήταν άξιοι δια παλούκι, όλους τους ληστάς, τους σύναξε ο Γρίβας και προστάζει ο Κατζιλέρης ο Αρμασπέρης, διορίζει κ᾿ εμάς την ᾿πιτροπή κατά το ριπόρτο του Γρίβα, αφού τους έστειλε διαταγή να μπούνε μέσα-εις το κράτος, οπού ήταν εις την Τουρκιά, κι᾿ αφού ήρθαν διατάττει την ᾿πιτροπή ο Αρμασμπέρης να τους κάμωμεν αξιωματικούς. Ο σύντροφός του ο γκενεράλ Τζούρτζης ήταν έτοιμος εγώ τους είπα «Τα χέρια μου και τα δυο να τα κόψετε, υπογραφή δεν βάνω να βαθμολογήσω ληστάς, οπού κάψαν τις εθνικές καζάρμες και σκότωσαν και τις φυλακές των συνόρων!» Τότε ᾿γγιχτήκαμε δι᾿ αυτό μάλλωσα με τον γκενεράλη. Πήρα τ᾿ άλλα τα μέλη εις το σπίτι μου και φάγαμεν και τους είπα «Δεν θα σκοτωθούμεν από τους αγωνιστάς; Εκείνοι να περπατούνε δυστυχισμένοι, και τους ληστάς να τους φκειάσουμεν αξιωματικούς;» Τότε ορκιστήκαμεν και δεν θέλησε κανένας από ᾿μάς. Και τους έκαμεν μόνος του ο Αρμασμπέρης. Και διάταξε να ᾿ρθη ο Γρίβας εις την Αθήνα. Κ᾿ ήρθε με καμμιά εκατοστή τέτοιους. Κι᾿ ο Αρμασμπέρης διόρισε τους φίλους του και γαμπρούς του και πήγαν και τον δέχτηκαν. Οι κάτοικοι έλπιζαν να τους παλουκώσουνε, κι᾿ ο Κατζελάρης τους έκανε τέτοιες επίδειξες. Το ᾿δωσε και τον σταυρό του λαιμού, και η γυναίκα του του χάρισε ένα ρολόγι. Τότε έγινε η Αθήνα σπίτι των ληστών δεν κόταγαν να βγούνε οι άνθρωποι έξω βρίσκονταν σκοτωμένοι, γυμνωμένοι, από αυτά πλήθος. Έδειρε ο Γρίβας και τον φίλο του τον Σκούφο, οπού πείραζε με την ᾿φημερίδα του αυτούς όλους. Τότε ήμουν μέλος του Δημοτικού Συνβουλίου ο Καλλεφουρνάς πρόεδρος, φίλος μου. Μιλήσαμεν εις το σπίτι μου την κατάστασιν της πρωτεύουσας και είπαμεν να συνάξωμεν το Δημοτικόν Συνβούλιον και να γυρέψωμεν να γένη μια πολιτοφυλακή. Το συνάξαμεν αρχίσαμεν την πρότασιν οι δυο μας. Ηύραμεν σύνφωνο όλο το Συνβούλιον να γένη αυτό, κ᾿ εμένα με διόρισαν αρχηγόν. Τους είπα «Η ομιλία δεν είναι δια δόξες, είναι δια προφύλαξή μας, και δεν θέλω αρχηγίες όποτε είναι η αράδα μου, ως απλός πολίτης φυλάγω κ᾿ εγώ». Έγιναν όλα αυτά. Το ζητήσαμεν από την Κυβέρνηση βήκαν δυο αναντίοι ο Κοκκίδης κι᾿ ο Γεννάδιος σύβουλοι. Τότε ο Αρμασμπέρης πειράχτηκε. Πήραν και την πράξη την βάλαν εις τον τύπον. Εγώ καθώς γύρισα από την περιοδεία δεν είχα πάγη τελείως εις τον Αρχικατζελάριον με ζήτησε εις το τραπέζι του, δεν ζύγωσα. Τότε άρχισε να με βαρή. Ζητώ να παρουσιαστώ να του μιλήσω με διαρμηνέα δικόνε-μου. Παίρνω τον Βενθύλο και πήγα. Ήταν καμμιά εβδομηνταργιά Έλληνες απόξω, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Και εις όλα είχε τον Παναγιωτάκη Σούτζο οπού συβουλεύεταν. Αφού γλύτωσε από τους άλλους, μπήκα μέσα πήρα και τον Βενθύλο. Μου λέγει ο Αρχικατζελάριος «Πολύν καιρό δεν σ᾿ είδα μου φαίνεται, είσαι αστενής; -Όχι, του λέγω, είμαι υγιής. Εξ-αιτίας-οπού καταγένεσαι είπα ότι η παρουσία μου σου δίνει βάρος και δι᾿ αυτό δεν σ᾿ ενόχλησα. -Κύριε, μου λέγει, τ᾿ ήταν εκείνο οπού ᾿κανες εις το Συβούλιον; -Έκανα ως πατριώτης ορκισμένος εις την πατρίδα μου και να προφυλάξω την πολιτεία μας ό,τι έκαμα το ᾿καμα μαζί-μ᾿ άλλους δεκαπέντε. Δικαιοσύνη θέλουν οι Έλληνες, Εξοχώτατε! Ότι χύσαμεν ποταμούς αίματα και την δικαιοσύνη δεν την λέπουμεν. Και εις την Αθήνα κανείς δεν κρύβεται, ότι τα σπίτια είναι μεϊντάνια». Βγάζει έξω ότι γένεται μια φατρία να σκοτώσουνε τους σημαντικούς κι᾿ αυτόν, κι᾿ αρχηγός αυτεινής της φατρίας είμαι εγώ. Τότε θέλει να στείλη να με πιάσουνε. Αποφάσισα ν᾿ αντισταθώ. Ήρθε ο Νότης, ο Βαλτηνός μου λένε «Τι ᾿ναι αυτά οπού ακούμε; και θα πάθης. -Σκαλίζω τον κήπο μου, τους λέγω όποιος θελήση να με πειράξη -ο αδύνατος έχει του Θεού την δύναμη εις το δίκιον του», τους είπα. Τότε πάνε και τα λένε αυτά του Αρμασπέρη και σιώπησε το κίνημα και μο᾿ ᾿στειλε να ησυχάσω. Έγραψα αυτά του Βασιλέως, πως έγινε η ανταρσία της Ρούμελης, που κατήντησαν οι υπήκοοί του, πως έγιναν οι βαθμολογίες, πως ᾿νεργούν αναντίον του και να ᾿ρθη να κυβερνήση το κράτος του. Και να βαστάξη και την αναφορά μου κι᾿ αν τον απατώ, δεν είναι δίκιος Βασιλέας αν δεν με καταδικάση εις θάνατον. Τότε κάνω κ᾿ ένα τραπέζι και παίρνω όλους τους Μπαυαρέζους, οπού ήταν φίλοι του Βασιλέως κι᾿ αναντίοι του Αρμασπέρη, και τρώμεν εις το σπίτι μου και τους παρακινώ να φκειάνουν κι᾿ αυτείνοι μιαν αναφορά και ξεστόριζαν τα κακά οπού τρέχουν εις το κράτος του. Τότε ο Βασιλέας διάβασε τις αναφορές με τον πατέρα του. Του είπε ο Βασιλέας ότι έχει πολλή πίστη ᾿σ εμένα. Τότε εις Μπαυαρίαν έστειλε ο Αρμασπέρης τον γαμπρό του τον Κατακουζηνόν. Έμαθε ο Κατακουζηνός την αναφορά μου, γράφει του πεθερού του αυτά. Τότε άρχισε ο Αρμασμπέρης να λαβαίνη μέτρα πως να μ᾿ εξαλείψη. Ήμουν πρόεδρος του Δημοτικού Συνβουλίου. Μαζώνεται όλο το Συνβούλιον και φκειάνομεν ένα ψήφισμα και λέγαμεν «Μ᾿ αυτόν τον τρόπον δεν διοικιώμαστε, με το «έτζι-θέλω» του κάθε-ενού θέλομε νόμους κατά τους αγώνες μας και θυσίες μας». Πριν βγάλωμεν την αναφορά έξω να μαθευτή, κάνω ένα τραπέζι καλό και παίρνω όλους τους σημαντικούς αγωνιστάς. Παίρνω τον Κουντουργιώτη, τον Μπόταση κι᾿ άλλους πολιτικούς, παίρνω τον Κολοκοτρώνη, Νότη, Βαλτηνό, Βάσιο κι᾿ άλλους πολλούς στρατιωτικούς, παίρνω τον Δήμαρχον κι᾿ όλο το Δημοτικόν Συβούλιον. Ήμαστε ᾿σ το τραπέζι περίτου από εξήντα. Αφού φάγαμεν κι᾿ αρχίσαμεν να σηκώσουμε τα γιομάτα, σηκώθηκα εγώ κ᾿ είπα «Ζήτω του Βασιλέως μας και της Βασίλισσάς μας και να τους δώση ο Θεός και βασιλόπαιδα, και να τους φωτίση να μας κυβερνήσουνε με συνταματικούς νόμους κατά τις θυσίες της πατρίδος». Έπιαν όλοι το γιομάτο. Την αυγή το ᾿μαθε ο Αρμασπέρης αυτό, τους πήρε όλους εις την οργή του κ᾿ εμένα δια παλούκωμα. Τότε του στείλαμεν και το ψήφισμα, οπού φκειάσαμεν το Δημοτικόν Συβούλιον το βάλαμεν και εις τον τύπον. Τότε γύρεψε να με κάμη εξορίαν. Ήρθε ο κομαντάντης της πιάτζας στελμένος από τον φρούραρχον να γένω χαζίρι σε δυο ώρες να φύγωμεν -θα ᾿ρθουν να με πάρουν και να είμαι εις την θέλησίν τους, να με ξορίσουνε εις τα νησιά. Τους είπα «Είμαι αστενής εξ-αιτίας των πληγών και θα κάτζω με την φαμελιά μου να με συγυρίση εις το σπίτι μου. κι᾿ αν έφταιξα, ας με κρίνη η Κυβέρνηση με τους νόμους της πατρίδος μου και να με παιδέψη κατά το έγκλημά μου». Τότε στείλαν γιατρούς κι᾿ από το γινάτι μου μ᾿ έπιασε μια μεγάλη κάψη. Με γύμνωσαν, είδαν τις πληγές. Τότε λέγω του κομαντάντη και των γιατρών «Επειδήτις η Κυβέρνηση δεν έχει πίστη ᾿σ εμένα, ότι της λέγω είμαι αστενής και με γυμνώσετε ως σουλντάτον, δεν ματαθέλω να είμαι εις την ᾿πηρεσίαν της ως αξιωματικόν δεν με γνωρίζει, κ᾿ εγώ δεν την γνωρίζω κι᾿ απαρατιώμαι και είμαι εις-το-εξής απλός πολίτης. Και να λάβη και την ᾿πηρεσίαν της τετραρχίας και το γραφείον». Ήρθαν μου μίλησαν πολλοί να μην απαρατηθώ δεν στρέχτηκα κι᾿ απαρατήθηκα. Τότε στέλναν οληνύχτα πεζούρα και καβαλλαρία και με φύλαγαν. Έρχονταν και οι αγωνισταί κρυφίως και με φύλαγαν ᾿σ το σπίτι μου κ᾿ έξω εις τις ελιές. Ότι ήθελαν να με πάρουν δια-νυχτός. Ότι ο Αρμασπέρης δεν ξέχανε την αναφορά οπού ᾿γραψα εις τον Βασιλέα. Τότε διάλυσαν και το Δημοτικόν Συνβούλιον, έπαψαν και τον Δήμαρχον και ξέκλησαν και το πρωτόκολλον να μην φαίνωνται αυτές οι πράξες, ούτε εκείνη δια την πολιτοφυλακή, ούτε η άλλη δια το σύνταμα. Μ᾿ είχαν κλεισμένον εις το σπίτι μου όσο-οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας -κι᾿ ως τώρα να μην έρχεταν, εγώ θα ήμουν ακόμα φυλακωμένος. Εις την Μπαυαρίαν του είπε ο πατέρας του του Βασιλέα κ᾿ έφερε μαζί του τον Ρουντχάρτη να τον βάλη εις τον τόπον του Αρμασπέρη. Τα 1837 Φλεβαρίου 3 ήρθε ο Βασιλέας και η αγαθή Βασίλισσα. Πήγαν οι πρέσβες εις την φεργάδα τους είπε ότι ο Αρχικατζελάριος είναι παμένος κ᾿ ευτύς ν᾿ αναχωρήση από το κράτος. Τότε πέθανε κι᾿ ο Κατζελάριος κι᾿ ο φίλος του ο πρέσβυς της Αγγλίας. Πάσκισε να τον βαστήξη του-κάκου. Πήγαμε και συνοδέψαμε τους Βασιλείς με μεγάλη παράταξη κι᾿ όλοι οι πολίτες. Σε δυο ημέρες φκειάνω μιαν αναφορά της Μεγαλειότης του και του ξηγώμαι δια την αναφορά οπού ᾿στειλα εις την Μπαυαρίαν τι δοκίμασα και τι αντενέργειες του κάναν δια-να μην ματαγυρίση οπίσου εις την Ελλάδα και η Αγγλία τι σκοπούς έχει και πως ρήμαξε το ταμείον ο Αρμασπέρης κι᾿ ο υπουργός της μπιστοσύνης του, της Οικονομίας τι πήραν μαζί και τα καλύτερα υποστατικά, σταφίδες, μύλους κι᾿ άλλα τα μέρασαν (τα όποια φαίνονται ως σήμερα) και γύμνωσαν την δυστυχισμένη πατρίδα. Και εις το Κράτος του μένει η δυστυχία. Χάλευε ο Αρμασπέρης και η συντροφιά του να κάμουν τον Λασσάνη συνταματάρχη, και διαμαρτυρήθηκα κ᾿ έμεινε. Τους βαθμούς τους δώσαν των ληστών και οι αγωνισταί μείναν δυστυχείς. Παρουσιάστηκα και μίλησα αυτά του Βασιλέως και το᾿ ᾿δωσα και την αναφορά μου και του έλεγα ᾿σ-το-εξής δεν είμαι άξιος τοιούτως να δουλέψω, ότι δεν μου το συχωράει η υγεία μου και να μου δώση την άδεια να βάλω την κόπια της αναφοράς μου εις τον τύπον. Μου είπε να μην την βάλω. Τότε, αφού έμαθε αυτά ο Αρμασπέρης ᾿νέργησε να με καταδικάσουνε. Του παραγγέλνω είμαι έτοιμος σε ό,τι αγαπάη, εις τους νόμους της πατρίδος μου να κριθώ, και δεν θέλω κι᾿ αβοκάτους, ότι έχω την ίδια-μου αλήθεια αβοκάτο Τότε σιώπησε κ᾿ έμεινε. Το᾿ ᾿δωσε ο Βασιλέας εκατό-χιλιάδες δραχμές του Αρμασπέρη, πήρε και κάνα-μιλλιούνι τάλλαρα και πάγει ᾿σ την δουλειά του. Ήταν ψειργιασμένος κόντης κ᾿ έγινε πραματικός. ᾿Σ το φευγάκι του έκαμεν ένα τραπέζι μεγάλο και κάλεσε τους συντρόφους του Κριτζώτη, Γριβαίγους, Μαμούρη, Ρούκη, Κολιόπουλον, Γενναίον, Τζόκρη κι᾿ άλλους τοιούτους, οπού τους έκαμεν με υποστατικά και με χρήματα -τους έδινε ένα αυτεινών κ᾿ έπαιρνε αυτός εκατό. Τους πήρε και φάγαν ψωμί σηκώθη κ᾿ έπγε ένα γιομάτο και λέγει «Εις υγείαν εσάς των αγαθών Ελλήνων οπού συντρώμεν σήμερα κι᾿ αποχαιρετιώμαστε». Άρχισαν κ᾿ έκλαιγαν όλοι. Τους είπε πολλά τοιούτα παραπονευτικά λόγια. Τέτοιοι είμαστε εμείς. Όταν φεύγουν οι τύραννοι, οι κλέφτες, εκείνοι οπού θέλουν να βουλιάξουν την πατρίδα, κλαίμεν και λυπώμαστε κι᾿ όταν την γυμνώνουν, γελάμεν και χαιρόμαστε. Όταν ήμουν φυλακισμένος, όλοι αυτείνοι με βρίζαν και με κακοσύσταιναν κι᾿ αν κάθεταν ο Αρμασπέρης πίσου, ήμουν χαμένος. Ότ᾿ η αλήθεια κατατρέχεται. Τότε έφυγε ο Αρμασπέρης και τον συντρόφεψαν όλοι οι φίλοι του κάτου εις το καράβι. Πήγα κι᾿ αντάμωσα τον Ρουντχάρτη, οπού έμεινε εις το ποδάρι εκεινού. Του είπα όλα αυτά. Τον ζήτησα να ᾿ρθη εις το σπίτι μου να φάμεν. Μου είπε «Σου μιλώ δι᾿ αυτό». Ρώτησε τον Βασιλέα, του είπε να ᾿ρθη ότι πήγα κ᾿ εγώ, του είπε, εις τον Μακρυγιάννη. Μου είπε ότι έρχεται. Κάλεσα και τον μαρσιάλη του παλατιού κι᾿ όλους τους αυλικούς και Κουντουργιώτη, Κολοκοτρώνη κι᾿ άλλους πολλούς πολιτικούς και στρατιωτικούς. Τους έκαμα ένα τραπέζι πολλά καλό. Τότε έπιαμεν υπέρ της Μεγαλειότης του και του Ρουντχάρτη ύστερα και είπα «Από δικαιοσύνη διψάγει η πατρίδα και ᾿λικρίνεια όποιοι την κυβερνούνε ο Θεός να τους φωτίση και να τους οδηγήση εις αυτό. Έπγε κι᾿ ο Ρουντχάρτης δια ᾿μένα. Είναι η αλήθεια του Θεού, όσον καιρόν κυβέρνησε αυτός μεγάλη δικαιοσύνη και ᾿λικρίνεια είδαμεν και ξόδιαζε κ᾿ εξ ιδίων του πολλά. Αλλά την αρετή εις την Ελλάδα η ᾿διοτέλεια την κάνει κακία. Δεν τον θέλει τον καλόν άνθρωπον ο Λάγινης, δεν τον θέλουν οι άλλοι πρέσβες, δεν τον θέλουν οι εδικοί-μας οι απατεώνες. Καθώς το ᾿λεγαν αυτείνοι να κυβερνήση δεν τους έκανε το κέφι τους έδωσε την απαραίτησίν του. Τον Βασιλέα τον απάτησαν οι άλλοι οι Μπαυαρέζοι οπού ήταν στρωματίδες των ξένων αντενεργούσαν όλοι κ᾿ έφυγε από την πατρίδα μας ο καλός κι᾿ αγαθός άνθρωπος και εις τον δρόμον πέθανε από την πίκρα του. Ο Θεός να το᾿ ᾿χη την ψυχή του αυτεινού του αγαθού ανθρώπου και των αλλουνών όσοι ήρθανε εις την πατρίδα μας να την χάσουνε να την δώση την ψυχή τους του αναθεματισμένου και να τους δικιώση και να τους κάμη την ανταμοιβή της κακίας τους δια όσα έκαμαν γενικώς εις τους Έλληνες και - Κάμαμεν νέες εκλογές και βάλαμεν δήμαρχο τον Καλλεφουρνά και μπήκα κ᾿ εγώ μ᾿ άλλους σύνβουλος από το μέρος των τίμιων πολιτών. Τότε μπήκε και το χαρτόσημον και ᾿πιτηδέματα ᾿σ ενέργεια δια-να βασταχτούμεν. Ότι τα δάνεια εμείς δώσαμεν υπόσκεση ότι τα δανειστήκαμεν και η Μπαυαρία τα ρούφηξε με τον Αρμασπέρη και συντροφιά. Εις την Πάτρα τον ζωγράφισαν και τον έκαψαν σαν τον Γιούδα για την καλωσύνη οπού ᾿καμεν εις την Ελλάδα. Κι᾿ ο Θεός ξέρει τα υστερνά μας. Όμως η καλή ᾿μέρα φαίνεται από την αυγή. Πατρίδα, πατρίδα, ήσουνε άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός, μόνος ο αληθινός αυτός κι᾿ ο δίκιος κυβερνήτης σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμα! Ο Αρμασμπέρης δια ᾿μένα άφησε κακές σύστασες εις τον Βασιλέα και τους οπαδούς του, οπού άφησε εδώ και εις το Παλάτι, πάντοτες να με κατατρέχουν. Και την παραγγελίαν του την ξακολουθούν όλοι. Άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και είχα εννιά γιατρούς πέντε μήνους και μ᾿ αποφάσισαν εις τον θάνατον. Γύρεψα απ᾿ ό,τι μου χρωστάει η Κυβέρνησις να μου δώσουν να ξεκονομηθώ δεν στάθη τρόπος. Μόνον μιαν χάρη μο᾿ ᾿καμαν μάθαν ότι πέθανα και κάμαν τη μουσική έτοιμη να με χώσουνε με παράταξιν. Όταν στείλαν και τους είπανε ότι ζω ακόμα, πικράθηκαν πολύ. Είδα αυτεινών την αρετή και των συνπολιτών μου την λύπη και γιόμοζαν τα σουκάκια να μάθουν πως είμαι. Αφού μίλησα του Βασιλέα δια τον Λασσάνη, τις μεγάλες κατάχρησες οπού ᾿καμεν αυτός και οι συντρόφοι του, κι᾿ αφάνισε την πατρίδα, και του Σπυρομήλιου το᾿ ᾿δωσε την Λιβαδόστρατα εις την Φήβα κι᾿ άλλα, τον έβγαλε τον Λασσάνη από την ᾿Κονομίαν και τον έβαλε εις την Λογιστική ᾿πιτροπή με βαρειόν μιστόν να διορθώση τις κατάχρησες, αυτός τις δικές-του και των φίλωνέ του -και οι αγωνισταί και χήρες των σκοτωμένων κι᾿ αρφανά παιδιά τους, κ᾿ εκείνοι οπού θυσιάσαν το δικόν τους ᾿σ τα δεινά της πατρίδος ας γκεζερούν εις τους δρόμους ξυπόλυτοι και ταλαιπωρεμένοι κι ας λένε ψωμάκι. Οι ακαθαρσίες της Κωσταντινόπολης και της Ευρώπης καρότζες, μπάλους, πολυτέλειες, λούσια πλήθος. Αυτείνοι αφεντάδες μας κ᾿ εμείς είλωτές τους. Πήραν τα καλύτερα υποστατικά, τις καλύτερες θέσες τους σπιτότοπους, ᾿σ τα υπουργεία βαρειούς μιστούς δανείζουν τα χρήματά τους δυο και τρία τα εκατό τον μήνα, παίρνουν υποθήκες -᾿σ ένα χρόνο και λιγώτερον κάνει δέκα το παίρνει ένα γίνηκαν όλοι ᾿διοχτήτες. Κριταί αυτείνοι, αφεντάδες αυτείνοι όπου να πάνε οι Έλληνες όλο ξυλιές τρώνε. Η φτώχεια άξηνε λίγον φταίξιμο να κάμη ο αγωνιστής, χάψη άλλος επί ζωγής, άλλος κόψιμον με την τζελατίνα. Όλο τέτοιες καλωσύνες έχομεν. Γιόμωσαν οι χάψες του κράτους. Και θησαύρισαν οι κριταί μας και οι αβοκάτοι μας. Το κράτος έτσι πάγει πολλά ομπρός! Μιαν ημέρα πέρναγε ο Υπουργός του Πολέμου ο Σμάλτζης δεν είχα τη νιφόρμα μου -δεν τον χαιρέτησα. Ευτύς με προσκαλεί και μου λέγει διατί δεν έχω τη νιφόρμα μου και δεν τον χαιρέτησα. Του λέγω «Σκαλίζω τον κήπο μου να γένουν λάχανα να φάγω με τα παιδιά μου και με τόσες φαμελιές των σκοτωμένων οπού ᾿ναι εις το σπίτι μου. Οι αγωνισταί, οπού αγωνίστηκαν, δεν τους δώσετε ούτε ένα αριστείον ενταυτώ όσοι ήταν μακρυά-από τους κιντύνους όλους τους δικιώσετε -βαθμούς, μιστούς πλουσιοπάροχους! Κι᾿ αυτείνοι οπού αγωνίστηκαν περπατούνε εις τον έναν και εις τον άλλον να φάνε κομμάτι ψωμί. Έχω καμπόσους τοιούτους εις το σπίτι μου, κύριε Υπουργέ, οπού τους θρέφω να μην πάνε δια ψωμί σε κακές στράτες και τους βάλετε εις τους νόμους και τους κόψη η τζελατίνα -θα τους χρειαστούμεν καμμίαν βολά δι᾿ αυτό σκαλίζω και δεν βάνω νιφόρμα, ότι κορνιαχτίζεται από το σκαλιστήρι. Κι᾿ όταν βγαίνω με-χωρίς νιφόρμα, κι᾿ ο Βασιλέας να είναι δεν τον χαιρετώ -ούτε τον καταφρονώ». Αφού του είπα πολλά, τον έβαλα σε συμπάθειον και πήγε και μίλησε του Βασιλέως και μερεμέτησε καμπόσους αγωνιστάς -και πάλε περισσότερους βάλαν μην έχοντας δικαιώματα και πάλε άφησαν τόσα λιοντάρια και σ᾿ έπαιρνε η νίλα να τους βλέπης. Τότε σηκώθηκα πήγα εις τον Βασιλέα και του μίλησα. Μου λέγει Τους δίκιωσα και τραβγέται. Τότε τον πιάνω πίσω. Αγανάχτησε αναντίον μου. Ματά τον πιάνω, και δάκρυσαν τα μάτια μου, και του λέγω «Είμαι άτιμος στρατιωτικός αν σε απατώ είναι καλύτεροι πολλοί από ᾿μένα, Βασιλέα!» Τότε σαν μ᾿ είδε οπού ᾿κλαψα, μπήκε σε συμπάθεια και ήρθε και μου μίλησε. Μου είπε «Το-λοιπόν μ᾿ απάτησαν! -Έτζ᾿ είναι, Βασιλέα μου, και θέλει τους ιδής». Την άλλη ημέρα τους είπα και πήγαν εις το Παλάτι και τους είδε τους εσπλαχνίστη και τους δίκιωσε. Ότι ξύσαν το μητρώον και βάναν ανθρώπους χωρίς δικιώματα εις τους βαθμούς. Όποτε βρη την αλήθεια ο Βασιλέας, έχει δικαιοσύνη -που αφίνει η ακαθαρσία της ανθρωπότης; Αυτείνοι οπού καταφάνισαν την πατρίδα βάνουν τους δούλους τους και κόλακές τους, εκείνους οπού ᾿χουν ίσια την αρετή κι᾿ αγώνες, και τους εγκωμιάζουν εις τις ᾿φημερίδες κάθε ολίγον και φκειάνουν και ᾿στορίες. Φκειάνει μιαν ιστορία ο Αλέξανδρος Σούτζος εις το Γαλλικόν και λέγει σωτήρες της Ελλάδος τους φίλους του. Βάνει κι᾿ ο Κωλέτης τον Σουρμελή, στενόν φίλον του Γκούρα και της φατρίας τους, και φκειάνει ᾿στορίαν και κατηγοράγει ασυστόλως τον Δυσσέα, τον οχτρό του Κωλέτη, κ᾿ εγκωμιάζει πολύ τον Γκούρα και τους φίλους του. Με τέτοια αρετή γένεται ᾿στορία; Να μην του ειπής και τα καλά του και τα κακά του κάθε-ενού, αλλά παθητικώς; Ρωτάτε πότε ήρθε αυτός από την Κωσταντινόπολη, ποιους είχε φατρία, τι διαγωγή έχει δείξη. Εις του κάστρου τις πολιορκίες, αν οι φίλοι του έκαμαν ένα, το κάνει πενήντα ό,τι κάναν εκείνοι οπού δεν είναι της φατρίας του και δεν μπορεί να το χωνέψη, «το ᾿καμαν οι ημέτεροι» λέγει. Οι φίλοι του ᾿στοριογράφου έχουν όνομα, εκείνοι οπού δεν είναι της φατρίας του δεν έχουν όνομα. Εις τους «ημέτερους» βάνει τους συντρόφους του και τους δίνει μερίδιον, ή το δίνει όλο εκεινών οπό᾿ ᾿χουν το όνομα -γένονται και «ημέτεροι». Αφού λέγει δια τον Δυσσέα πλήθος ψευτιές, τον κατηγορεί και δια το χτίσιμο του παππά. Πες και τα αίτια, ᾿στοριογράφο, και το κοινό είναι κριτής ή υπέρ είτε κατά. Ένας οπού γένεται προδότης εις τους Τούρκους κι᾿ αφανίζει τόσα παληκάρια -και τον γενναίον αγωνιστή Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ανθρώπους ποιος τον πρόδωσε εις τους Τούρκους και τους κάψαν όλους σε μιαν εκκλησιά; Κι᾿ άλλες πλήθος προδοσιές; Κατηγοράς τον Δυσσέα ως άναντρον. Δώδεκα-χιλιάδες Τούρκους με λίγη δύναμη τους πολέμησε εις το Δαδί και κιντύνεψε και ύστερα μ᾿ έναν τεσκερέ του τους έδιωξε και λευτέρωσε την πατρίδα, οπού κιντύνευε να χαθή. Βλέποντας αυτούς τους δυο μεγάλους πολιτικούς, Μαυροκορδάτο και Κωλέτη, ότι ο ένας ηύρε τον πατριώτη του Σούτζο κ᾿ εγκωμιάζει αυτόν και την συντροφιά του, ο άλλος τον Σουρμελή, τότε ο τρίτος πολιτικός της Ελλάδος ο Μεταξάς ηύρε κι᾿ αυτός τον δικόν-του, ηύρε τον Κάρπον οπού ᾿ρθε από την Ρουσσίαν την πρώτη χρονιά της απανάστασής μας, ήρθε εις τον Δυσσέα και τον γύμναζε αρετή ρούσσικη, αγαθότη, σεμνότη, πατριωτισμόν τοιούτον. Από τότε οπού ᾿ρθε αυτός ο σεβάσμιος παππάς από την Ρουσσία κ᾿ έμεινε πλησίον του Δυσσέως, άρχισε αυτός να κατατρέχη τους συντρόφους του στρατιωτικούς και να μην έχη πίστη, αλλά μεγάλη υποψία, να μην έχη μάτια να τους ιδή, ούτε αυτοί τον Δυσσέα. Διαίρεση και εις τους προκρίτους της Λιβαδειάς και κατοίκους. Όταν ήθελε ο Δυσσέας να βάλη ᾿σ ενέργεια την παιδεία δι᾿ αυτούς κατά συνβουλή του Κάρπου, έτοιμος αυτός ο άγιος Καρπός της Ρουσσίας, πήγαινε ως λυσσιασμένο σκυλί κι᾿ αφάνιζε τους κατοίκους κατά διαταγή του Δυσσέως. Έναν προεστόν του Ταλαντιού Αλέξαντρον ο Κάρπος έσπειρε τον κακόν καρπόν εις το κεφάλι του Δυσσέα αναντίον του Αλεξάντρου κ᾿ έλαβε διαταγή και πήγε και σκότωσε μ᾿ άλλους μαζί τον προεστό του Ταλαντιού. Και μ᾿ αυτές τις μεγάλες δούλεψες ο άγιος Κάρπος έκοψε τα γένια του, αρνήθη τον όρκον του, έγινε λοχαγός του ταχτικού, έγινε και ᾿στοριογράφος του Μεταξά, του τρίτου πολιτικού της Ελλάδος, του Ρόδιου και συντροφιάς, κ᾿ εγκωμιάζει τον Δυσσέα με τρόπον να κλέβη των αλλουνών αγώνες και θυσίες. Ώστε όποιος δεν είναι εις την σημαία του Μαυροκορδάτου φατριαστής κι᾿ Αγγλιστής, Κωλέτη και Γαλλιστής, Μεταξά και Ρουσσιστής και είναι Έλληνας δια την πατρίδα του και θρησκεία του, αυτά παθαίνει όποιος έτρεξε και τρέχει εις το καλό, αυτείνες οι συντροφιές και οι ᾿στοριογράφοι τους τους πλακώνουν να μην φαίνωνται πουθενά θέλουν τους αγώνες τους να τα παραστήνουν δικά-τους κατορθώματα κι᾿ αρετή δική-τους, και την δική-τους αρετή την δίνουν εκεινών, ότι την βλέπουν ότι δεν είναι καλή κι᾿ ωφέλιμη -όταν την κάνουν την γκολπώνονται, κι᾿ όταν βρωμάγη την σιχαίνονται, και την βρώμα την αποδίνουν αλλουνών. Έβαλε κι᾿ ο Κολοκοτρώνης τον Πρωτοσύγκελλο Αρκαδιάς και τον εγκωμιάζει πόσον ηρωγισμόν έδειξε εις την επανάστασή μας. Μιαν παρατήρηση κάνω του Πρωτοσύγκελλου ᾿στοριογράφου ονομαζόμενου Φραντζή λέγει δια τους Ρουμελιώτες πολλά αναντίον τους εις τον αγώνα και εις τον εφύλιον πόλεμον. Θα βρεθούν άλλοι προκομμένοι ᾿στοριογράφοι ν᾿ αποδείξουν αυτά και τον αίτιον της φατρίας, και τότε το κοινό πληροφοριέται την αλήθεια. Ως πατριώτης Ρουμελιώτης κι᾿ αυτόφτης ξηγήθηκα τα αίτια, όταν διατάχτηκα αναντίον του εφύλιου πολέμου, και δεν τα ᾿παναλαβαίνω. Έφκειασε μια ιστορία κι᾿ ο Περραιβός κ᾿ εγκωμιάζει τους Σουλιώτες, του-λόγου-του και τη συντροφιά του. Λέγει δια ᾿μένα, όταν ήρθαμεν εις τον Ανάλατον υπέρ των πολιορκημένων των Αθηνών, ότι τους έσφαλα εγώ. Έχει δίκιον ο Περραιβός μ᾿ εννιά-χιλιάδες ασκέρι αυτείνοι εις τον Φαληρέα, πεζούρα και καβαλλαρία, κι᾿ άφησαν όλες τους τις θέσες και κανόνια και - Και δια τις εικονογραφίες οπού άρχισα από τα 1836 και εις τα 1839 τις τελείωσα -διατί τις έφκειασα; Ν᾿ αποδείξω αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπειές τους κατά δύναμιν και του Κάρπου να τ᾿ αποδείξω ψέμα εκείνο οπού λέγει εις το ᾿στορικόν του, ότι πήρα το πυρ και το σίδερον και πήγα αναντίον των Πελοποννησίων. Όταν έφυγα από τον Δυσσέα -από την αρετή του Δυσσέα και αυτεινού, οπού γύμναζε τον Δυσσέα όταν ήρθε από την Ρουσσίαν -πήγα εις το Βουλευτικόν σώμα και στάθηκα μ᾿ αυτό και γλυτώσαμεν εις τ᾿ Άργος τ᾿ αρχεία του Βουλευτικού και ύστερα έμεινα σύνφωνος με το Βουλευτικόν και τους πολεμήσαμεν εις Τροπολιτζά κι᾿ ολούθεν όλους αυτής της συντροφιάς και δυνάμωσαν οι νόμοι. Κι᾿ ο κουρεμένος Κάρπος λέγει ότι πήρα το πυρ και το σίδερον! Και εις τους Μύλους τ᾿ Αναπλιού το-ίδιο, κρύβει την αλήθεια και λέγει ότ᾿ ήμουν με δεκαπέντε ανθρώπους. Εις τ᾿ αποδειχτικόν του Μεταξά, οπού θα ιδήτε εδώ, φαίνεται δεκαπέντε ήταν ή τρακόσοι ή λιγώτεροι. Μ᾿-όλον-οπού λέγει κι᾿ ο Μεταξάς ότι ως αρχηγός ήταν ο Υψηλάντης. Όταν ιδήτε εις τα πρωτόκολλα του Στρατιωτικού διαταγή να με διατάττη να πάγω εις την οδηγίαν του Υψηλάντη εις τους Μύλους ή εκεινού ότ᾿ έχει διαταγή να λάβη εμένα είμαι ψεύτης εγώ ειδέ είναι αυτείνοι όλοι. Μου είπε ύστερα ο Μεταξάς να μ᾿ αλλάξη τ᾿ αποδειχτικόν, όμως να τον βγάλω ψεύτη δεν τ᾿ άλλαξα. Να κυτάξη όποιος έχει περιέργεια κι᾿ ανφιβολία τα πρωτόκολλα. Ως δια τ᾿ αντραγαθήματα του Κάρπου εις τους Μύλους, του κάνουν την απάντησιν εις την ᾿φημερίδα άλλοι και φαίνεται πόσο συμμέθεξε. Τον Μάρτιον μήνα τα 1839 -η Κυβέρνηση αποφάσισε να γένεται μια εθνική γιορτή και την αποφάσισε να γένεται κάθε χρόνο του Βαγγελισμού και να γιορτάζη εκείνη την ημέρα γενικώς το κράτος -η Κυβέρνηση, κι ο γλάρος Γλαράκης εις τα πράματα της Γραμματείας τους Εσωτερκού ως κρεατούρα ρούσσικη, αυτές οι γιορτές δεν τους δίνουν χέρι ν᾿ ακούγωνται και θέλησαν εκείνη την χρονιά και την έσβυσαν δεν άφησαν να γένη τίποτας. Καμπόσοι άνθρωποι κι᾿ όλα τα παιδιά του σκολειού, του Γυμνάσιου, θέλησαν να κάμουν ένα μνημόσυνον όσων σκοτώθηκαν. Προσκάλεσαν πολλούς, προσκάλεσαν κ᾿ εμένα. Η εξουσία βγάζει αναντίον μου ότι θα κάμω επανάσταση και θα σκοτώσω εκείνους οπού έγιναν αίτιγοι να χαλάση η γιορτή και με χιλιάδες τρόπους σώθηκα. Είχα φκειάση και τις εικονογραφίες θέλησα να δοθούν εις τον τύπον κ᾿ έγειναν πλήθος συντρομηταί απόξω το Κράτος κι᾿ από-μέσα κι᾿ από τα Εφτάνησα.
Τις 25 εικόνες 35 δραχμές η συντρομή. Είχα δυο ζωγράφους οπού δούλευαν από τα 1836 ως τα 1839 τους είχα μυστικώς και τους πλέρωνα και τους φαγοπότιζα κ᾿ έφκειασαν 125 εικονογραφίες. Και έκαμα ένα τραπέζι μεγάλο και πήρα εις το τραπέζι τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους φιλέλληνας τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και υπουργούς και δικούς-μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους-πενήντα ανθρώπους ήταν σε όλο το σπίτι οπού τρώγαν. Αφού αρχίσαμεν τα γιομάτα, έπια υπέρ των ευεργέτων μας Δυνάμεων, του Βασιλέα μας και Βασίλισσάς μας και της πατρίδος. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν. Έστειλα είκοσι-πέντε εικονογραφίες του Βασιλέως κι᾿ απ᾿ άλλες τόσες του Άγγλου του Πρέσβυ, του Γάλλου και του Ρούσσου, αφού πρώτα τις θεώρησαν εις το σπίτι μου οι αγωνισταί κι᾿ όσοι άλλοι ήταν εις το τραπέζι και παρατήρησαν τις θέσες όθεν έγινε ο κάθε πόλεμος και τους αρχηγούς Έλληνες και Τούρκους. Αφού χτύπησα εις τον τύπον τις ιστορίες των ασυνείδητων, τότε πειράχτηκαν πολλοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί. Τότε βρίσκω κ᾿ έναν, Ησαΐαν τον έλεγαν, ήταν στενός φίλος του Καποδίστρια τον είχε δάσκαλον ο Κυβερνήτης εις τ᾿ Αναπλιού το σκολείον. Αυτόν τον αγαθόν Ησαΐα εγώ δεν τον γνώριζα μου τον σύστησαν φίλοι. Έρχεται ο Σαΐγιας εις το σπίτι μου και συνφωνούμεν να του δώσω τις εικονογραφίες να πάη εις Παρίσια να τις τυπώση. Αφού συνφωνήσαμεν, πήγα εις τον Βασιλέα και του είπα αυτό και τον περικάλεσα και μο᾿ ᾿δωσε τις 25 εικονογραφίες οπού του είχα δώση (αυτές κι᾿ όσες έδωσα των Πρέσβεων τις είχα ζωγραφίση εις χαρτί μεγάλο στράτζο). Μου τα ᾿δωσε ο Βασιλέας, τα ᾿δωσα του Σαΐα. Πήγε εις την Πάτρα και μου στέλνει ένα κάδρο και ήταν ένα πουλί ζωγραφισμένο κ᾿ έλεγε ᾿σ το ᾿να ποδάρι «Σύνταμα» και εις τ᾿ άλλο «Κοστιτουτζιόν». Το στέλνει εδώ εις Αθήνα ᾿σ εμένα με τρόπον να το πιάση η Κυβέρνηση κι᾿ ο υπουργός του Στρατιωτικού Μπαυαρέζος Σμάλτζης κι᾿ ο Έλληνας του Εσωτερκού υπουργός Γλαράκης. Τότε δυο υπουργοί, ένας Μπαυαρέζος κ᾿ ένας Έλληνας με ρούσσικον πατριωτισμόν, θέλουν να παλουκώσουνε τον Μακρυγιάννη ότι έχει το σύνταμα και θα μολύνη την Ελλάδα, οπού ο Καποδίστριας τράβησε τόσους κόπους και θυσιάστη να ξαλείψη το σύνταμα από την Ελλάδα και διάλυσε και το Βουλευτικόν σώμα, έγινε κ᾿ επίορκος όσο-να κατορθώση τις υπόσκεσες οπού υποσκέθη εις τους ανθρωποφάγους της Ευρώπη δια-να μην είναι εις την πατρίδα του τέτοια λοιμική και κολλήση κι᾿ αυτούς όλους. Ο Μπαυαρέζος ο υπουργός του Πολέμου είχε κι᾿ όντως συνείθησιν και τον έτυπτε πληροφόρεσε ύστερα τον Βασιλέα ότι τέτοια λοιμική δεν υπάρχει. Ο Γλαράκης φαρμακώθη τότε. Και γλύτωσε ο δυστυχισμένος Μακρυγιάννης από το παλούκι του γλάρου Γλαράκη. Δι᾿ αυτό και δια την γιορτή, οπού τα παιδιά του σκολειού κι᾿ άλλοι θέλησαν να κάμουν και προσκάλεσαν κ᾿ εμένα, έκαμα μεγάλο έγκλημα. Τότε τα κάδρα ο Σαϊας τα πήρε κι᾿ αντί-να πάγη εις Παρίσια κατά την συνφωνίαν μας, οπού έγραφα εις Παρίσια εις τον Φαβιέ κι᾿ άλλους αγωνιστάς Φιλέλληνες και θα τα τύπωναν, πήγε εις Βενετιά και πήρε ύλη από τα δικά-μου κάδρα κ᾿ έβγαλε μιαν προκήρυξιν -έγινε πλαστογράφος κατά την θέλησιν και οδηγίαν των φίλωνέ του -και εις την προκήρυξή του έλεγε ότι η πρώτη προκήρυξη των είκοσι-πέντε εικονογραφιών του Μακρυγιάννη- αντάμωσε και μίλησε και μ᾿ άλλους αγωνιστάς και θα τυπώση νέες εικονογραφίες με τις ιδέες εκεινών, και προσκαλούσε να γένουν συντρομηταί δι᾿ αυτές. Ο Θεός ο δίκιος το᾿ ᾿κοψε την ζωή και κατά την αρετή του ας του δώση ο - τους απατεώνες και παραλυμένους κ᾿ εγωιστές οπού μ᾿ έκαμαν κ᾿ έχασα τριών χρονών έξοδα κι᾿ αγώνα και πονοκέφαλον. Τον Λασσάνη από τον καιρόν οπού έφυγε ο φίλος του ο Αρμασπέρης τον έβγαλε η Μεγαλειότης του από την Οικονομίαν, οπού ήταν Γραμματέας, και τον έβαλε εις το Λογιστικόν με βαρύν μιστόν ότι θα κάμη κόπον να διορθώση τις δικές-του κατάχρησες και των φίλων του, οπού τους έδωσε μύλους, σταφιδότοπους, αργαστήρια κι᾿ άλλα του συντρόφου του Σπυρομήλιου και αδελφού του την Λιβαδόστρατα με προσόδους χιλιάδες δραχμές, του Μαμούρη ελιές κι᾿ άπειρους τόπους, του Τζαβέλα -αφού πήραν όλον τον Έπαχτον, έλαβαν κ᾿ εδώ εις το κέντρο του παζαριού το καλύτερον μέρος και των Γριβαίων τους έδωσε ένα χωριό ο Αρμασπέρης εις την Βόνιτζα περίτου από είκοσι-πέντε-χιλιάδες στρέμματα κι᾿ ο αρχηγός της συντροφιάς ο Αρμασμπέρης πάγει φορτωμένος εις την Μπαυαρία. Όσο-να ξετυλίξη όλα αυτά ο Λασσάνης εις το Λογιστικόν, κι᾿ άλλο πλήθος έκαμεν από τότε οπού ᾿φυγε ο Αρμασπέρης. Και τον έπαψε ο Βασιλέας. Και είναι καταλυπημένη όλη η συντροφιά του. Αυτά έλεγα της Μεγαλειότης του, ότι αφανίστη το κράτος του, οπού θα ζήση αυτός και τα παιδιά του. Και δια-να μιλώ την αλήθεια κατατρέχομαι κι᾿ από βασιλέα κι᾿ από προκομμένους. Θέλουν την αλήθεια, κι᾿ όποιος την ειπή κιντυνεύεται. Αλήθεια, αλήθεια, πικριά οπού είσαι! Ούτε οι βασιλείς σε ζυγώνουν, ούτε οι προκομμένοι μόνον ρωτούν δια σένα και ύστερα σε κατατρέχουν! Όποιος άνθρωπος με ρωτάγει δι᾿ αλήθεια του λέγω δεν ξέρω, ότι ηύρα τον μπελά μου κατατρέχοντας. Ο άγιος Πρωτοσύγκελλος ονομαζόμενος Φραντζής, ο ᾿στοριογράφος του Κολοκοτρώνη, μο᾿ ᾿κανε τον φίλο και μου είπε να του δώσω ύλη δια-να φκειάση ιστορία, ότι συνάζει κι᾿ από άλλους πολλούς. Του είπα «Η ιστορία θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου και τα καλά και τα κακά, και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι οπού θα την διαβάσουν, να μην πέφτουν σε λάθη και τότε σκηματίζονται τα έθνη. Θα ειπής δια τον Κολοκοτρώνη, του λέγω, και τα καλά του και τα κακά του. -Μπορώ να ειπώ; μου είπε. Αν εκεί ο Κολοκοτρώνης δεν τον απάταγαν, θα γένεταν εκείνο το καλό. -Του είπα, δεν έχω να σου ειπώ τίποτας». Από τότε ούτε του ματάκρινα δι᾿ αυτό και δια ένα φέρσιμον οπού έκαμεν σε αυτείνη την ηλικία μιας φτωχής και οι πράξες του κατάντησαν και είναι εις τον Δεσπότη της Αττικής. Από τοιούτους ας λείπη κι᾿ ο καρπός τους των παράσιτων, των ξένων τις παλιόψαθες, οπού αυτείνοι κατάντησαν την πατρίδα και την θρησκείαν και κλονίζεται από τους άθρησκους. Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μιαν πέτρα δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια κι᾿ αυτείνοι οι απατεώνες σύνδεσαν τα συνφέροντά τους με τους μολεμένους, Φαναργιώτες κι᾿ άλλους τοιούτους, οπού ήταν εις την Ευρώπη μόλεμα, και μας χάλασαν τα μοναστήρια και τις εκκλησιές μας -μαγαρίζουν μέσα κι᾿ άλλες έγιναν αχούρια. Από τους τοιούτους γερωμένους πολλούς πάθαμεν αυτά κι᾿ από τους τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς, αφού χύσαμεν ποταμούς αίματα, κιντυνεύομεν να χάσωμεν και την πατρίδα μας και την θρησκεία μας. Ο κύριος Πρωτοσύγκελλος εις το ιστορικόν του εκτάνθηκαν τα φώτα του και η αρετή του κ᾿ έγραψε αντραγαθήματα από την Βλαχίαν και κάτου. Τον ρώτησαν «Διατί δεν έγραψες και των Ρουμελιώτων;» Αποκρίθη Τους είχαμεν μιστωτούς. Που είχες αυτά τα πλούτη, παραλυμένε, άσωτε, λοιμική της γερωσύνης; Πότε πολέμησες μόνος-σου; Πες μου έναν πόλεμον και να μην ήταν Ρουμελιώτης μαγιά και να βάστησες μιαν θέση ᾿σ ένα μέρος και να μην ήταν Ρουμελιώτης, πονηρέ, κ᾿ εσύ να κέρδεσες νίκη; Κι᾿ αν δεν ήταν Ρουμελιώτης, έσκουζες κ᾿ έπαιρνες τα καταρράχια, τα βουνά. Ποιοι βαστούσαν τις θέσες εις τα στενά; Με το ντουφέκι σου χαλάστη ο Δράμαλης ή από την πείνα και τόσοι άλλοι πασιάδες; Ποιοι κόβαν τους ζαϊρέδες εις τα στενά των Θερμοπύλων και Πέτρα κι᾿ αλλού και τους αφάνιζε η πείνα και χάθηκαν; Από εφύλιους πολέμους και φατρίες και δέσιμον τα συνφέροντά σας με τους νεκροθάφτες της πατρίδος ήταν άλλη η τέχνη σας; Ποιοι ανάστησαν την φατρίαν και διχόνοιαν; Η ιστορία τους λέγει και Πελοποννήσιους και Ρουμελιώτες. Διατί η κακία σου σε κάνει και διαιρείς το έθνος και δεν ξηγέσαι την αλήθεια; Λες ότι οι Ρουμελιώτες έψησαν εις την Πελοπόννησο φακί εις το σουφλί. Ποιος έδωσε αιτία του κακού; Είσαι κ᾿ εσύ ένας ο αίτιος του κακού και φυλακώθης δι᾿ αυτό. Ποιοι Πελοποννήσιοι και Σπαρτιάτες και νησιώτες και Ρουμελιώτες πολέμησαν τους ξέρει γενικώς η πατρίδα κι᾿ ο έξω κόσμος. Και ποιοι την αφάνισαν την πατρίδα -είναι η ψυχή τους και η αρετή τους σαν την δική-σου -κι᾿ αυτούς τους ξέρουν και της φατρίας σου τ᾿ αντραγαθήματα και τα δικά-σου, κύριε Φραντζή, τα ξέρουν. Όσο το έθνος είχε εις τις αγκάλες του τον Κυβερνήτη, οι τίμιοι άνθρωποι τον έλεγαν Αγιάννη Χρυσόστομον όταν τον περίλαβες εσύ με την φατρία σου, κ᾿ εκείνον τον έχασες και την πατρίδα γενικώς ότι τον συβούλευες ό,τι ήθελες εσύ και η φατρία σου. Όλο αδικημένοι-ήστε κι᾿ όλο εφύλιους πολέμους κάνετε. Οι Μαυρομιχάληδες σκοτώθηκαν όλοι εις τους πολέμους, κι᾿ όσοι μείναν ζωντανοί σερνικοί όλους τους φυλακώσετε, και φυλακωμένοι νηστικοί ζούσαν μ᾿ έλεος του ενού και του άλλου. Φαίνονται και οι αγώνες και οι θυσίες αυτεινών. Κι᾿ απατήσετε τον Κυβερνήτη και τον χάσετε κι᾿ αφανίσετε και την πατρίδα. Και τώρα εγκωμιάζεστε όλοι ένας τον άλλον. Κι᾿ από σας τους απατεώνες κι᾿ όμοιούς σας αφάνισε και τώρα η τζελατίνα τα καλύτερα παληκάρια, οπού αδικηθήκανε και πάνε εις τις κακές στράτες να φάνε κομμάτι ψωμί και τους κατασκοτώνουν κι᾿ όλες οι χάψες είναι γιομάτες από αυτούς. Ότι εσείς οι ψωργιασμένοι εγίνετε κόντηδες, κ᾿ εκείνοι οπο᾿ ᾿χυσαν το αίμα τους ούτε ένα σίδερον σταυρόν δεν έχουν. Αναίρεσε μου ένα από αυτά, κύριε Φραντζή. Τι πλούτη είχε η φατρία σου πρώτα όλος ο κόσμος την ξέρουν και τι έχουν τώρα φαίνεται. Κ᾿ εκείνοι οπού ᾿χαν τα πλούτη πεθαίνουν νηστικοί κι᾿ όποιος έχει ᾿διοχτησίαν την βάνει αμανέτι εις τους τοκογλύφους και δανείζεται τρία τα εκατό τον μήνα και το διάφορον κεφάλι, και ᾿σ ένα χρόνο του τρώγει το υποστατικόν του και μένει ο νοικοκύρης κι᾿ ο αγωνιστής διακονιάρης. Και οι φίλοι της φατρίας σας και των αλλουνών, ψεύτων συνταματικών, πιάσαν όλες τις θέσες και μεράζουν ψέματα εις τους ξένους κ᾿ εγκώμια με τις ᾿φημερίδες τους ᾿σ τους τοκογλύφτες, τους νομικούς σας, τους αβοκάτους σας. Όλοι μια μασιά, ποια φατρία Κυβερνητική και ποια Ψευτοσυνταματική. Το Έθνος αφανίστη όλως-διόλου και η θρησκεία -εκκλησία εις την πρωτεύουσα δεν είναι και μας γελάνε όλος ο κόσμος. Οι φατρίες σας, το ᾿να το μέρος και τ᾿ άλλο, θέλετε θέατρο το φκειάσετε κι᾿ αυτό δια-να μας μάθη την παραλυσία. Και δι᾿ αυτό παίρνουν δυο αδέλφια δυο αδελφές. Ό,τι του λες -"η θρησκεία δεν είναι τίποτας!» Και τα παιδιά οπού τα στέλνουν να φωτιστούν γράμματα κι᾿ αρετή, από-μέσα το κράτος κι᾿ απόξω, φωτίζονται την τραγουδική και ηθική του θεάτρου και πουλούνε τα βιβλία τους οι μαθηταί να πάνε ν᾿ ακούσουνε την Ρίττα-Βάσσω την τραγουδίστρια του θεάτρου ότι παλαβώσανε οι γέροντες όχι τα παιδάκια να μην πουλήσουνε τα βιβλία τους. Το γέρο Λόντο, οπού δεν έχει ούτε ένα δόντι, τον παλάβωσε η Ρίτα-Μπάσσω του θεάτρου και τον αφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι᾿ άλλα πισκέσια. Δεν ρωτήσαμεν την Ευρώπη όταν ήταν ᾿σ την δική-μας κατάστασιν ήθελε να φκειάση θέατρα, ή τήραγε τις άλλες τις ανάγκες κ᾿ έφκειανε τους ναούς της, να δοξάζη τον Θεόν να τους φωτίζη εις το καλό, και σκολειά να γιομίζη ο μαθητής προκοπή κι᾿ αρετή, να γένη άξιος της κοινωνίας -και όχι άξιος της απιστίας και παραλυσίας, να πουλή δι᾿ αυτά τα βιβλία του; Δι᾿ αυτείνη την προκοπή σου στέλνει κάθε γονέος το παιδί του εις την πρωτεύουσα; Αυτά τα φώτα να γυμναστή; Αλλοίμονο ᾿σ εκείνους οπού χύσανε το αίμα τους και θυσιάσανε το δικόν-τους να ιδούνε την πατρίδα τους να είναι το γέλασμα όλου του κόσμου και να καταφρονιώνται τ᾿ αθώα αίματα οπού χύθηκαν! Εις τα 1839 μάθαμεν κι᾿ ο περίφημος δάσκαλος Καγίρης δεν πιστεύει την Αγίαν Τριάδα κι᾿ άλλα τέτοια. Έστειλε η Σύνοδο του μίλησε. Αυτός δεν τραβάγει χέρι από την δοξασίαν του και κάθε άνθρωπος πρέπει να λυπάται και να κλαίγη, ότι τρελλαθήκαμεν και μικροί και μεγάλοι. Γέλασε τους γονέους και τους πήρε τα παιδιά τους και τα πρόκοψε. Έστειλε η Σύνοδο και ήρθε εδώ -δεν αλλάζει γνώμη και του είπε ν᾿ αναχωρήση, να πάγη εις την κατάρα του Θεού, έξω-από το Κράτος. Θε, τι λέπομεν εις την ημέρα μας! Σηκώθηκε και πάγει εις την κατάρα του Θεού, έξω-από το κράτος. Τα 1839 Δεκέμβριον μήνα ξεσκέπασαν μιαν εταιρίαν ολέθρια δια την πατρίδα και Βασιλέα. Δούλευε εδώ-μέσα εις το κράτος κ᾿ έξω εις την Τουρκιά κ᾿ εδώ εις την πρωτεύουσα ήταν οι αρχηγοί της. Ένας από τους εταιρίστας έβαλε τον Τζάμη Καρατάσιο και πρόδωσε τα μυστήριά τους και τους πιάσαν τα ένγραφά τους και κατήχησές τους και βούλες τους. Η εταιρία αυτείνη ονομάζεται Φιλορθόδοξος. Αρχηγός αυτεινής πιάστη ο αδελφός του Καποδίστρια ονομαζόμενος Τζορτζέτος εκεί ᾿σ το σπίτι του βρέθηκαν πολλά ένγραφα. Ήταν κι᾿ ο Νικήτας, ο Κολαντρούζος κι᾿ άλλοι αρχηγοί. Τους φυλάκωσαν, τον Τζορζέτο και Νικήτα κι᾿ άλλους. ᾿Σ το μυστικόν ήταν κι᾿ ο υπουργός Γλαράκης, ο Οικονόμος, Μιχάλβοντας, Μεταξάς και η συντροφιά, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Αγροικιώνταν παντού και την πρωτοχρονιά τ᾿ Αϊβασιλιού θα κάναν το κίνημά τους εις την εκκλησίαν να βαρέσουν τον Βασιλέα κι᾿ άλλους πολλούς και ν᾿ ακολουθήσουνε αυτό παντού. Τότε εγώ ήμουν αστενής ήρθαν οι πολίτες με πήραν άρρωστον. Κατέβηκα εις την χώρα συναχτήκαμεν όλοι οι νοικοκυραίγοι και είπαμεν όλων των πολιτικών και ήμαστε έτοιμοι να προσέξωμεν δια την πατρίδα μας και Βασιλέα μας. Έβγαλαν τον Γλαράκη κι᾿ οπαδούς τους από τις ᾿περεσίες. Και πήρε μέτρα η Κυβέρνηση κ᾿ έσβυσε δια το παρόν. Και εις την εκκλησία μαζώξαμεν όλους τους κατοίκους και κάμαμεν ένα «ζήτω» του Βασιλέως και τον θαρρύναμεν, οπού τον κατατρόμαξαν. Αυτά κάνουν οι καλοί πατριώτες θέλουν να δώσουν την πατρίδα τους σε ξένους αφεντάδες, δεν θέλουν να είμαστε μόνοι μας νοικοκυραίοι. Ο κύριος Ζωγράφος δια τις μεγάλες του δούλεψες προς την πατρίδα πήγε πρέσβυς εις την Κωσταντινόπολη, γιόμοσε πλήθος σταυρούς -τον ήφεραν εδώ-πίσου τον έβαλαν υπουργόν αρρεβωνιάστη και με το κορίτζι του Μιχάλβοντα, αυτός περίτου από πενήντα χρονών και το κορίτζι δεκαφτά. Ως ρωσσόφρονας ενέργησαν και τον ξανάστειλαν εις την Κωσταντινόπολη να δέση με τους Τούρκους εμπορικές συνθήκες. Τον γέλασαν οι Τούρκοι και οι άλλοι ξένοι οπού θέλουν την λευτεριά μας κ᾿ έκαμεν συνθήκη δια τους Έλληνες χερότερη από ᾿κείνες οπού ᾿χαμεν με τους Τούρκους πριν σηκώσουμεν ντουφέκι. Όταν ήρθε εδώ, αυτό μαθαίνοντας οι Έλληνες κόντεψαν να τον ξεκλήσουνε. Και πάτησαν ποδάρι γενικώς οι Έλληνες και οι τύποι και την χάλασαν την συνθήκη. Κι᾿ από αυτό το κασαβέτι πέθανε κι᾿ ο καϊμένος ο Ζαϊμης και χάσαμεν έναν πατριώτη εξ-αιτίας αυτεινού του κακού και τον έκλαψε όλη η πατρίδα. Αυτά κάνουν οι προκομμένοι πατριώτες εις την πατρίδα τους. Αφού οι Έλληνες πήγαν να τον λιθοβολήσουνε τον Ζωγράφο και είδε ο Βασιλέας την γενική αγανάχτησιν των Ελλήνων -και τους Έλληνες εις την Κωσταντινόπολη οι Τούρκοι τους χάψωναν και τους κατάτρεχαν και πολλοί Έλληνες εμπήκαν σε ξένες σημαίες -τότε η Μεγαλειότης του είδε τι το᾿ ᾿ταζαν και τι του ξημέρωσε έστειλε τον Χρηστίδη εις την Κωσταντινόπολη και μερεμέτησε τα πράματα με το μέσο των αλλουνών. Ότι όποιος μαγειρεύει ψέματα αυτείνη την χόρτασιν τραβάγει. Τα 1840 τον Οκτώβριον μήνα ο Βελέτζας -είχαμεν μιλήση προ-καιρού δια τα έξω της Θεσσαλίας και Μακεδονίας μ᾿ αυτόν και με τον Τζάμη Καρατάσιον. Εγώ τους είπα να κινηθούμεν τον Μάρτιον μήνα και είχα αγροικηθή και με πολλούς ντόπιους, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Αυτός ο Βελέτζας χωρίς-να μου ειπή τίποτας κουβέντιασε με τον Τζάμη κρυφίως από ᾿μένα και σηκώθη χωρίς εγώ να ξέρω και φεύγει κρυφίως και μ᾿ ολίγους. Μαθαίνω ότι εβήκε έξω. Τότε ο Γρίβας κι᾿ ο Χατζηπέτρος -ήμαστε ᾿γγισμένοι είχαν πολλά αναντίον μου και με κακοσύσταιναν εις την Κυβέρνησιν και εις τον Βασιλέα -σε καμπόσες ημέρες λένε ότι εγώ θα πάρω το κάστρο των Αθηνών, και δια-νυχτός πηγαίνουν απάνου-εις το κάστρο κανόνια, ασκέρια, πλήθος ετοιμασίες έρχονται και με πολιορκούνε κ᾿ εμένα δια-νυχτός πεζούρα και καβαλλαρία. Μου λένε φίλοι μου και πήγα εις τον υπουργόν του Στρατιωτικού και εις τον Βασιλέα και τρόμαξα να γλυτώσω. Είχαν μεγάλην υποψίαν από ᾿μένα και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα. Κάστρο με τις πέτρες εφοδιασμένο, τρελλάθηκα να πάγω να κλειστώ μέσα, να ᾿μπω την μιαν ώρα και να με βάλουν εις την τζελατίνα την άλλη; Σαν έμαθα ότι θα μου ψάξουν το σπίτι μου, έδωσα αυτό ενού κουμπάρου μου -τον είχα εις το σπίτι μου δεκάξι μήνες -να το πάγη εις την Τήνο τον λένε Νικόλα Σκαρμαγκά τίμιος άνθρωπος κι᾿ αγαθός. Κι᾿ ας με συχωρέσουνε οι αναγνώστες, οπού θα τους βαρύνη η αμάθειά μου και να με συχωρέσουνε κ᾿ εκείνοι οπού τους λέγω τα κουσούρια τους. Έχουν το δικαίωμα να ειπούνε κι᾿ αυτείνοι τα δικά-μου, ό,τι έκαμα. Κι᾿ όταν λέγωνται τα λάθη μας, τότε κάνουν λιγώτερα οι μεταγενέστεροι και γινόμαστε κ᾿ εμείς έθνος.
Παρακαλώ τους ομογενείς να γένουν συντρομηταί.
Τα 1844 τον Σεπτέμβριον μήνα πήγα εις την Τήνο να προσκυνήσω. Έκαμα εις την χάρη της εικοσιτρείς ημέρες και πήρα και το ίδιον και το έφερα εδώ. Και θα σημειώσω όσα έγιναν από τότε ως την σήμερον, 10 Οκτωβρίου 1844. Αυτά οπού θα ιδήτε εδώ δεν μπορούσα να τα γράφω με τ᾿ άλλο, ότι κιντύνευα την ζωή μου. Και τα σημείωνα και είχα έναν τενεκέ και τα ᾿βαινα μέσα και τα ᾿χωνα. Και τώρα οπού ᾿φερα το ίδιον θέλω τα γράψη εδώ καθώς έτρεξαν τα πράματα. Όταν ήμουν εις τη Νύδρα και τις δυο φορές, οπού την φοβέριζαν οι Τούρκοι, ήτανε κι᾿ ο Καρατάσιος εκεί και ήμουνε φιλιωμένος με τους αξιωματικούς του και καταξοχή με τον Βελέτζα και μ᾿ ένα γενναίον παληκάρι -το είχε ο Καρατάσιος πολύ αγαπημένον -τον έλεγαν Λαρίων Καράτζογλον, η πατρίδα του από την Καβάλλα, του Μεμεταλή την πατρίδα φιλελεύτερος και πολύ γενναίος άντρας. Τον είχα φίλον στενώτερον από αδελφόν, και εις τη Νύδρα αυτεινού και του Βελέτζα τους ξήγαγα τα αιστήματά μου και πάντοτε τους ηύρα πρόθυμους αυτούς τους αγαθούς ανθρώπους κι᾿ όλους τους αξιωματικούς του Καρατάσιου, καθώς και τον ίδιον αυτόν τον μακαρίτη και τον γενναίον Γάτζο. Κι᾿ ως σύνφωνοι εις τα πατριωτικά αιστήματα ορκιστήκαμεν να βαστάξωμεν τον δρόμον μας με την Κυβέρνησιν να γένουν νόμοι, ν᾿ αποκατασταθούμεν κ᾿ εμείς έθνος. Και βαστήσαμεν τον όρκο μας όταν κιντύνευαν οι νόμοι από την μάχαιρα του Κολοκοτρώνη και Δυσσέα κι᾿ αλλουνών στρατιωτικών και πολιτικών οπού ξηγήθηκα. Κι᾿ ως σύνφωνοι με τον Καρατάσιον κι᾿ άλλους του αξιωματικούς, ήρθα τότε εδώ εις Αθήνα και τους έμπασα εις την Πελοπόννησο αυτούς όλους και τον Γκούρα και διαλύσαμεν τα δεινά της πατρίδος. Όταν ήρθε ο Κυβερνήτης, οπού οργάνισε τα στρατέματα, αδικήθηκαν πολλοί αγωνισταί, αδικήθη κι᾿ ο Λαρίων. Γύρευε να πάγη κλέφτης τον συβούλεψα να πάγη εις την πατρίδα του να μπορέση να ᾿χη ανθρώπους υπό την οδηγίαν του και να ιδούμεν, όποτε είναι αρμόδιος καιρός, να τηράξουμεν όλοι οι Έλληνες μυστικώς να λευτερώσουμεν και τ᾿ άλλα μέρη της Τουρκιάς οπού ᾿ναι εις την τυραγνίαν του Σουλτάνου, και να ᾿νεργήσουμεν τον όρκον της Εταιρίας. Ορκιστήκαμεν εις αυτό να μην παραδοθούμεν και ν᾿ αγροικιώμαστε και να ιδούμεν και την θέλησιν του Καποδίστρια τι λευτεριά θέλει των Ελλήνων. Ότ᾿ είδαμεν οπού χάλασε το Βουλευτικόν και τους νόμους, οπού ηύρε κι᾿ ορκίστη εις αυτούς -κ᾿ έγινε επίορκος και τους χάλασε. Βάλαμεν σινιάλο «φουσέκι» να μου λέγη όταν θα μου στέλνη άνθρωπον, δια-να τον γνωρίζω ότ᾿ είναι δικός-του, κ᾿ εγώ «ντουφέκι». Πήγε ο Λαρίων εις το Όρος και πάσκισε και μπήκε καπετάνος εις τα Μαντεμοχώρια και ήταν αρκετόν καιρόν εκεί. Καθώς-οπού ήμαστε ορκισμένοι, άρχισε και κατηχούσε τους ανθρώπους με μεγάλη μυστικότη και πήγαινε προβοδεύοντας πολύ. Όρκισα εγώ και τον Βασίλη Αθανασίου ήταν αρχηγός της καβαλλαρίας εις την Κρήτη και ήρθε εις τ᾿ Άργος και τον στεφάνωσα ήταν κι᾿ αυτός Μακεδόνας. Μίλησα ύστερα του Αγιντέκ και τον έκαμεν μοίραρχον. Πολλά τίμιος άνθρωπος και γενναίος κι᾿ αγροικιώταν κι᾿ αυτός με τον Λαρίων, ότι ήταν εις την Λαμίαν. Ήταν κι᾿ ο Βελέτζας ᾿σ αυτά τα μέρη κι᾿ αγροικιώμουν και μ᾿ αυτόν. Γενναίον παληκάρι ο Βελέτζας τον κατάτρεξαν τόσες φορές και τον φυλάκωσαν εις τ᾿ Ανάπλι και τράβησα κ᾿ εγώ τόσα δεινά κ᾿ έξοδα όσο-να σωθή. Ότι οι Μπαυαρέζοι και οι οπαδοί τους Έλληνες θέλαν να μας φάνε κι᾿ ο Θεός μας γλύτωσε από τους κακούς τους σκοπούς. Και πασκίζαμεν έξω και μέσα με τρόπον και κατηχούσαμεν τους ανθρώπους ίσως και κινηθούμεν δια τα έξω και λευτερωθούμεν κ᾿ εμείς εδώ-μέσα και κάμωμεν νόμους στέρεους και διοικηθούμεν ως άνθρωποι ότι μας κυβερνούν οι ανθρωποφάγοι με το «έτζι-θέλω» και κρίμα ᾿σ τα αίματα και θυσίες οπού κάμαμεν. Ο κόσμος δυστύχησε. Κι᾿ από την τυραγνίαν αυτεινών απολπίστηκαν οι άνθρωποι ᾿σ τα 1836.
Ξηγήθηκα πως έγινε η ανταρσία της Ακαρνανίας σε τούτο. Αφού πήγα κ᾿ εγώ με την τετραρχίαν μου, παρατήρησα κι᾿ όλες τις θέσες οπο᾿ ᾿γιναν πολέμοι, και σημάδεψα όλες αυτές τις θέσες κι᾿ όσες άλλες ήξερα κ᾿ έρχοντας εδώ εις Αθήνα πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκειάση σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα την γλώσσα του. Έφκειασε δυο-τρεις, δεν ήταν καλές τον πλέρωσα κ᾿ έφυγε. Αφού έδιωξα αυτόν τον ζωγράφο, έστειλα κ᾿ έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν έφερα αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του κ᾿ έστειλα κ᾿ ήφερε και δυο του παιδιά και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι᾿ αυτό άρχισε από τα 1836 και τελείωσε τα 1839. Έπαιρνα τον ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και το᾿ ᾿λεγα «Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».
Εις το πρώτο κάδρο είναι ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας και η Ελλάς αλυσωμένη και την κυτάγει ο Παντοκράτορας και της λέγει «Ελλάς, Ελλάς! Δια τα αίματα και θυσίες των Ελλήνων και Φιλελλήνων σε εσπλαχνίζομαι και φωτίζω τα τρία δυνατά Έθνη να σου τιναχτούν οι άλυσοι οπού ᾿χες τόσους αιώνες εις τα ποδάρια σου και σε καταστήνω βασίλειον, να βασιλεύεσαι από τον Όθωνα κι᾿ Αμαλία». Και της τινάζει τους άλυσους από τα ποδάρια και την παίρνει ο Παντοκράτορας και της βάνει εις το δεξιόν κι᾿ αριστερόν τον Βασιλέα και Βασίλισσα Όθωνα κι᾿ Αμαλία κι᾿ ο Παντοκράτορας επί-κεφαλής του κάδρου. Κι᾿ ο άγγελός του τους στεφανώνει. ᾿Σ άλλο μέρος του κάδρου είναι οι τρεις βασιλείς των Δυνάμεων κι᾿ ο άγγελος στεφανώνει κι᾿ αυτούς τους τρεις κι᾿ όλος ο λαός και το γερατείον γονατιστόν κάνουν μια δοξολογίαν εις τον Θεόν και λένε «Δοξασμένος να είσαι, Κύριέ μου, δια την νεκρανάστασιν οπό᾿ ᾿καμες. Ζήτω τα τρία δυνατά έθνη και οι βασιλείς αυτεινών! Ζήτω η πατρίδα μας, ο Βασιλέας μας και η Βασίλισσά μας !»
Εις τ᾿ άλλο κάδρο είναι η Κωσταντινόπολη ζωγραφισμένη και η θέση της. Είναι ο πρώτος Σουλτάνος, οπού την κυρίεψε, ζωγραφισμένος κι᾿ ο θρόνος του, οπού κάθεται και πίνει το ναργιλέ του και οι σωματοφύλακές του και ᾿πασπισταί του γύρα και οι πρόκριτοι και το γερατείον, οπού του προσφέρνουν τα δώρα και τα κλειδιά, του Σουλτάνου. Αυτός τους λέγει δια-μέσον ενού ᾿πασπιστού «Δεν έχω ανάγκη να μου προσφέρουν δώρα και κλειδιά τους κυρίεψα με το σπαθί μου (και τους δείχνει το σπαθί και τους λέγει) Με το σπαθί μου κυρίεψα αυτούς και τα δώρα τους και κλειδιά δεν έχω ανάγκη να μου τα προσφέρουν αυτείνοι». Και προστάζει και τους βάνουν εις τον ζυγόν, εις την τυραγνίαν. Τότε αφού είδαν αυτούς εις τον ζυγόν ένα μέρος πήρε τα βουνά. Λέγει ο ᾿πασπιστής εις τον Σουλτάνο «Καλά, έβαλες αυτούς εις τον ζυγόν οι άλλοι πήραν τα βουνά». Τότε αφού τους είδε ο Σουλτάνος, διατάττει πεζούρα και καβαλλαρία και πολεμούν με την μαγιά της λευτεριάς (οπού την βάστηξαν ξυπόλυτοι και γυμνοί τόσους αιώνες εις τα βουνά κ᾿ ερημιές να μην χαθή, και σκότωναν οι τύραγνοι και οι τουρκοκοτζαμπασήδες έναν από αυτούς και γένονταν δέκα. Και είχαν συντρόφους όλοι αυτείνοι τ᾿ άγρια θεριά και φείδια, οπού συνκατοικούσανε μαζί, και προστάτη μόνον τον Θεόν. Και τροφή είχαν το κρέας των τύραγνων Ρωμαίγων, όσοι ήταν σύνφωνοι με τους Τούρκους, και Τούρκων και το αίμα τους κρασί). Τότε εις ένα μέρος είναι η Ελλάς αλυσωμένη και κατεβαίνουν από τα βουνά τρεις με τα όπλα τους και γκεζερούν τις πολιτείες και λένε των ανθρώπων «Εμάς μας τρώγει η γύμνια και η ταλαιπωρία τόσους αιώνες δι᾿ αυτείνη την πατρίδα -δεν την βλέπετε οπού είναι αλυσωμένη και καταφρονεμένη τα παράσημά της πεταμένα και σεις ακόμα σίγρι κάνετε; Ως πότε, τουρκοραγιάδες, ως πότε να σας βυζαίνουν οι Τούρκοι και οι οπαδοί τους κοτζαμπασήδες και τουρκοκαπεταναίγοι;» Αφού αυτείνοι οι τρεις ᾿θουσιάσαν τους πολίτες, φαίνεται ο Ρήγας Βελεστίνος, το αγαθό παιδί της πατρίδας, και βαστάγει ένα σακκουλάκι με τον σπόρο της λευτεριάς και σπέρνει αυτόν τον σπόρον. Το τρίτο κάδρο είναι ο πόλεμος του Διάκου εις το γιοφύρι της Αλαμάνας κι᾿ αυτός παλουκωμένος κι᾿ ο Δεσπότης Σαλώνων και οι άλλοι. Το τέταρτο είναι το χάνι της Γραβιάς, η Άμπλανη και του Σαλώνου τα μέρη. Το πέφτο είναι τα Βασιλικά, ο χαλασμός του Μπαγιράνπασια. Το έκτον είναι η Λαγκάδα. Το εφτά είναι η Τροπολιτζά και όλοι εκείνοι οι πολέμοι. Το οχτώ είναι η Άρτα, το Σούλι και η Σπλάντζα. Το εννιά είναι το κάστρο της Αθήνας, οπού το πήραν οι Αθηναίγοι με ρισάλτο. Το δέκα είναι τα Ντερβένια, Κόρθο, Ντερβενάκι, Άργος, Παλαμήδι και Ανάπλι. Το έντεκα Νύδρα, Σπέτζες, Ψαρά, Γαλαξείδι γράφονται ναυάρχοι, μπουρλοτιέροι, νοικοκυραίγοι τι καράβια τούρκικα έκαψαν ο καθείς. Το δώδεκα οι Παλιοβαρίνοι, Σφαχτηρία, Νιόκαστρον. Το δεκατρία η Δυτική Ελλάς, κέντρο Βόνιτζα, Πούντα, Πρέβεζα, πολέμοι ᾿σ εκείνο το μέρος από Γιάννενα και κάτου. Το δεκατέσσερο η Ανατολική Ελλάς, κέντρο η Φήβα όλοι οι σημαντικοί αυτεινού του μέρους στρατιωτικοί και πολιτικοί από ᾿κοσιτέσσερα χωριά γραμμένοι ύστερα ο Υψηλάντης με τις χιλιαρχίες και Τούρκους οπού πολέμησε. Το δεκαπέντε οι Μύλοι του Αναπλιού καθώς έγινε ο πόλεμος. Το δεκάξι Μισολόγγι, Κλείσοβα, Βασιλάδι, οπού κάηκαν οι άνθρωποι, και τ᾿ άλλα μέρη. Το δεκαφτά Αράχωβα, μοναστήρι, οι δυο πύργοι με τα κεφάλια των Τούρκων. Δεκοχτώ Περαίας, Δράκος, Μουνιχία, Πασσαλιμάνι, Μετόχι, Μποστάνια κι᾿ όλα τα ταμπούρια. Δεκαεννιά Τρεις-Πύργοι, τα έντεκα ταμπούρια, τα τρία τα μπροστινά, το τυφλό, οπού χαλάστηκαν οι Σουλιώτες κι᾿ άλλοι ᾿σ το ρέμα ζωγραφισμένος εγώ, οπού τους δείχνω να γένη εκεί το ταμπούρι, να μην πιάσουνε το ρέμα οι Τούρκοι (και δεν θέλησαν). Είκοσι το κάστρο της Αθήνας, όλες οι θέσες απόξω, οπού μας πολιορκούσε ο Κιτάγιας, Χρυσοσπηλιώτισσα, η θέση οπού σκοτώθη ο Γκούρας κι᾿ όλες οι θέσες με τους ανθρώπους κι᾿ ο Φαβιές και ταχτικό. Εικοσιένα η Κρήτη και η Σάμο, οπού χύθη τόσο αίμα (και η ασπλαχνία των δυνατών τους άφησε πίσου εις την τυραγνίαν του Σουλτάνου). Εικοσιδύο η Καλιακούδα, Καρπενήσι, οπού σκοτώθη ο Μάρκος. Εικοσιτρία είναι η ναμαχία των τριών στόλων, το Νιόκαστρον, οι Αβαρίνοι, το νησί, λιμάνι, τα τούρκικα καράβια και των Δυνάμεων. Εικοσιτέσσερα η Ελλάς κρατεί στέφανο εις το χέρι της και στεφανώνει όλους τους Φιλέλληνας και είναι γραμμένα όλα τους τα ονόματα ζωντανών και σκοτωμένων, όσοι ήρθαν εις την πατρίδα κι᾿ αγωνίστηκαν. Εικοσιπέντε η Ελλάς ξαπλωμένη και ξεπλέγει τα μαλλιά της κι᾿ ο Αρμασπέρης της βγάνει με το χέρι του ματωμένο την καρδιά της. (Αυτό το κάδρο το ᾿μαθε αυτός και με κατάτρεχε και δια-να μην ακολουθήση τίποτας ήρθαν φίλοι εις το σπίτι μου -και σύνφωνος κι᾿ ο Ζωγράφος, ότι θα τον παίδευαν και χωρίς-να ήμουν εκεί το ᾿καψαν να μην φανή εις το φως κ᾿ υποσκέθη να μου το ματαφκειάση και δεν το ᾿φκειασε). Εικοσιέξι κάδρο δικό-μου. Σε όλα τα κάδρα αυτά, οπού ᾿δωσα των πρέσβεων και του Βασιλέως, οπού χάθηκαν από εκείνον τον μπερμπάντη τον Ησαϊα, ήταν ζωγραφισμένες οι θέσες και τα ονόματα των αρχηγών Τούρκων και Ρωμαίγων γραμμένα από-κάτου και η κάθε θέση σημειωμένη με νούμερο και ύστερα γραμμένο από-κάτου-εις το κάδρο τ᾿ όνομά της με το νούμερον. Κ᾿ έλεγαν όλα «Στοχασμός του Μακρυγιάννη. Έγιναν 25 εικόνες με ίδια-του έξοδα και κόπους προς ευκαρίστησιν των πατριωτών και των ευεργέτων μας Φιλελλήνων. Μακρυγιάννης».
Αφού τελείωσε ο ζωγράφος από τα κάδρα, τότε έστρωσα ένα μέρος του περιβολιού μου με πετραδάκια της θάλασσας άσπρα και μαύρα. Ζωγράφισα πρώτα έναν κύκλο και γύρα ήταν λόνχες. Αυτός ο κύκλος ήταν η πατρίδα, οπού ᾿ταν τρογυρισμένη με τις λόνχες της τυραγνίας τόσους αιώνες. Παρακάτου είναι ένα σκυλί ζωγραφισμένο είναι ο πιστός ο Έλληνας, οπού φύλαγε την λευτεριά της πατρίδας του τόσους αιώνες νηστικός και γυμνός εις τα χιόνια, σαν εκείνο το καλό σκυλί οπού φυλάγει τα πρόβατα από το λύκο. Παρακάτου είναι δυο τραγόπουλα και πολεμούν έτζι μάθαν την πολεμική και οι Έλληνες να λευτερώσουν την πατρίδα τους. Παρακάτου είναι μια αλαφίνα, βυζαίνει τ᾿ αλαφάκι της όταν έχωμεν ομόνοια, έτζι μας βυζαίνει κ᾿ εμάς η πατρίδα μας. Παρακάτου είναι ένα τρανό λιοντάρι και το τρώγει ένα λυκόπουλο με την δύναμιν του Θεού έτζι φάγαμεν τον Τούρκο. Παρακάτου είναι ένα δέντρο φορτωμένο καρπόν κ᾿ έχει ένα σακκουλάκι ένας δυστυχής Έλληνας οπού πολεμάγει να μαζώξη τον καρπόν των αγώνων του και τον χτυπούνε οι κακές αβδέλλες. Τους λέγει ο Έλληνας «Φευγάτε από τον καρπόν του δέντρου μου μου το τρογυρίσατε -θα σας τζακίσω τα πόδια». Παρακάτου είναι ένας άλλος Έλληνας γενναίος, καλά αρματωμένος φυλάγει βάρδια δια την λευτεριά της πατρίδας του, οπού λευτέρωσε με το αίμα του, να μην τολμήση να την πειράξη κανένας. Παρακάτου είναι ένα τρανό λιοντάρι κ᾿ έχει τα νύχια του ρίξη εις τον δυστυχή απάνου-᾿σ έναν Έλληνα και θα τον ξεκλούσε. Προσκαλέστη τον Θεόν και με την λόνχη του ο Έλληνας το σκότωσε. Παρακάτου είναι οι κολώνες του Ολυμπίου Διός και η Πόρτα και το σύβολο η κουκουβάγια. Παρακάτου είναι ένας χορός οπού γένεται ένας με σκουτιά φράγκικα χορεύει μ᾿ έναν Έλληνα... Ο φραγκοφορεμένος θέλει τον δικό-του χορό, ο Έλληνας τον δικό-του και θα μαλλώσουνε ογλήγορα, ότι δεν μπορεί να μάθη ένας του άλλου το χορό. Παρακάτου είναι ο Ελληνικός και των Τούρκων ο πόλεμος και βλέπεις πεζούρα και καβαλλαρία και πλήθος σκοτωμένους. Παρακάτου είναι οι Έλληνες οι αγωνισταί, οπού πολεμούσαν δια την λευτεριά της πατρίδας, καταπληγωμένοι είναι και βόδια ζωγραφισμένα, κάρρα, οπού κουβαλούν πέτρες, φουσκιές και φκειάνουν οι αγωνισταί των νέων αφεντάδων τα σπίτια και τα υποστατικά.
Αφού είδαμεν την διάθεσιν των πολιτικών μας εις την προκήρυξη του Ζωγράφου -και η Αντιβασιλεία την έβαλε ᾿σ ενέργεια κι᾿ όλους τους αγωνιστάς τους έστειλε ξυπόλυτους και γυμνούς εις τους Τούρκους και βάλαν τον Ταφίλη-Μπούζη αρχηγόν, καθώς δι᾿ αυτό ξηγήθηκα, τότε αγροικήθηκα με τον Λαρίων. Μο᾿ ᾿στειλε έναν καλόγερον, μου είπε ότι αυτός έχει μιαν δύναμη εκεί, όμως χρειάζεται κι᾿ από-᾿δώ δύναμη κι᾿ ομόνοια και καλή κυβέρνεια δια τα έξω, να μην πάρωμεν τους ανθρώπους εις το λαιμό μας. Του παράγγειλα να κατηχή ανθρώπους εκεί με φρόνησιν κι᾿ ακολουθώ κ᾿ εγώ εδώ το-ίδιον. Έρχονταν άνθρωποι εδώ, τους έπαιρνα εις το σπίτι μου, μιλούσαμεν την δυστυχίαν της πατρίδος και τους ετοίμαζα δια τα έξω. Και κατηχούσα όλο το κράτος, όποτε είναι καιρός να κινηθούμεν. Μιαν φορά τα έξω τα ᾿νεργούσαν οι Κατακουζηναίγοι με τον συμπέθερό τους τον Αρμασπέρη όχι προς όφελον της πατρίδος. ᾿Νεργήσαμεν και χάλασε αυτό, έφυγε κι᾿ ο Αρμασπέρης από-᾿δω και οι Κατακουζηναίγοι και νέκρωσε όλως-διόλου. Ορκιστήκαμεν ύστερα με τον Τζάμη Καρατάσιον, ως απόξω αυτός, να γένη το κίνημα ᾿ληνικόν κι᾿ όχι δια ξένους -όσο μπορούμεν να τους πάψωμεν τους ξένους και να τηράμεν την δουλειά μας. Σηκώθη ο Τζάμης πήγε ως το Σαλωνίκι, μίλησε εκεί, στάθη καμπόσον καιρόν, γύρισε μου είπε τα τρέχοντα. Εδώ εις Αθήνα ήρθε ένας πρωτοεταιρίστας Λουκάς Λιονταρίδης, προκομμένος άνθρωπος. Πιαστήκαμεν φίλοι. Τον ρώτησα δια τον πατέρα της λευτεριάς μας, τον μακαρίτη Ρήγα Βελεστίνο, πως προδόθη. Μου είπε πολλά. Αφού τον πρόδωσαν και σκοτώθη, τότε ο Σουλτάνος πρόσταξε τον μακαρίτη Πατριάρχη και το᾿ ᾿δωσε ό,τι κατήχησες το᾿ ᾿χαν δώση, οπού ήταν του Ρήγα, και του είπε ν᾿ αφορίση αυτόν και τους οπαδούς του. Τότε ο αγαθός Πατριάρχης περίλαβεν αυτός την Εταιρία δια-να μην σβέση και την ξακολούθησε και κατηχούσε κ᾿ έστειλε και πιστόν άνθρωπον εις την Ρουσσία κ᾿ εκεί ήταν κι᾿ ο Λιονταρίδης, πιστός του φίλος, του Πατριάρχη και ήταν αξιωματικός της Ρουσσίας. Και του παράγγειλε να πάγη εις το Όρος ο Λιονταρίδης, οπού ήταν κι᾿ ο Πατριάρχης εκεί σιργούνι, ν᾿ ανταμωθούν. Έτζι πήρε την άδεια και πήγε εις Όρος. Αφού ανταμώθηκαν με τον Πατριάρχη, τον κατήχησε και τον χεροτόνησε και καλόγερο και του είπε να πάγει εις την Ρουσσίαν ν᾿ απαρατηθή από την δούλεψη και να μιλήση με τον Καποδίστρια και να περάση εις Βλαχιά να πάρη μοναστήρια με νοίκι και να κατηχήση κι᾿ όσους μπορέση και να συνάξη κι᾿ ό,τι χρήματα μπορέση δια-να χρησιμέψουν δια την πατρίδα. Πήγε εις την Ρουσσία απαρατήθη, μίλησε και με τον Καποδίστρια και εις την Βλαχιά κατήχησε πολλούς και τον Μιχάλβοντα και πήρε και μοναστήρια και σύναξε κι᾿ ως τρία-μιλλιούνια γρόσια. Του αποκρίθη ο Πατριάρχης να τα ᾿χη εκεί όσο-να χρειαστούνε. Ο μακαρίτης ο Ναπολέων ο αυτοκράτορας της Γαλλίας, το καύκημα του κόσμου, δια-μέσον του πρέσβυ του τότε Σεμπαστιάνη γράφει του Πατριάρχη εις Κωσταντινόπολη και του λέγει να στείλη να κατηχήση παντού τους χριστιανούς, να είναι ετοιμασμένοι, κι᾿ όταν να είναι καιρός οπού θα κινηθή, να χτυπήσουν κι᾿ αυτείνοι και είναι δικό-τους από Κωσταντινόπολη και κάτου, Γουργαριά, Σερβία, Θεσσαλομακεδονία, Ντουράτζο, Αυλώνα και ολόγυρα αυτά τα μέρη, Ρούμελη, Πελοπόννησο και τα νησιά. Του αποκρίθη ο Πατριάρχης ότι ξακολουθεί από καιρό ό,τι του γράφει. Κι᾿ έστειλε και κατηχούσαν. Η κακή τύχη, απότυχε ο μακαρίτης ο Ναπολέων και νεκρώσανε κι᾿ αυτά. Αυτό το σκέδιον το ήξερε κι᾿ ο Καποδίστριας από τον Πατριάρχη. Όταν λευτερώθη τούτο το ολίγον μέρος της Ελλάδος, ο Αυτοκράτορας της Ρουσσίας ήξερε το σκέδιον κ᾿ έβαλε τον Καποδίστρια να ᾿νεργήση εις τους Έλληνες να τον κάμουν κυβερνήτη τους -και τότε τρώνε και το ολίγον το δικό-μας και το πολύ. Έγραψε εδώ εις τους Έλληνες ο Καποδίστριας και τελείωσε ο σκοπός του. Τότε γράφει από τα Παρίσια του Λιονταρίδη ότι πάγει κυβερνήτης και ᾿σ το γράμμα του είχε κ᾿ ένα γράμμα του μινίστρου του Εξωτερκού της Ρουσσίας και του ᾿λεγε να του το δώση κι᾿ ό,τι του ειπή ν᾿ ακολουθήση. Τότε λέγει ο μινίστρος του Λιονταρίδη ότι «Η θέληση του Βασιλέως μας είναι όσα χρήματα έχεις συνασμένα να τα πάρης και να πας σε όλα τα μέρη της Τουρκιάς και να κατηχήσης τους χριστιανούς υπέρ της «Ρουσσίας» και να ξοδιάση κι᾿ αυτά τα χρήματα δι᾿ αυτό το έργον -και τότε κι᾿ αυτούς να λευτερώση η Ρουσσία κ᾿ εμάς. Ακούγοντας αυτά ο αγαθός Λιονταρίδης αποκρίνεται του υπουργού «Δεν είμαι ορκισμένος δι᾿ αυτό, είμαι να λευτερωθή και να γένη δικόν-της βασίλειον η Ελλάδα». Τότε τον κρατούνε εκεί πολιτικόν ρέστο του πήραν και τα χρήματα. Και στάθη ρέστο όσο-οπού σκοτώθη ο Καποδίστριας. Τότε απολπίστη από την Ελλάδα η Ρουσσία. Τότε ο Λιονταρίδης έβαλε σημαντικούς ανθρώπους και μίλησαν ότι μετανόησε κι᾿ εκτελεί ό,τι θέλουν. Και τον έστειλαν να ᾿ρθη εδώ να δουλέψη δια την λευτεριά μας. Αφού ήρθε εδώ, τους παράγγειλε ότι δεν μπορεί να τους δουλέψη και στείλαν τον άγιον Οικονόμον, παιδί της Ρουσσίας, κι᾿ ένα Ανατόλιον αρχιμαντρίτη κι᾿ ο Οικονόμος εργάζεται εις τα πολιτικά υπέρ της Ρουσσίας κι᾿ ο Ανατόλιος εις τα στρατιωτικά. Και ηύραν και τους οπαδούς του Κυβερνήτη μας ονομαζόμενους Κυβερνητικούς. Κι᾿ ο αδελφός του Καποδίστρια Τζορτζέτος κι᾿ όλοι αυτείνοι φκειάναν προ-καιρού την Φιλορθόδοξο Εταιρία μέσα κι᾿ έξω εις την Τουρκιά κ᾿ είχαν και χρήματα και ξόδιαζαν και κατηχούσαν. Και προδόθηκαν. Ο Ανατόλιος έφκειασε ένα σπίτι και περιβόλι πλησίον-εις τις κολώνες του Ολυμπίου-Διός κ᾿ έχει και χρήματα ρούσσικα και είναι κι᾿ αυτός παιδί της Ρουσσίας και ηύρε τους συντρόφους του κι᾿ εργάζονται όλοι μαζί πως να λευτερώσουνε την Ελλάδα. Κι᾿ ο Μιχάλβοντας είναι βαλμένος από την Ρουσσία να ᾿νεργάη ό,τι μπορή δια-να γένη αφέντης της Θεσσαλομακεδονίας. Και εις το σπίτι του Ανατόλιου μαζώνονται πολιτικοί και στρατιωτικοί κ᾿ εργάζονται δι᾿ αυτά. Έχει κ᾿ έναν σεκρετάριον ο Βόντας, τον λένε Φορμάνο, και τον έδωσε του Ανατόλιου και κατηχούν τους στρατιωτικούς να κάμουν μιαν δύναμη δια την Θεσσαλομακεδονίαν κι᾿ όποτε κάμουν αυτήν την δύναμη να κινηθούν. Και λευτερώνοντας αυτά τα μέρη να γένη ηγεμόνας ο Βόντας όσο η Ρουσσία να στείλει τον βασιλέα τον καθαυτό. Θέλαν κ᾿ έναν στρατιωτικόν αρχηγόν δια το κίνημα. Οι στρατιώτες οπού κατηχούσαν ήταν φίλοι μου και πρόβαλαν εμένα και μου είπαν αυτό οι στρατιώτες. Εγώ τους είπα, όταν θέλη η Κυβέρνηση να γένη αυτό το κίνημα, ας διορίση κι᾿ όποιον αρχηγόν θέλη. Έλεγα ότ᾿ είναι της πατρίδας κινήματα. Τότε ο Λιονταρίδης ηύρε την αλήθεια, πως είναι από τον Φορμάνο ότι του βάφτισε ένα παιδί και το᾿ ᾿δειξε και πολλή φιλία και του τα είπε όλα. Τότε φώτισα τους στρατιωτικούς. Και χαλάσαμεν όλα αυτά τα σκέδια. Τότε σηκώνεται ο Ανατόλιος, σαν χάλασε το σκέδιόν τους εδώ, πηγαίνει εις το Όρος, παίρνει και χρήματα μαζί του και πηγαίνει κι᾿ ανταμώνει τον Λαρίων, οπού ᾿χε καπετανλίκι εις το Όρος και Μαντεμοχώρια, και τον ορκίζει. Πριν πάγη μάθαμεν τον σκοπόν του ότι ήταν άνθρωπος πατριώτης και μας το είπε. Αφού όρκισε τον Λαρίων, τότε βγάζει και του δίνει κι᾿ ένα δίπλωμα ρούσσικον -όποιος θα είναι αρχηγός έχει γκενεράλη βαθμόν. Του τάζει συνχρόνως και μια ποσότη χρήματα και να κατηχήση τους ανθρώπους και να συνάζη και υπογραφές από τους κατοίκους υπέρ της Ρουσσίας. Τότε στείλαμεν άνθρωπο εις τον Λαρίων να ᾿χη τον νου του. Του μίλησαν και πιστοί καλογέροι και τράβησε χέρι ο Λαρίων. Τότε ο Ανατόλιος γράφει εις τον πρέσβυ της Ρουσσίας εις την Κωσταντινόπολη αναντίον του Λαρίων. Τον κατατρέχει τον Λαρίων ο πρέσβυς και φεύγει και πηγαίνει εις τον Μεμεταλή εις το Μισίρι τον είχε πατριώτη. Του λέγει όλ᾿ αυτά, κι᾿ ο Μεμεταλής θέλει να γένη αλλού το κίνημα δια λογαριασμό του. Το᾿ ᾿δωσε γράμματα σε Τούρκους και Ρωμαίγους Κρητικούς και τον έστειλε εις Κρήτη -κ᾿ εκεί να στείλη στρατέματα ο Μεμεταλής κι᾿ οδηγός ο Λαρίων, να γένη το κίνημα. Πέθανε ο Σουλτάνος πήρε τον στόλο του ο Μεμεταλής, περηφανεύτηκε, αστόχησε τον Λαρίων. Τότε ήρθε εδώ και - Αφού φυλάκωσαν τον αδελφόν του Καποδίστρια
Ύστερα τον έκαμαν εξορία εις το Μισίρι κ᾿ εκεί απέθανε. κι᾿ άλλους δια την Φιλορθόδοξον Εταιρίαν, μέσα-εις την χάψη οπού ήταν αυτός ήταν κι᾿ ο Καμπούρογλος ονομαζόμενος και τον κατήχησε ο αδελφός του Καποδίστρια και τον μπιστεύτηκε και το᾿ ᾿δωσε την κατήχησιν κι᾿ ένγραφα. Τότε αυτά τα ένγραφα ο Καμπούρογλος μου παράγγειλε να πάγω εις την χάψη να μου τα δώση να τα δώσω του Βασιλέα. Του παράγγειλα ότι ᾿σ τα τοιούτα δεν ανακατεύομαι και τα ᾿δωσε του Φαρμακίδη και τα ᾿δωσε. Και τότε από αυτά κι᾿ απ᾿ άλλους από-μέσα το κράτος κι᾿ απόξω την Τουρκιά εμαθεύτη η Φιλορθόδοξο Εταιρία πόσο προβοδεύει και τι αρετή έχει. Οι ασυνείθητοι δια-να κάμη ο καθείς τους σκοπούς του άλλος βγάνει την θρησκεία ομπρός, άλλος την πατρίδα -κι᾿ όσο θέλουν και σέβονται οι τοιούτοι αυτά τα γερά, τόσο καλό να ᾿χουν. Βγαίνουν οι άλλοι πάλι «Νόμους συνταματικούς πρέπει να ᾿χωμεν να πάμε ᾿μπρός». Φτάνει πλέον ο δόλος και η απάτη! Κ᾿ εσείς οι άλλοι μας καταντήσετε μ᾿ αυτά σαν την καλαμιά εις τον κάμπο. Θυμηθήτε ότι υπάρχει Θεός κι᾿ όσα φαντάζεστε κι᾿ οργανίζετε δια-να υποστηρίζετε την κακία κι᾿ ασωτεία των συντρόφω σας και ᾿νεργάτε την αδικία και βοηθόν έχετε εις αυτά τον διάβολον, ο δίκιος Θεός όλες αυτές τις προσπάθειες θα σας τις χαλάση ᾿σ ένα μινούτο. Αλλά ο Θεός δεν είναι εσείς, είναι Θεός και σας βαστάγει ίσως και πλησιάσετε ολίγον να ιδήτε σήμερα είσαστε εδώ τιμημένοι και τρογυρισμένοι μ᾿ αγαθά και πολλούς κόλακες κι᾿ αύριον τους αφίνετε όλους αυτούς πίσου και παίρνετε εννιά πήχες πανί, καθώς το παίρνει κι᾿ ο μικρότερος φτωχός, και πηγαίνετε εκεί οπού δεν ματαφαίνεστε κ᾿ εκεί θ᾿ ακούτε ό,τι εδώ κάμετε. Χορτάσαμεν πλέον λευτερία συνταματική από τους Άγγλους και Γάλλους κι᾿ ορθοδοξία ρούσσικη με την Φιλορθόδοξο Εταιρία αυτεινών των ομοθρήσκων μας Ρούσσων. Πόσοι Έλληνες θυσιάστηκαν δι᾿ αυτούς ως χριστιανοί κι᾿ ως ομόθρησκοι και τι ανταμοιβή κάνουν τώρα αυτείνοι ᾿σ εμάς; Εμείς κάμαμεν κι᾿ όντως κατά δύναμη το χρέος μας ᾿σ αυτούς ως Έλληνες και χριστιανοί αυτείνοι κάνουν ᾿σ εμάς την ανταμοιβή ως Ρούσσοι. Τέλος-πάντων και ᾿σ τα τρία μιλέτια μένομε πολύ ευκαριστημένοι, ότ᾿ είδαμεν απότ᾿ εσάς την λευτεριά μας, την τιμή μας, την θρησκεία μας. Όλα αυτά τα σέβεστε κ᾿ επιθυμήσατε να μας βάλετε κ᾿ εμάς εις την κοινωνία του κόσμου, οπού ήμαστε χαμένοι τόσον καιρόν και σβυσμένοι από τον κατάλογον των εθνών. Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε -κ᾿ εσείς οι φιλάνθρωποι τις πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου και δίνεταν δύναμη αυτεινού του τύραγνου, οπού τον τρέμετε εσείς, κι᾿ αυτό το παιδάκι σας έδωσε να καταλάβετε ότι κατά τ᾿ όνομα του Γκρανσινιόρη δεν είναι και η δύναμή του. Δεν στοχαστήκετε όταν ᾿φοδιάζετε τα κάστρα του Γκρανσινιόρη τις πρώτες χρονιές, ότ᾿ ήταν δύναμη Θεού να λευτερωθή; Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από ᾿μάς ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμεν οι Έλληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας -καμμιά χάρη ᾿σ εσάς τις ανεμοδούρες, τις διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα ᾿φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι᾿ άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, τ᾿ Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους. Και πάλε όσα σας λέγω δεν ελπίζω να τα κατορθώσετε, ότι αν είσαστε εσείς άδικοι κι᾿ ανθρωποφάγοι και ᾿περασπισταί της κακίας, είναι Θεός δίκιος, αληθινός, δυνατός. Θυμηθήτε ότι αυτά σας γράφει ένας μικρός Έλληνας ότι λίγον με μέλει εμένα απότ᾿ εσάς ή δυνατοί είσαστε ή αδύνατοι. Αγαθοί όταν είσαστε και δίκιοι, είσαστε και δυνατοί τότε εγώ σας σέβομαι και σας προσκυνώ, αλλοιώς δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από τις οδηγίες τις πατρικές των Πρέσβεων και δικώ-μας ξενολάτρων. Τότε συνομιλήσαμεν καμπόσοι να καταβάλωμεν χρήματα, κόπους, ζωή να γένη κάνα κίνημα εις την Θεσσαλίαν και Μακεδονίαν. Κάμαμεν πλήθος ετοιμασίες κι᾿ αγροικηθήκαμεν με τους έξω και κατηχούσαμεν παντού. Και συνάζαμεν ανθρώπους -πουλούσαν τα γραμμάτιά τους, ό,τι κι᾿ αν είχαν. Τους στέλναμεν εις Ταλάντι, Λαμίαν, Ξεροχώρι κι᾿ αλλού να είναι έτοιμοι να βγούνε έξω μιαν ημέρα. Και το πράμα πήγαινε μυστικόν και ᾿νεργέταν με φόβον του Θεού και καταφανιστήκαμεν εις τα έξοδα. Είχαμεν και τον Τζάμη Καρατάσιον εις το μυστικόν. Τότε ο Τζάμης το πρόδωσε του Σούτζου αυλάρχη κ᾿ εκείνος το είπε του Βασιλέα. Εμείς δεν ηξέραμεν αυτό. Στέλναμεν τους ανθρώπους ντυμένους -πρόσμεναν τον Τζάμη, εκείνος μας γέλαγε δεν έβγαινε έξω. Ότι μ᾿ εκείνους οπού μίληγε μυστικώς έτζι τον οδηγούσαν. Γύριζαν πίσου οι άνθρωποι ξυπόλυτοι και γυμνοί -τους ξεκονομούσαμεν πάλε εμείς. Αυτό το ᾿καμεν αρκετές φορές. Τον βιάσαμεν χωρίς άλλο να βγη, ειδέ να τραβήση χέρι. Υποσκέθηκε ότι βγαίνει. Τότε μιλεί και τον διατάζουν και πήγε εις Ανάπλι. Τότε είπαμεν να πάψωμεν από αυτό το κίνημα, να μην προδοθούμεν και πάρωμεν τους αδελφούς μας εις τον λαιμό μας. Οι άνθρωποι είχαν διάθεσιν να κινηθούν. Εγώ τραβήχτηκα. Ήρθε ο Δόσιος κι᾿ ο Δαμιανός, οπού ήταν με τον Τζάμη, κι᾿ άλλοι και με περικάλεσαν να μην τραβήσω χέρι, όμως να μπω κ᾿ επιτροπή. Εμπήκα εγώ, ο Δόσιος, ο Δαμιανός, ο Ναούμης. Τότε στείλαμεν μιαν ποσότη πολεμοφόδια με δυο γολέττες δια το Όρος. Οι κεφαλές εκεινών που πήγαν μαζί άταχτοι κι᾿ ακατάστατοι. Πήγε κι᾿ ο καϊμένος ο Λαρίων τους αντάμωσε -τον πρόδωσαν εις τους Τούρκους κάποιοι από τους ίδιους (ότ᾿ ήταν του Τζάμη άνθρωποι κι᾿ ο Λαρίων ήταν ᾿γγισμένος με τον Τζάμη). Τον έπιασαν, τον πήγαν εις το Μπάνιον εις Κωσταντινόπολη. Μίλησα με τους πρέσβες της Γαλλίας κι᾿ Αγγλίας -ότι τους γέλαγα και τους έλεγα του κάθε-ενού «Δουλεύομεν και κινιώμαστε δια σας», κ᾿ εμείς τηράγαμεν τον σκοπόν της πατρίδος μας -και μ᾿ αυτόν τον τρόπον έγραψαν οι Πρέσβες εις Κωσταντινόπολη κ᾿ έβγαλαν τον Λαρίων. Ύστερα οι Ρούσσοι δια την απάτη οπού έκαμεν του Ανατόλιου, οπού τον όρκισε εις το Όρος, ᾿νέργησαν και τον σκότωσαν οι Τούρκοι ύστερα-οπού ᾿φυε από το Μπάνιο. Και χάσαμεν έναν γενναίον άντρα. Τότε κινήθη και η Κρήτη. Είχα αγροικηθή με τον Πατερόπουλο κι᾿ άλλους Κρητικούς -είχαν κ᾿ επιτροπή κάμη εδώ κ᾿ εκεί στείλαν διευτυντάς τους αδελφούς Χαιρέτηδες. Μου είπε η ᾿πιτροπή να πάγω κ᾿ εγώ εις Κρήτη. Εγώ τους είπα ότι ᾿νεργούμεν δι᾿ απάνου και είναι το-ίδιον. Και τους ανθρώπους οπού κατηχούμεν τους λέμεν ποιος θέλει δια την Θεσσαλομακεδονία, να τον στέλνωμεν εκεί, και ποιος δια Κρήτη. Έπιασα τον Αντώνη Κριεζή, τον καλόν πατριώτη, οπού ήταν υπουργός του Ναυτικού, τον όρκισα και του είπα αυτό και διάταξε τους δικούς-μας θαλασσινούς να μην πειράξουν όσα πλοία βρίσκουν μ᾿ ανθρώπους οπού θα πηγαίνουν ή δια Όρος ή δια Κρήτη και δεν τους πείραζε κανένας. Κι᾿ όλο στέλναμεν παντού. Τότε κι᾿ ο Τζάμης από την εντροπή έφυγε από τ᾿ Ανάπλι, ήρθε ᾿σ ένα μέρος, ναυλώσαμεν πλοίον, του δώσαμεν κι᾿ ανθρώπους και τ᾿ αναγκαία, πήγε καμπόσο διάστημα, είδε ένα πλοίον βασιλικόν δικό-μας, πήρε καμμιά δεκαπενταργιά ανθρώπους σε μιαν φελούκα κ᾿ έφυγε και βήκε εις την Ζαγορά. Τότε οι άλλοι μείναν μόνοι τους -γύρισαν οπίσου. Τους στείλαμεν εις την Κρήτη. Ακέφαλοι οι άνθρωποι -οι αρχηγοί τους ακατάστατοι και διχόνοια γιομάτοι. (Πήγαν και εις Όρος ολίγοι κι᾿ αμόνοιαστοι. Τους διώξαν οι καλογέροι. Και πήγανε και Τούρκοι εις το Όρος). Τότε όλους αυτούς τους στείλαμεν εις Κρήτη και γράψαμεν του Τζάμη, Βελέτζα κι᾿ αλλουνών να περάσουνε όλοι εις Κρήτη. Και μίλησα και με πολλούς να πάγω κ᾿ εγώ ύστερα κι᾿ άλλοι πολλοί αξιωματικοί με δύναμη. Ήμαστε σύνφωνοι με την ᾿πιτροπή της Κρήτης, όταν πάρη τέλος αυτό να μας δώσουνε τρεις-χιλιάδες Κρητικούς και μ᾿ όσα πλοία θα είναι έτοιμα κι᾿ όλους τους ξένους οπού θα είμαστε εκεί, εις Κρήτη, να μεραστούμεν να έβγωμεν έξω εις Θεσσαλομακεδονία. Μιλήσαμε και με τους Σαμίους να βαρέσουνε συνχρόνως κ᾿ εκεί. Τότε τα μέλη της επιτροπής της Κρήτης, οπού ήταν εδώ, μυστικώς έγιναν Άγγλοι. Τους λέγαμεν να δώσουνε τα μέσα να στείλωμεν περίτου από χίλιους ανθρώπους από την Ρούμελη, οπού βαστούσα τους αξιωματικούς εδώ δι᾿ αυτό, δεν θέλαν. Μο᾿ ᾿λεγαν είναι Κρητικοί κι᾿ όσοι ξένοι πήγαν αρκετοί. Όταν τους χάλασαν οι Τούρκοι και γράφαν αυτό εδώ, τότε γύρευαν δύναμη τότε συνάξαμεν καμμιά πεντακοσιαριά ανθρώπους με τον Γιάννη-Κώστα -να τον στείλωμεν εις Κρήτη. Κομπρεμεταρίστη εις αυτό κι᾿ ο Βασιλέας και η Κυβέρνηση. Ήθελαν και καράβια αγόρασαν πεντέξι εφτά ηύραν κι᾿ έναν ναύαρχον Νυδραίον, Μπούτη τον λένε. Αυτός είχε την φαμελιά του εις την Σάμο, και το ήφερνε γύρα και πρόδινε όλα αυτά εις τον πρέσβυ της Τουρκιάς -και το ᾿φερνε γύρα. Τότε ετοίμασαν τους Τούρκους οι Άγγλοι γύρευαν ν᾿ αγοράσουνε και τους Χαιρέτηδες. Αυτείνοι στάθηκαν τίμιοι πατριώτες και δεν θέλησαν. Οι άλλοι, το μέρος τούτης της επιτροπής, οπού ᾿ταν εις Κρήτη, ο Χάλης κι᾿ άλλοι, γύρισαν με τους Άγγλους. Τότε έπεσαν εις διχόνοια το ᾿να το μέρος και τ᾿ άλλο. Οι Τούρκοι δυνάμωναν με την συντρομή των Άγγλων. Αυτείνοι όταν είδαν ότι δεν πιτυχαίνουν τον σκοπόν τους, να κάμουν την Κρήτη σαν τα Εφτάνησα, -η φατρία τους ήταν αδύνατη και μπορούσαν να κερδέσουνε οι Έλληνες -έβαλαν την συνειθισμένη τους αρετή άλλα έλεγαν των Ελλήνων και τους Τούρκους τους βιάζαν και πήγε ο στόλος τους εις Κρήτη. Τέλος την ξεψύχησαν την δυστυχισμένη Κρήτη -δεν είχαν ούτε ψωμί, ούτε άλλα αναγκαία. Τότε ο Μπούτης κόπιασε και μπαρκάρησε τον Γιάννη-Κώστα με τους ανθρώπους του. Το ᾿φερνε και μ᾿ αυτούς γύρα τις Σπέτζες. Πήραν τους Χαιρέτηδες κι᾿ όλους τους στρατιωτικούς, ξένους και ντόπιους, οι φιλάνθρωποι Άγγλοι και τους έβγαλαν με τα καράβια τους εις την Αίγινα. Κι᾿ όταν ήρθαν εις την Αίγινα, τότε κίνησε το Μπούτη να πάγη ομπρός η αδελφή των Άγγλων επιτροπή, οπού ήταν εδώ, Αντωνιάδηδες, Μισαήλης κι᾿ άλλοι. Πήγαν ως τα Βάτικα. ᾿Σ τον ίδιον καιρόν ήρθε κι᾿ ο Μαυροκορδάτος, οπού ήταν πρέσβυς εις την Αγγλία. Πήγα ως φίλος του τον αντάμωσα, του είπα «Και τα καλά οπό᾿ ᾿καμες εις την Ελλάδα τα ξέρομεν και τα κακά. Τώρα έχομεν ανάγκη να ειπής του Βασιλέα την αλήθεια και την άχλια κατάστασιν της πατρίδος και να τον συβουλέψης πατρικώς να σωθούνε τα δεινά μας και να μην τηράξης Συνταματικούς και Κυβερνητικούς να μας ενώσης όλους να πάμεν ομπρός και να πάρης απ᾿ όλα τα κόμματα να κυβερνήσης κι᾿ αν δεν ακουστής εις το δίκιον, να παρατηθής και σε διατηρούμεν εμείς». Μίλησε με τον Βασιλέα και πήρε υπουργούς τον Μεταξά, τον Βαλέττα, τον Μελά. Πρόσταξαν εμένα και μο᾿ ᾿δωσαν την «Αμαλία» και πήγα εις τα Βάτικα, οπού ήταν ο ναύαρχος της Κρήτης, ο Γιάννη-Κώστας με το στράτεμα κι᾿ ο Τζάμης (ότι του παραγγείλαμεν να ᾿ρθη δια την Κρήτη και ήρθε). Τους είπα ότι το κίνημα της Κρήτης εχάθη και τους πήρα και τους ήφερα εις την Αίγινα κι᾿ από-᾿κεί διάλυσα αυτούς και τους Κρήτες τον καθέναν όθεν ήθελε με τ᾿ άρματά του. Εις την Αίγινα έμαθα ότι απαρατήθη ο Μαυροκορδάτος και οι συντρόφοι του. Μπήκε ο Χρηστίδης, ο Γιακωβάκης, ο Κριεζής, ο Βλαχόπουλος. Τότε να φυλάξω την υπόσκεσή μου εγώ κι᾿ άλλοι πατριώτες κάνομεν συνεισφορά και γένονται περίτου από σαράντα-χιλιάδες δραχμές. Το Δημοτικόν Συβούλιον ήταν σε διχόνοια έστειλαν επίτηδες εις την Αίγινα να ᾿ρθω γλήγορα, ότ᾿ ήμουν κ᾿ εγώ μέλος. Μιλώ αυτό του υπουργού Χρηστίδη και με παρακαλεί να τους ενώσω. Ξοδιάζω, κάνω ένα τραπέζι, παίρνω όλους τους συβούλους, παρέδρους και παλιόν δήμαρχον και καινούριον, τους μόνοιασα -φιλήθηκαν. Γύρευαν να με κάμουν πρόεδρον του Συβουλίου. Κάτζαμεν να φάμεν ψωμί, αφού ενωθήκαμεν. Πηγαίνουν και λένε ότι όλοι οι σύβουλοι είναι ᾿σ τον Μακρυγιάννη και θα κάμουν απανάστασιν. Κι᾿ ανακατώνονται πεζούρα, καβαλλαρία. Κι᾿ ο υπουργός Χρηστίδης δεν τον άφινε ο φόβος να ειπή ότι τα ήξερε αυτά. Τότε σηκώνομαι και πήγα εις τον Βασιλέα. Αφού του ξηήθηκα δια το τραπέζι, του μίλησα και δια τους ανθρώπους που γύρισαν από την Κρήτη του σύστησα την καλή τους διαγωή και υποταγή όσ᾿ ήταν εις την Αίγινα. Μίλησα και την δυστυχία του Νικήτα, οπού ήταν εις την Αίγινα ρέστο και χωρίς μιστόν και να τον λευτερώσει, ότι εγώ τον γνωρίζω πολύ καλά και δεν ενέχεται σε ό,τι του είπαν. Ότι πάντοτε ήταν εις το σπίτι μου νύχτα και ημέρα κ᾿ ένα παρόμοιον δεν μου είπε. Κι᾿ αφού το᾿ ᾿καμα πολύ ριτζά, μου υποσκέθη και τον έβγαλε ευτύς και το᾿ ᾿δωσε κι᾿ όλους του τους μιστούς. Τότε του είπα «Δεν φοβήθης να μη σου κάμω απιστιά όταν ήταν περίτου από χίλιους-τρακόσους ανθρώπους, στεργιανοί και θαλασσινοί, και καράβια κι᾿ όλα τ᾿ αναγκαία του πολέμου και θα σου κάμω με το δημοτικόν συνβούλιον; Δεν μ᾿ αφίνουν κ᾿ εμένα να ζήσω ήσυχος; Με τα παιδιά των σκολειών θα κάμω απανάστασιν; Με τα κάδρα θα φέρω σύνταμα; Το κάστρο των Αθηνών θα πάρω; Με το συνβούλιον απανάσταση; Τον μιστόν μου αφίνω δια τους φτωχούς αγωνιστάς, μ᾿-όλον-οπού κ᾿ εγώ είμαι φτωχός, όμως αυτείνοι πεθαίνουν της πείνας. Και δι᾿ αυτό πάλε με υποπτεύτηκαν. Δια την ησυχίαν της πατρίδος, οπού ᾿ναι θρόνος σου, κάνω όλα αυτά. (Κι᾿ άλλα τοιούτα πλήθος. Αυτείνοι γύρευαν να με φυλακώσουνε εις το Παλαμήδι). Εγώ, Βασιλέα μου, έχω ορκιστή δια την λευτεριά της πατρίδος μου και τράβησα τόσα δεινά και εις το κάστρο της Άρτας παιδεμούς και σίδερα εις τα ποδάρια. Πήγαν να μας κρεμάσουν και γλύτωσα μόνον εγώ. Και τράβησα όλα αυτά δια-να μαρτυρήσω το μυστικόν της Εταιρίας, οπού ήμουν μέσα. Έχασα τα ολίγα μου υποστατικά και σπίτι μου εκεί και μικρή μου κατάσταση. Πέντε πληγές πήρα εις το σώμα μου την κατάστασή μου και υγείαν μου τα ᾿χασα. Αναντίον μου κατηγορία δι᾿ όσους διοίκησα δεν φαίνεται. Τότε ήμουν γνωστικός και καλός εγώ κι᾿ αυτείνοι οπού υπομείναμεν δια την αγάπη της πατρίδος τόσα δεινά τώρα κάθε ολίγον μας κατηγορούν και μας υποπτεύονται. Αυτείνη τη λευτεριά από εκείνους οπού μπιστεύεσαι την κυβέρνησίν σου εγώ δεν την υποφέρνω και να μου δώσης την άδεια να πουλήσω ό,τι έχω και να πάγω όθεν μπορέσω με την φαμελιά μου να ζήσω». Η Μεγαλειότης του με παρηγόρησε όμως τον Τζήνο κι᾿ άλλους τους πίστευε και σε κακή εύνοια πάντοτες ήμουν. - Φκειάνοντας τα κάδρα του πολέμου έρχονταν αγωνισταί και μο᾿ ᾿λεγαν «Τ᾿ είναι αυτά τα κάδρα; Τους έλεγα «Ο τάδες ο πόλεμος, ο τάδες, οπού αγωνιζόσασταν εσείς και πληγωνόσαστε δια-να ιδήτε την πατρίδα σας ελεύτερη». Κατεβαίναμεν κάτου, βλέπαν και τις πέτρες και ύστερα άλλος κουβάλαγε χώματα, άλλος πέτρες, άλλος έκανε χωράφι. Άλλος αναστέναζε κι᾿ άλλος έκλαιγε. Του έλεγα του κάθε-ενού «Μην κλαις και είναι τρόπος να γελάσης εσύ και γενικώς η πατρίδα». Τον έπαιρνα εις το σπίτι τρώγαμεν. Τότε του έλεγα «Να σου μιλήσω φοβώμαι από την τζελατίνα των Μπαυαρέζων, με κόβουν». Τον όρκιζα, του έλεγα πως να ενωθούμεν να μιλή ένας με τον άλλον και να ορκίζωνται κι᾿ αυτείνοι. Και μ᾿ αυτόν τον τρόπον ώρκισα ᾿σ ούλο το κράτος κι᾿ όλο ποτίζονταν αυτό. Κι᾿ ο Θεός το ευδοκιμούσε χωρίς-να βγη κάνας προδότης, αλλά η εξουσία είχε ξερές υποψίες. Κι᾿ αλλουνού του έλεγα πως φροντίζομεν δια τα έξω, κι᾿ αλλουνού δια τα μέσα, να γένουν νόμοι κ᾿ Εθνική Συνέλεψη. Κι᾿ όποιος ήθελε τα έξω αυτόν τον ψύχωνα δια εκείνο. Τοιούτως ακολούθησα ως τα 1840. Τότε συλλογίστηκα να φκειάσω έναν όρκον να τον υπογράφωμεν, επειδήτις και είδα άλλος ήταν Κυβερνητικός, άλλος Συνταματικός, άλλος Άγγλος, άλλος Γάλλος, άλλος Ρούσσος και-τα-εξής. Έπαιρνα από κάθε πολιτεία εναδυό-τρείς Συνταματικούς κι᾿ άλλους τόσους Κυβερνητικούς και τους ένωνα κ᾿ εκείνοι ένωναν τους συμπολίτες τους. Ο όρκος ήταν «Να μην είμαστε ούτε Συνταματικοί, ούτε Κυβερνητικοί, ούτε σε ξένη δοξασία Άγγλοι, Γάλλοι, Ρούσσοι. Να τους σεβώμαστε αυτούς όλους δια την ευεργεσίαν τους -και να μας αφήσουν ήσυχους εμάς και τον Βασιλέα μας».
Αυτόν τον όρκον θέλετε τον ιδήτε εδώ και τις υπογραφές των ανθρώπων και φαίνεται η βαρύτητα του κάθε-ενού οπού ᾿χει εις την πατρίδα του. Με τις υπογραφές επήρα ανθρώπους απ᾿ ούλο το κράτος κι᾿ ο καθείς από εκείνους κατήχαγε κι᾿ αυτός. Έπαιρνα από την δευτέρα τάξη, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Την πρώτη τάξη οπού φοβώμουν, ότι ήταν μπερδεμένοι με τους ξένους, τους όρκιζα τον ίδιον όρκον, όμως χωρίς υπογραφή και ήμασταν οι δυο, όχι άλλος παρών. Οι οπλαρχηγοί, οι πρώτοι, πήγαινε ο καθείς εις την πατρίδα του και κατήχαγε τους συνπολίτες του, οπού ᾿χε ᾿μπιστοσύνη. Και τοιούτως οργανίστη όλο το κράτος. Αφού ο Μαυροκορδάτος απαρατήθη κ᾿ έδειξε φιλελεύτερα αιστήματα, τον μπιστεύτηκα και το᾿ ᾿δειξα το σκέδιον, χωρίς υπογραφή, και τον όρκισα να μην με προδώση τον ρώτησα αν είναι καλό, να βαίνω ανθρώπους και να τους υπογράφω. Του είπα ότι δεν αρχίνησα ακόμα. Ορκίστη να φάγη τα παιδιά του αν το προδώση κι᾿ αν δεν είναι Έλληνας κι᾿ όχι ᾿σ άλλη δοξασία ξένη. Τότε διατάχτη ο Μαυροκορδάτος να πάγη Βασιλέα πριν φύγη και να του ειπή την άχλια κατάστασιν της πατρίδος- κι᾿ αυτός πηγαίνει με ευκαρίστησίν του εκεί όπου διατάχτη. Μου το υποσκέθη και ύστερα μετάνοιωσε. Του είπα «Οι πατριώτες σου μένουν πολλοί νηστικοί κ᾿ εσένα σο᾿ ᾿καμαν συνεισφορά τόσες χιλιάδες δραχμές και πάλε πλερώνεσαι καλά εκεί οπού πας -και η πατρίδα δυστυχεί και δεν πηγαίνεις να μιλήσης; Πήγα μίλησα εγώ να πας και του-λόγου-σου, ύστερα να πάγη κι᾿ ο Μεταξάς κι᾿ άλλοι πατριώτες να σώσουμεν την πατρίδα». Πήγε και μίλησε πολλά. Και πήγαν κι᾿ άλλοι πολλοί. Πηγαίνοντας πάλε κ᾿ εγώ εις τον Βασιλέα του μίλησα την άχλια κατάστασιν και τις μεγάλες κατάχρησες των υπαλλήλων -κι᾿ όλο το κράτος το ρήμαξαν. Αυτό μαθαίνοντας οι υπουργοί και καταξοχή ο Χρηστίδης άρχισε να με πειράζη. Μου βάνει κατασκόπους εις το σπίτι μου να μαθαίνη τι κάνω και ποιος μπαίνει. Αυτό βλέποντας εγώ, έφκειασα μίαν έκθεσιν και την έβαλα εις τον τύπον. Τότε ο υπουργός του Στρατιωτικού με φωνάζει και μου λέγει ν᾿ αναιρέσω όσα έγραψα. Του είπα ότι θα προσθέσω ακόμα κι᾿ όχι ν᾿ αναιρέσω ότι η πατρίδα θέλει αρετή κι᾿ όχι κατασκόπους. Με φοβέρισε πολύ. Γύρεψαν να με κρίνουν εις το Στρατιωτικόν Δικαστήριον. Τους είπα «Την έκθεσιν την έκαμα όταν σκάλιζα τον κήπο μου ως γιωργός, δεν την έκαμα ως στρατιωτικός». Ζήτησα και κρίθηκα εις το πολιτικόν δικαστήριον. Ήταν μαζί μου δεκαπέντε συνηγόροι κι᾿ ο ίδιος ο ᾿σαγγελέας. Και το δικαστήριον γιομάτο έξω και μέσα. Και οι περισσότεροι ακροαταί κλαίγαν, όταν με ᾿περασπίζονταν οι συνηγόροι. Μίλησα και μόνος-μου. Τότε αυτείνοι όλοι φαρμακώθηκαν διατί δεν με καταδίκασαν. Σε ολίγον καιρόν ᾿νεργούνε και φέρνουν κλέφτες απόξω το σπίτι μου εις τις Κολώνες του Ολυμπίου-Διός, κι᾿ αρχίνησαν τους ντουφεκισμούς. Και είπαν ότι τους ήφερα εγώ. Κ᾿ εγώ αν ήξερα από αυτό τίποτας, να ᾿χω την κατάρα της πατρίδος. Χάρη-εις τον Βασιλέα -έμαθε το δίκιον και την αλήθεια, και γλύτωσα. Είδα ότι η Κυβέρνησή μας έφυγε όλως-διόλου από την δικαιοσύνη. Τότε έπρεπε ο κάθε αγωνιστής να προσέχη δια την πατρίδα του και του-λόγου-του να μην κυβερνιέται με το «έτζι-θέλω». Αφού κατήχησα όλο το κράτος με τις υπογραφές, έκρινα εύλογον να βάλω και πολιτικούς εις την πρωτεύουσα. Κανένας άλλος δεν ήταν να είχα ᾿μπιστοσύνη -ο Μεταξάς, ότι έδειξε και χαραχτήρα εις την προεδρία του Μαυροκορδάτου. Τότε ορκιζόμαστε ότι να κάμωμεν Εθνική Συνέλεψη και Σύνταμα, να διοικιώμαστε τοιούτως. Κι᾿ αν ο Βασιλέας υπογράψη, να ήμαστε υπέρ του, αν δεν υπογράψη, να του είμαστε αναντίοι, ότι τότε θα μας σκοτώση. Σε αυτά όλα μείναμεν σύνφωνοι με τον Μεταξά κ᾿ έδειξε μεγάλον πατριωτισμόν και πολλή εμπιστοσύνη ᾿σ εμένα -χωρίς εγώ να του ειπώ ότι ᾿νεργούσα και πρωτύτερα κι᾿ ότι γράφω κι᾿ ανθρώπους, ότι έχει ξένες σκέσες και δεν ξέρω τι μπορεί να γένη. Του είπα να μιλή, να συνδένεται και με τους πολιτικούς τους τίμιους, οπού ᾿ναι εδώ εις πρωτεύουσα, και μιλώ κ᾿ εγώ μ᾿ όσους γνωρίζω. Και τους όρκιζα και τους έστελνα του Μεταξά. Τα πράματα της πατρίδος πήγαιναν εις γκάγκραινα. Τηράτε όλες τις ᾿φημερίδες -μ᾿-όλον-οπού ᾿ναι και καμπόσες παθητικές και φατριαστικές, αλλά είναι και τίμιες -κι᾿ αρχή ως τέλος βλέπετε την άχλιαν μας κατάστασιν. Ότι η δυστυχής πατρίδα ποτέ δεν είδε πατρική Κυβέρνησιν δια-να σωθούνε τα δεινά μας και δια-να μην χάσουνε κι᾿ αυτόν τον Βασιλέα οι ξένες κρεατούρες. Κάθε ευαίστητος πατριώτης έπρεπε να προσέχη, ότι ο χαμός αυτεινού θα ήταν και χαμός της πατρίδος. Εις τα 1842 οι Τούρκοι οδηγημένοι από τους δυνατούς ήθελαν να κινηθούν αναντίον μας με μεγάλες ετοιμασίες, ότι δεν εκλίναμεν εις την συνθήκη του Ζωγράφου κι᾿ άλλες τοιούτες πρόφασες. Οι πρέσβες φέρναν τον κατακλυσμόν δια τον χαμό μας κι᾿ αυτείνοι οπού μας κυβερνούσαν ξεψυχησμένοι, Μπαυαρέζοι Γκράφης, Ες, Σπις κι᾿ άλλοι τοιούτοι, κι᾿ ο υπουργός του Στρατιωτικού Βλαχόπουλος υποστράτηγος με την ίδια γενναιότητα, Όλοι αυτείνοι, Αντιβασιλείς και υπουργοί ξεψύχησαν. Αφού είδα αυτό, πήγα εις τον Βασιλέα και εις τους Αντιβασιλείς και υπουργούς και τους μίλησα. Και στείλαν κανόνια, ασκέρι, κι᾿ άλλες πολλές ετοιμασίες εις τα σύνορα. Όταν είδαν αυτά οι Πρέσβες είπαν των Τούρκων να γυρίσουν οπίσου, το ίδιον κ᾿ εμάς, να μην ανοίξη δυστύχημα. Εις τον Αντιβασιλέα τον Γκράφη πήγε μια ημέρα ενού πρωταγωνιστή η γυναίκα κ᾿ έκλαιγε την γύμνεια της, την πείνα της, την δική-της και των αρφανών της. Ο Αντιβασιλέας ο Γκράφης όταν άκουγε δικαιώματα, «δεν είχε το ταμείον». Πήγε η γυναίκα χίλιες φορές και την περίπαιζε. Ύστερα σε πεθαμένον άνθρωπον έκαμε την επιθυμίαν του και της έδωσε την ανταμοιβή- από τα αίματα του αντρός της και συγγενών της -κι᾿ αγόρασε παπούτζια και πήρε και τον ναύλον της και πήρε τ᾿ αρφανά της και πάει εις την δυστυχίαν της. Δυστυχισμένη Ελλάς, δυστυχισμένοι Έλληνες! Αναθεματισμένοι κυβερνήτες, οπού μας κυβέρνησαν αρχή ως τέλος! Αν πίστευε Θεόν αυτός, έφτανε η ηθική του αυτού; Αυτό μαθαίνοντας εγώ -πήγαινε ο Αντιβασιλέας ο Γκράφης μ᾿ ένα άτι να κάμη το μπάνιο του. Είδα τον Γκράφη οπού ήταν εις την θάλασσα. Εγώ εκεί σκάλιζα και ήξερα την ηθική του, οπο᾿ ᾿καμεν την επιθυμίαν του -χαζιρεύτηκα να τον πιάσω να του κόψω το κεφάλι του να το βάλω μέσα-εις τον κώλο του. Συλλογίστηκα ότι θα δικιωθούν οι άλλοι όμοιοί του και θα μας κακοσυστήσουν. Περικαλέστηκα τον Θεόν να τον διώξω με σάπια λεμόνια αυτόν και τον Ες και Σπι κι᾿ άλλους. (Κι᾿ όντως ο Θεός ο δίκιος -τους μπαρκαρίσαμεν όλους και χωρίς-να μολύνη τα χέρια του κανένας Έλληνας, δια-να τους αποδείξωμεν ότι όχι εμείς, αλλά αυτείνοι και οι συντρόφοι τους, οπού τους ᾿περασπίζονται, είναι κι᾿ όντως θερία, άνθρωποι χωρίς ηθική και πίστη, και κρίμα ᾿σ τα φώτα τους ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα κι᾿ όχι τα φώτα τον άνθρωπον και δια-να τους δείξωμεν ποιων απογόνοι είμαστε, τι μοννέδα χρυσή έλαβαν αυτείνοι από ᾿κείνους τους προγόνους μας και την έχουν ως την σήμερον και μ᾿ αυτείνη ζουν, και τι κάλπικον δάνειον δώσαν εμάς των απογόνων τους, οπού κατατρέχουν οχτακόσιες-χιλιάδες Έλληνες και δεν τους αφίνουν να ζήσουν κι᾿ αυτείνοι ήσυχοι εις την κοινωνίαν των άλλων κρατών.
Εις τα 1843 ο Κωλέτης από τα Παρίσια μου συσταίνει έναν σημαντικόν Γάλλον περιηγητή, μο᾿ ᾿γραφε προκομμένον πολύ, ᾿στορικόν, θέλει να μαθαίνη τους αγώνες μας και να γνωρίζεται με τους αγωνιστές κι᾿ άλλα πλήθος προτερήματα μο᾿ ᾿γραφε. Ήταν δύο αυτείνοι συντροφεμένοι κ᾿ ένας διερμηνέας τους. Τον μεγάλον άντρα αυτόν τον έλεγαν Μαλέρμπη. Ήρθαν εις το σπίτι μου, δεν μ᾿ ηύρανε και κατέβηκαν εις τον κήπο μου οπού εργαζόμουν και ήμουν αποσταμένος και καθόμουν να ξεκουραστώ. Έρχονται με ρωτάνε δια τον Μακρυγιάννη. Τους λέγω «Εγώ είμαι». Μου λέγει ο διερμηνέας τους «Με γελάς. -Του λέγω, σα σε γελάγω, σύρτε να τον βρήτε». Τότε αφού τους είπα «είμαι εγώ» -ήταν κι᾿ άλλοι άνθρωποι και τους είπανε και τους βεβαίωσαν -τότε μου δίνουν το γράμμα. Αφού το διάβασα το γράμμα, μου λέγει αυτός ο σοφός άντρας ότι «Δεν έλπιζα να βρω σε τοιούτη κατάστασιν έναν αγωνιστή της Ελλάδος. -Του λέγω καλά τον ηύρες «ή αχαμνά; -Όχι να είναι ᾿σ αυτείνη την αχλιότη. -Του λέγω οι ευεργέτες μας οι Ευρωπαίγοι έτζι θέλησαν να μας κάμουν εμάς τους αγωνιστάς όμως τους φίλους τους και κόλακές τους τους ευτύχησαν πολλά καλά. Οι τίμιοι θέλουν να ζήσουν κι᾿ αυτείνοι εις την ματοκυλισμένη τους γης κι᾿ αγωνίζονται και κοπιάζουν να υπάρξουν κι᾿ αυτείνοι εις την κοινωνία όσο έχουν τ᾿ αμανέτι του Θεού εις το σώμα τους και είναι ζωντανοί. Όταν πεθάνη ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από τίποτας. Μ᾿-όλον-τούτο τώρα, οπού ζούμεν, όλοι οι τίμιοι Έλληνες ευκαριστούμεν τους Φιλέλληνας εις τον κόπον οπού έλαβαν δια-να μας σκηματίσουν κ᾿ εμάς έθνος, οπού ήμαστε τόσους αιώνες ᾿σ ενού λιονταργιού τα νύχια. -Μου λέγει, ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, οπού είναι αυτείνη η ιδέα ᾿σ εσάς πολύ τυπωμένη. -Δια τούτο είπα κ᾿ εγώ ότι ευκαριστούμεν τους ξένους προστάτες μας, ότι είδαμεν την διάθεσίν τους εις αυτό το κεφάλαιον ότι δεν τους δίνομεν χέρι οι Έλληνες, ότι δεν κάνομεν την όρεξή τους, και μας κατατρέχουν και αυτείνοι και οι εδικοί μας οπού μας κυβερνούν τοιούτως κατά τις συνβουλές των πρέσβεων κι᾿ αδικούνε όλους εμάς τους αγωνιστάς και σκάβομεν και ταλαιπωριώμαστε κι᾿ άλλοι δεν υποφέρνουν την καταφρόνεση και πάνε σε κακές στράτες. Και τους πιάνουν αυτείνοι οπού ᾿χουν την εξουσία και τους κρένουν με τον νόμο τον δικόν-τους και βάνουν το κοπίδι, οπού μας έστειλαν οι φωτισμένοι και ήμεροι άνθρωποι της Ευρώπης, και κόβουν εμάς τους άγριους Έλληνας. Και είναι τόσοι κομμένοι, κι᾿ όλα τα μπουντρούμια τω Βενετζάνων και οι χάψες γιομάτες. Και ποιοι είναι αυτείνοι οπού σκοτώνονται και είναι χαψωμένοι; Όλο οι αγωνισταί όλο από ᾿κείνους οπού βάστηξαν την θρησκεία τους τόσους αιώνες με τους Τούρκους -και τους κάναν τόσα μαρτύρια και την βάστηξαν και λευτέρωσαν και την πατρίδα τους αυτείνοι με την θρησκεία τους, οπού ήταν πεντακόσιοι Τούρκοι εις τον αριθμόν κι᾿ αυτείνοι ένας και χωρίς τ᾿ αναγκαία του πολέμου και την μάθησιν οι περισσότεροι και τ᾿ άρματά τους δεμένα με σκοινιά. Και η πίστη εις τον Θεόν -λευτέρωσαν την πατρίδα τους. Και οι φίλοι εσάς των ξένων δικοί-μας κυβερνήται, οπού μας κυβερνούν, θέλουν να την ξανασκλαβώσουν. Όμως από τούτο οπού ακούγω κι᾿ από την ευγενείαν σας, του-κάκου κοπιάζει η Ευρώπη, οπού επιστηρίζει τους τοιούτους ανθρώπους. Όσο-να καταστρέψη την αρετή, δεν σώνεται ότι χωρίς αρετή και θρησκεία δεν σκηματίζεται κοινωνία, ούτε βασίλειον. Και πράμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, οπού το βαστήξαμεν εις την τυραγνία του Τούρκου, δεν το δίνομεν τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες. Η ευγενεία σου απαρατιέσαι από την θρησκείαν σου;» Κι᾿ αν γυρίσω εγώ και οι άλλοι, πώς θα μας θεωρήσης τίμιους ανθρώπους εσύ ο τίμιος; Και τι έχεις εσύ δια ᾿μένα τι δοξάζω εγώ; Και διατί να φροντίζω εγώ δια σένα τι δοξάζεις; Ο Θεός ας θεωρήση του κάθε-ενού την γνώμη, είναι φροντίδα αυτεινού. Σε παρακαλώ, ένα παρόμοιον να μην το ειπής αλλουνού Έλληνα, ότι θα βλαφτής. Εμένα οπού μου το είπες σου ᾿δωσα την απάντηση κι᾿ όχι του-λόγου-σου να μου το ειπής δεν σ᾿ ακούγω, αλλά κι᾿ ο Θεός ο δικός-σου να μου το ειπή, δεν σαλεύει το μάτι μου! Να μην το ειπής αλλουνού κι᾿ αντέσης!» Άρχισε να κατηγοράγη τον βασιλέα του Φίλιππα.» Εγώ, του είπα, ᾿σ αυτό δεν επεβαίνω, δια βασιλείς. Τον δικό-μου τον Βασιλέα τον σέβομαι και υποτάζομαι, ότ᾿ είναι βασιλέας μου». Τους είπα να ᾿ρθούνε να φάμε ψωμί. Πήρα τον Μεταξά κι᾿ άλλους πολιτικούς κι᾿ αγωνιστάς και φάγαμεν. Μου γύρεψε να του φκειάσω και μια έκθεσιν του αγώνος μου. Είχα κάμη μίαν έκθεσιν δια τον Βασιλέα τότε και είχα την κόπια και την έδωσα. Ήθελε κ᾿ Ελληνικά τραγούδια. Του έφκειασα πεντέξι. Αφού φάγαμεν ψωμί, το᾿ ᾿δωσα συστατικά εις τους φίλους μου σε όλο το κράτος να τον δεχτούνε φιλικώς. Του είπα και πάλε να μη ματαειπή σε κανέναν περί θρησκείας. Αυτός ήρθε ως κατηχητής. Πήγε εις τις επαρχίες κι᾿ άρχισε πάλε την κατήχησίν του και τον έβαλαν εις τις ᾿φημερίδες. Κι᾿ αν δεν σωφρονίζεταν και ξαναμιλούσε δια θρησκεία, θα ᾿μεναν τα κόκκαλά του εις την Ελλάδα και τότε θα ᾿λεγαν θερία τους Έλληνες -διατί δεν θέλουν ν᾿ αλλάξουν την θρησκείαν τους. Έστειλα επίτηδες ανθρώπους πιστούς εις την Ρούμελη και Πελοπόννησο και νησιά και αλλού σε όσους είχα ορκισμένους και τους είπα να ενώνωνται όσον ημπορούνε και να πάψουνε οι διχόνοιες αναμεταξύ τους (και εις τον όρκον οπού τους έδινα ο πρώτος λόγος ήταν η ένωση) και να περικαλούνε τον Θεόν δια-να κάμη το έλεός του να μας ενώση και να σώση την πατρίδα μας και θρησκεία μας, ότι η λευτεριά μας απόδιωξε από αυτά και εγίναμεν Σόδομα και Γόμαρα. Είχα κι᾿ ανθρώπους ορκισμένους και ήξερα τι γένεταν εις τον ίδιον Βασιλέα, όσα σκέδια τον οδηγούσαν οι απατεώνες και κάθε κρυμμένον δόλον τους. Τότε μαθαίνοντας αυτά από τους αγαθούς ανθρώπους με μυστικόν τρόπον τα διαδίναμεν εις τους τύπους και τα ᾿βρισκαν ομπροστά τους εκείνοι οπού τα σκεδιάζαν και δεν ήξεραν πούθε βγαίνουν. Λέγω εις τους αναγνώστες την μεγάλη χάρη του Θεού τόσα χρόνια κατηχούσα το κράτος όλο και προδότης δεν εφάνη ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός. Συγγενείς ήταν αυτεινών μέσα, οπού έπαιρναν τα μυστικά τους και μου τα ᾿λεγαν και τότε έστελνα επίτηδες ανθρώπους εις Ρούμελη και Πελοπόννησο και νησιά. Είχαν να κάμουν και κινήματα δια το έξω -ξένες οδηγίες και κακοί σκοποί -να μας γελάσουνε με τέτοιες πρόφασες και ξέροντας αυτά τα μυστήρια τους πήρα τους τουρκοκαπεταναίους οπού κάθονταν εις το κράτος -οπού θέλαν μ᾿ αυτούς κι᾿ άλλους τοιούτους να κάμουν τους κακούς τους σκοπούς δια τα έξω -τους πήρα και τους όρκισα και τους πήρα και τις υπογραφές τους και τους ξηγήθηκα τους κακούς σκοπούς εκεινών. Και τοιούτως τους αντικόβαμεν. Κι᾿ άλλα έλεγα της φατρίας της Ρούσσικης (ότ᾿ είμαι μ᾿ αυτούς), άλλα της Αγγλικής κι᾿ άλλα της Γαλλικής. Τα κακά άξαιναν εις το κράτος. Πολλές κατάχρησες γένονταν. Τότε γύρεψαν και οι δανεισταί μας το χρεώλυτρο και οι Πρέσβες μας βιάσαν πολύ. Κι᾿ έγινε ᾿κονομία εις το πολιτικό μας και στρατιωτικό και εις τ᾿ άλλα της παλαβομάρας μας. Το μυστήριον ύστερα έπεσε ᾿σ ανθρώπους κακούς, αλλά η σωτηρία ήταν οπού δεν ξέραν τον οργανισμόν και τις υπογραφές και τους συντρόφους μας. Ότι πάντοτες είχα υποψίαν από τους ανθρώπους οπού κάνουν την τύχη τους με τους ξένους και κάθε-έναν τον κουβέντιαζα κατά την φατρίαν του κ᾿ επιθυμιά του. Άλλος ήθελε να διώξωμεν τον Βασιλέα, άλλος να τον σκοτώσωμεν εγώ κι᾿ όσοι ήταν τίμιοι κι᾿ αγαθοί πατριώτες ορκισμένοι μιλούσαμεν με φρονιμάδα και θέλαμεν με γνώση κ᾿ ένωση να κάμωμεν Εθνική Συνέλεψη και να γένουν νόμοι εθνικοί κι᾿ ο Όθωνας βασιλέας να είναι, αν τους υπογράψη, κ᾿ έτσι να σωθούνε τα δεινά οπού έπαθε η πατρίδα μας κι᾿ από ᾿μάς τους αγωνιστάς σκοτώθηκαν περισσότεροι από τους Τούρκους, σκοτώθηκαν κι᾿ αφάνισαν την πατρίδα τους δια τα θελήματα του Μαυροκορδάτου, του Κωλέτη, του Μεταξά και συντροφιές τους. Αυτείνοι όλοι πάντοτες και τώρα ήξεραν τα συνφέροντά τους και δι᾿ αυτά κουβέντιαζε καθείς από αυτούς εις τους ξένους τους συντρόφους του. Οι νοικοκυραίοι ήξεραν την πατρίδα τους μοναχά πως να υπάρξη. Δι᾿ αυτό οι Πρέσβες και οι άλλοι οι φίλοι τους δεν ήξεραν τίποτας, αυτείνοι οπού ψάχουν - με την θέλησιν του Θεού και την φώτισίν του κ᾿ εγκολπώθη γενικώς η πατρίδα αυτό το θείον έργον την τρίτη-Σεπτεβρίου, οπού θέλω την ξεστορήση. Την είχα την ιδέα αυτείνη εις το νου μου και μο᾿ ᾿γινε μια υποκοντρία κι᾿ όλο η ψυχή μου ήταν εις αυτό νύχτα και ημέρα, αφού έβλεπα την κακή κυβέρνησιν και τον κίντυνον της πατρίδας. Μίαν βραδειά -ότι έχω ένα σύστημα θέλω έναν φίλο εις το σπίτι μου να τρώμε ψωμί μαζί -είχα ειπή ενού αγωνιστή να ᾿ρθη να φάμεν οπού τρώγοντας κάναμεν πολλές ομιλίες. Στοχαζόμουν να τον βάλω και εις τον όρκον, ότ᾿ ήταν άξιος και είχε κ᾿ επιρρογή, κι᾿ όλο αποκοβόμουν χωρίς-να του ειπώ το μυστήριον. Εκεί-οπού κουβεντιάζαμεν μου λέγει ότι «Είχα υποψίαν από ᾿ναν άνθρωπον ότι θα με σκοτώση και πήρα κ᾿ έναν άλλον και τον σκοτώσαμεν και δια-να μη με προδώση αυτός οπού με βόηθησε, φαρμάκωσα κ᾿ εκείνον». Τότε του μίλησα καμπόσα, όμως τον σιχάθηκα, κι᾿ αποφάσισα να μην του ειπώ τίποτας δια το μυστικόν. Φέραμεν τον λόγον δια τον Καϊρη ότι αθέισε (και τοιούτος είναι ως την σήμερον). Εγώ μιλούσα απελπισμένα πως ένας σοφός, γερωμένος άνθρωπος είπε αυτό και πικραινόμουν εις αυτό πολύ. Εις την φιλονικία βλέπω τον φίλον να μου ᾿περασπίζεται τον Καϊρη και να είναι με το φρόνημά του. Μου λέγει «Όλα μπόσικα και πως ο Θεός θα πήγαινε σε μίαν γυναίκα και να μείνη εννιά μήνες εις την κοιλιά της;» Ήταν κι᾿ άλλοι πολλοί οπού μας άκουγαν. Του λέγω «Τούτα του Θεού τα ποιήματα και την τάξη την βλέπεις είναι δια-να θαμαίνεται ο καθείς; -Μου λέγει, ναι. -᾿Μπρος ᾿σ αυτά είναι το μικρότερον αυτό, οπού σκοτώνεις το νου σου δια-να πιστέψης εσύ ο μωρός άνθρωπος. Θέλησε ο Θεός να γένη δια-να δοξάζωμεν οι άνθρωποι τα μεγάλα του κατορθώματα και την παντοδυναμία του και δια-να γένη αυτό είπε κ᾿ έγινε, λόγον είπε κι᾿ όχι ανθρώπινον έργον. Τέτοια μυαλά, του είπα, σαν τα δικά-σου έχει κι᾿ ο Καϊρης. Και δια-να φρονής τοιούτως δια ᾿κείνο τρως τους ανθρώπους δια μικρή υποψίαν». Δεν ματάρθε εις το σπίτι μου. Έκοψα την σκέση του και δεν τον πλησίαζα.
Μίαν βραδειά έκανα την προσευκή μου, λυπημένος πολύ δια την κατάστασιν της πατρίδος, κ᾿ έπεσα και κοιμήθηκα. Βλέπω εις τον ύπνο μου ότι από-πάνου το σπίτι μου ήταν ένα πλήθος περιστέρια κ᾿ ένα όρνιον τα κυνηγούσε και τα ᾿τρωγε κι᾿ άλλα τα ξεκλούσε και τα πέταγε κάτου. Αυτό βλέποντας συνάχτηκαν πλήθος άνθρωποι και μου φώναζαν «Μακρυγιάννη, βάρε αυτό το όρνιον οπού καταφάνισε τα περιστέρια!» Τους έλεγα «Είναι πολύ ψηλά, τι να του κάμω;» Αλλού-ύστερα παίρνει το όρνιον ένα περιστέρι εις τα νύχια του και κατεβαίνει κάτου και ήταν ένας γκρεμνός και εις τα χείλια του γκρεμνού κάθεταν και το ᾿τρωγε. Τότε όλος αυτός ο κόσμος με φωνάζουν να πάγω να το πιάσω. Τους λέγω «Να πάγω να το πιάσω μου βγάζει τα μάτια με τα νύχια του». Τους είπα κ᾿ έφκειασαν ένα μεγάλο παλούκι και το ᾿μπηξαν εις την γη και τους είπα και μο᾿ ᾿φεραν και μίαν χοντρή τριχιά και την έβαλα και την πέρασα εις το παλούκι και την έδεσα καλά και τότε έδωσα τη μια άκρη ενού από τον λαόν και την άλλη την άκρη την πήρα εγώ και τους είπα «Τώρα οπού τρώγει το περιστέρι, έχει το νου του εκεί να πάμεν να του δέσουμεν τα ποδάρια του με την τριχιά το παλούκι «θα το βαστήση». Του περάσαμεν τις άκρες του σκοινιού, το δέσαμεν χωρίς-να μας νοιώση. Αφού τελείωσε αυτό το περιστέρι, κάνει να πάρη φτερόν κρεμάστη κάτου με το κεφάλι και βαρούσε τα φτερά του. Τότε ξύπνησα και είπα θα δέσουμεν τον Βασιλέα με νόμους. Αυτό το όνειρον το είδα πριν την τρίτη-Σεπτεβρίου ως πέντε μήνες. Βλέπω μίαν άλλη νύχτα, ως τέσσερες μήνες πρωτύτερα από την τρίτη-Σεπτεβρίου, ότι ο Δεσπότης Αττικής μ᾿ όλον τον λαόν θα ᾿κανε μίαν δοξολογίαν εις τον Θεόν και συνάζονταν πλήθος λαγός από παντού. Αφού συνάχτη όλος ο λαός με τον Δεσπότη εκεί, παρουσιάζεται ένα χαντάκι μπροστά τους. Κάνει να περάσει πρώτος ο Δεσπότης, του πέφτει το ρωλόγι του και γένεται κομμάτια και χάλασαν όλες οι όπερες. Το πήρε ο αδελφός του «Δεσπότη, πολεμούσε να το φκειάση, δεν μπορούσε. Του λέγω «Δο᾿ μου το, κυρ Γιώργη, να το φκειάσω εγώ. -Μου λέγει, που ξέρεις εσύ; -Μ᾿ έμαθε ο μάστορας, του λέγω, τώρα». Το πήρα και το ᾿φκειασα καθώς ήταν. Και ξύπνησα. Την αυγή πήρα το σκαλιστήρι μου, πήγα εις το περιβόλι μου και δούλευα κι᾿ απόστασα και καθόμουνε και συλλογώμουν όλα αυτά. Έρχεται ο σεβάσμιος αγαθός δεσπότης Μπουντουνίτζας -έρχεται πάντοτες με ξεμολογάει εμένα και την οικογένειάν μου -εγώ ήμουν συλλογισμένος. Μου λέγει «Τι είσαι έτζι, τέκνο μου; -Απόστασα, του λέγω. Και του ξηγώμαι το όνειρον. Μου λέγει «Κάτι εργάζεσαι να κάμης και θα το ευλογήση ο Θεός και ᾿σ αυτό μέσα συμμετέχεται και η θρησκεία και θα στερεωθή και θα γένης ο αίτιος εσύ. -Του λέγω, τι άξιος είμ᾿ εγώ δια την θρησκεία; Έργον δικό-σας είναι αυτό. -Μου λέγει, το όνειρον αυτό δείχνει». Κι᾿ όντως, δοξασμένο το όνομα του Θεού! Είχα κατηχήση κι᾿ από το γερατείον διαλεμένους, από μοναστήρια κι᾿ αλλού, να μην είναι διαφερμένοι με τους - Το μυστικόν πάγαινε πολύ κακά και θα προδόνεταν εξ-αιτίας -αφού μιλήσαμε με τον Μεταξά να κατηχούμεν τίμιους πολιτικούς κι᾿ άλλους, αυτός έβαλε και τον Αντρέα Λόντο εις αυτό κι᾿ αυτός έχει αδυναμία πολλή εις τους νέους και τους νέους δεν τους αδικώ ότι είναι κακοί, αλλά είναι πολύ ᾿θουσιασμένοι, και το μυστικόν γένεται κοινόν, και τότε αν θα... τα φρύδια, βγαίνουν τα μάτια. Κι᾿ αλήθεια κοντέψαμεν να τα βγάλωμεν. Αυτείνοι συνάζονται, ο Μεταξάς, ο Λόντος, ο Ζωγράφος και οι άλλοι και σκεδιάζουν και βρίσκουν κ᾿ έναν ανθυπολοχαγόν να βαρέσουμεν ντουφέκι εις την Αθήνα -μ᾿ ενού ανθυπολοχαγού δύναμη κ᾿ επιρρογή! Και μέσα-εις την Αθήνα ήταν πλήθος στρατέματα ταχτικά κι᾿ άταχτα και το ιππικό και πολλοί χωροφύλακες. Και οι αρχηγοί του ταχτικού κι᾿ άταχτου και οι άλλοι σημαντικοί στρατιωτικοί δεν ξέραν τίποτας. Τότε η Κυβέρνηση μ᾿ αυτεινούς όλους θ᾿ αφάνιζαν κ᾿ εμάς τους ᾿νεργητάς κι᾿ όλη η πολιτεία θα γένεταν γης Μαδιάμ. Την άλλη ᾿μέρα στείλαν και πήγα κι᾿ ανταμωθήκαμε και μου λένε αυτό. Τους λέγω όλα αυτά «κ᾿ εγώ δεν μπαίνω εις αυτό, ότ᾿ είμαστε χαμένοι και θα μας αναθεματούν ο κόσμος. Και η πατρίδα χάνεται δια πολύν καιρό». Αφού τους πολέμησα την ιδέα τους, δεν στάθη τρόπος να ᾿περισκύσω, αλλά με πείραξαν εις την φιλοτιμία μου, με είπαν και δειλό. Τότε τους λέγω «Δι᾿ αυτόν τον λόγον κλίνω και να έχετε εις τον λαιμό σας πρώτα του-λόγου-σας και την πολιτεία κι᾿ όλους τους αθώους, οπού θα χαθούν εξ-αιτίας της στραβής σας ιδέας, και ύστερα εμένα. Στρέγω, τους είπα στανικώς με μίαν παρατήρησιν, να βαστήξετε να στείλω του Κριτζώτη, οπού τον έχω ορκισμένον, να μπορέση να ᾿ρθη με καμμιά τρακοσιαριά ανθρώπους ν᾿ ανθέξωμεν». Μείναμεν σύνφωνοι εις αυτό. Στέλνω επίτηδες άνθρωπον δια νυχτός εις την Χαλκίδα και του μίλησε και ήταν έτοιμος να ᾿ρθη. Ο υπολοχαγός ο φίλος τους το λέγει αλλουνού φίλου του κ᾿ εκείνος το είπε αλλουνού. Και η σωτηρία μας ήταν ότι αυτός το είπε του Γενναίου Κολοκοτρώνη ᾿πασπιστή του Βασιλέως, κι᾿ αυτός, φίλος του Μεταξά, πήγε και του το είπε. Και με πολλούς τρόπους ο Μεταξάς έκαμεν ότι δεν ενέχεται ᾿σ αυτά και είπε του Γενναίου να μείνη μυστικό όσο-να μάθωμεν τι τρέχει. Κ᾿ έτζι έμεινε. Πάγω την άλλη ᾿μέρα και τους βρίσκω όλους πεθαμένους. Και μου λεν αυτό και χάλευαν που να σωθούνε. Τότε τους λέγω «Πήρα και τον Κριτζώτη εις τον λαιμό μου». Και του στέλνω επίτηδες πάλε άνθρωπον και του λέγει αυτά και δια τους ανθρώπους οπού σύναζε να ειπή ότι λησταί βήκαν να συνάξουν κι᾿ άλλους από-᾿δώ και να βγούνε να ταράξουν την Τουρκιά. Ακολούθησε... και το βάλαμεν εις τον τύπο και σιωπήθη. Τότε οι φίλοι όλοι πάγωσαν και γύρευαν τόπο να τρυπώσουν. Κι᾿ άφησαν παγωμένα τα σκέδιά τους.
Βλέπω πάλε εις τον ύπνο μου ένα βράδυ ότι ήρθε ο Κριτζώτης εις την Αθήνα και γυρεύει εμένα να πάγω ν᾿ ανταμωθούμεν, ότ᾿ ήταν μια μεγάλη στέρνα, να βγάλωμεν νερό οι δυο μας να ποτίσουμεν έναν μεγάλον τόπο. Αφού πήγα εκεί, άφησε την στέρνα κ᾿ έφυγε κατά τον τόπο του καβάλλα. Εγώ ᾿σ τ᾿ άλογο πήγαινα τρέχοντας να τον σώσω. Μην ξέροντας τον δρόμον μου παρουσιάζεται ένας βαθύς γκρεμνός και εις τον πάτο ήταν πλήθος νερό μαύρο. Εγώ καθώς πήγαινα μ᾿ ορμή, πάνε και τα τέσσερα ποδάρια του αλόγου ᾿σ τα χείλια του γκρεμνού κ᾿ ευτύς-οπού είδα αυτό τράβησα τον χαλινόν και στέκεται σούζα το άλογον και με το ᾿να μου το ποδάρι έφκειασα ένα χαράκωμα εις τον γκρεμνόν και ύστερα με τ᾿ άλλο μου ποδάρι έφκειασα κι᾿ άλλο και στάθηκα κ᾿ έβαλα τις πλάτες μου κι᾿ από το στήθος του αλόγου, του έδωσα μια και το κόλλησα απάνου. Και το καβαλλίκεψα τρέχοντας να σώσω τον Κριτζώτη να τον γυρίσω οπίσου. Εκεί-οπού πάγαινα τρέχοντας μου παρουσιάζεται ένας πολύ μεγάλος πλάτανος και είχε έναν κλώνο πολύ μεγάλον κι᾿ απάνου ήταν ένα χρυσό πουλί. Τόσο το ζήλεψα! Στάθηκα να το κάμω σίγρι και στάθηκα αρκετά. Θα πέρναγα από-κάτου τον κλώνο οπού ᾿ταν το πουλί. Ζύγωσα κοντά του αυτό είχε το κεφάλι του εις τα φτερά του και κοιμάταν. Έρριξα το χέρι μου και το ᾿πιασα. Του έλεγα «Τέτοιο όμορφο πουλί και ήσουν νυστασμένο και σ᾿ έπιασα!» Και το λιμπίζομουν και το λυπώμουν. Το βαστούσα εις το χέρι μου κ᾿ έτρεχα δια τον Κριτζώτη. Εκεί μου παρουσιάζεται ένας μ᾿ ένα κάρρο και είχε και τα παιδιά του μέσα. Σαν είδα τα παιδιά «θα μου γυρέψουν το πουλί» είπα και το ᾿κρυψα εις την τζέπη μου. Και μ᾿ αυτό ξύπνησα. Το πρωϊ πήγα εις τους φίλους μου Μεταξά κι᾿ άλλους και τους ηύρα πεθαμένους κι᾿ άλυωτους. Τους λέγω «Κάμετε κουράγιο και ᾿νεργάτε με τον φόβον του Θεού και θα κερδέσουμε. Τους λέγω το όνειρο κι᾿ ότι ο Βασιλέας και οι συντρόφοι του τους τυφλώνει ο Θεός και κοιμώνται και τον Βασιλέα τον έπιασα και τον έχω εις την τζέπη. Αυτείνοι είναι άπιστοι και δεν πιστεύουν. Είχα και τον Θοδωράκη Γρίβα εις τον όρκον, τον όρκισα μαζί-με τον Κριτζώτη, και πήγε εις την πατρίδα του, εις το Ξερόμερο, πήγε φαντασμένα, ανόγητα και μαθεύτηκε εις τις αρχές. Ο Μήτρο
Ντεληγιώργης ήταν σε όλη την Ακαρνανία αρχηγός του μεταβατικού με μίαν μεγάλη δύναμιν έμαθε όλα τα σκέδια του Γρίβα και των φίλωνέ του και τις ετοιμασίες κι᾿ από-δώ όσοι ᾿νεργούσαν και τον Κώστα Μπότζαρη εις το Μισολόγγι κι᾿ άλλους και ζήτησε άδεια από την Κυβέρνησιν και ήρθε μόνος-του να τα ειπή όλα αυτά να πάρουν μέτρα. Τότε αυτό μαθαίνοντας εμείς νεκρώσαμεν όλοι, ότι χαθήκαμεν. Η Θεία Πρόνοια τι κάνει! Τον ανταμώνω εις το παζάρι του είπα Πήγα χαλεύοντάς σε εις το κονάκι σου να σε ιδώ δεν σ᾿ ηύρα. Ψέματα του είπα δια το κονάκι του είχε λίγη ώρα οπού ᾿ρθε. Ήταν κάνα-δυο ώρες να νυχτώση του είπα να πάμεν εις το σπίτι μου να φάμεν. Μου λέγει «Δεν έρχομαι, ότι θα πάγω να παρουσιαστώ πρώτα». Εγώ αυτό δεν ήθελα τον χρειαζόμουν εγώ πρώτα. Τέλος τον έβιασα και τον πήρα και ήρθε και φάγαμεν. Σηκωθήκαμεν από το τραπέζι, κάτζαμεν σε μίαν κάμαρη αρχίσαμεν οι δυο μας με τα φρούτα το κρασί. Εγώ το ᾿πινα νερωμένο, ότ᾿ είμ᾿ αστενής. Το βάλαμεν καλά εις το κέφι. Ως τα μεσάνυχτα κοντά άρχισα να τον ρωτάγω δια χαμπέρια από-εκεί οπού ᾿ταν. Μου λέγει αυτά οπού σημείωσα «και θα τα ειπή όπου ανήκει ότι κιντυνεύομεν». Τότε αφού έμαθα όλα αυτά λύθηκαν τα κόκκαλά μου όλα. Γιομίζω δυο κούπες κρασί, του λέγω «Να το πιούμεν εις συχώριον εκεινών οπού σκοτώθηκαν δια την πατρίδα παράγωρα κι᾿ άφησαν χήρες γυναίκες κι᾿ αρφανά παιδιά οι γριές των σκοτωμένων διακονεύουν, οι νιες -στανικώς τους πατούνε την τιμή τους όσοι αγωνισταί μείναν, οι περισσότεροι νηστικοί και δυστυχισμένοι, μην υποφέρνοντας την δυστυχίαν πάνε λησταί και τους πιάνει η δικαιοσύνη με την δύναμή της, βάνει την τζελατίνα και τους κόβει. Και γιομάτες οι φυλακές του Κράτους. Πιε, του λέγω, είναι δια την τζελατίνα και παλούκι των αγωνιστών, εκεινών οπού τους αδικούνε και χάθηκαν, το άνθος της πατρίδος! Και θα τους χρειαστή μια ημέρα και η πατρίδα κι᾿ ο Βασιλέας. Θυμήσου τι τραβήσαμεν κ᾿ εμείς οι δυο. Δεν αδίκησαν εσένα, όταν γύρευαν να σε βάλουν υποταματάρχη εις την οδηγίαν του Κουτζονίκα και μάλλωσα δι᾿ αυτό και δια άλλους με τον Αγιντέκ και με τ᾿ άλλα τα μέλη της Αντιβασιλείας; Και μας έστειλαν ᾿πιτροπή εσένα κ᾿ εμένα να οργανίσουμε τους αγωνιστάς -και να τους δώσουμε μιστόν δώδεκα γρόσια; Τι θα το ᾿κανε αυτό το μισό τάλλαρο εκείνος ο καταπληγωμένος αγωνιστής αυτός να ντυθή, η γυναίκα ή τα παιδιά του ή οι γέροι οι γονέοι του; Δια τους αγωνιστάς και χήρες κι᾿ αρφανά και δια ᾿κείνους οπού θυσιάσαν το εδικό-τους εις τον αγώνα της πατρίδος, και ήτον νοικοκυραίοι και τώρα είναι διακονιαραίοι, δεν έχει ψωμί η πατρίδα δι᾿ αυτούς όλους, είναι φτωχή, και δια τον Αρμασπέρη έχει, οπού ᾿ρθε ψωργιασμένος κόντης κ᾿ έφυγε μ᾿ ένα-μιλλιούνι τάλλαρα κι᾿ αγόρασε εις την πατρίδα του έναν τόπον και τον έβγαλε Ελλάς και μουτζώνει εμάς τους ανόητους Έλληνες αυτός και οι άλλοι οι Μπαυαρέζοι και οι φίλοι τους οι εδικοί μας; Που ᾿ναι τόσα μιλλιούνια δάνεια, που είναι οι πρόσοδοι, που ᾿ναι οι καλύτερες γες, που ᾿ναι οι μύλοι, που ᾿ναι τ᾿ αργαστήρια των Τούρκων και σπίτια, που είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τα ᾿χει παρμένα; Ο Αρμασπέρης με τους άλλους Μπαυαρέζους έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν, κι᾿ αυτείνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα. «Ποιους θα επιστηρίξης εδώ οπού ᾿ρθες και ποιους θα προδώσης; Που το τζάκισες αυτό το χέρι; -᾿Σ το Μισολόγγι, μου λέγει. -Που το τζάκισα εγώ αυτό; -᾿Σ τους Μύλους του Αναπλιού. -Διατί τα τζακίσαμεν; -Δια την λευτεριά της πατρίδος. -Που ᾿ναι η λευτεριά και η δικαιοσύνη; Σήκου απάνου!» Τον παίρνω και πάμεν και τον ορκίζω. Του παρουσιάζω και τον όρκον και τον διάβασε και τον υπόγραψε ο αγαθός και γενναίος πατριώτης. Τότε του είπα να κάμη τον άρρωστον και να μην πάγη πουθενά να παρουσιαστή. Κι᾿ αν παρουσιαστή, να ειπή άλλα. Και του ξηγήθηκα όλα τα τρέχοντα. Είχαμεν κι᾿ άλλη φορά αγροικηθή και δι᾿ άλλα της πατρίδας και δεν προδοθήκαμεν, καθώς και δια του Παλαμηδιού οπού σημειώνω. Ύστερα τον κακομεταχειρίστη ο Αρμασπέρης και τον είχε ρέστο και μάλλωσα δι᾿ αυτόν με τον Αρμασπέρη και τον απόλυσε. Και στάθη ως τίμιος κι᾿ αγαθός πατριώτης σε όσα ορκιστήκαμεν και μιλήσαμεν. Και του είπα κ᾿ έφυγε και το᾿ ᾿δωσα γράμμα κι᾿ αγροικήθη μ᾿ όλους αυτούς. Κι᾿ από τότε μας βόηθησε περισσότερο από κάθε άλλον ότ᾿ είμαστε και στενοί φίλοι εξ-αρχής. Μαθαίνοντας αυτό ο Μεταξάς και η συντροφιά έλαβαν ψυχή. Όμως εδώ ήταν ο Καλλέργης αρχηγός του ιππικού και είχε κ᾿ επιρρογή εις το ταχτικόν πεζικόν ήταν και εις το ταχτικόν αρχηγός ο γενναίος κι᾿ αγαθός Σκαρβέλης- γνωρισμένοι από τον καιρόν του Φαβγέ, οπού ήμουν κ᾿ εγώ εις το ταχτικόν. Πάντοτες ήμαστε φίλοι και ξηγώμαστε τα αιστήματά μας. Πάντοτες τον ηύρα τίμιον στρατιωτικόν κι᾿ αγαθόν πατριώτη. Μίαν ημέρα τον Άγουστον μήνα τα 1843 ανταμώνω τον Καλλέργη εις το παζάρι, του λέγω Καϊμένε Καλλέργη, σε τόσους αγώνες της πατρίδας κιντυνέψαμεν και ήμαστε ως αδελφοί τώρα ούτε με γνωρίζεις, ούτε σε γνωρίζω. Επιθυμούσα ν᾿ ανταμωθούμεν μίαν ημέρα. -Μου λέγει, το δείλι έρχομαι εις το σπίτι σου κι᾿ ανταμωνόμαστε». Σηκώθη και ήρθε. Μπήκαμεν εις ομιλία δια τα δεινά της πατρίδας. Τότε αγροικηθήκαμεν σε όλα μείναμεν σύνφωνοι και τον όρκισα. Όμως δεν το᾿ ᾿δειξα τον όρκο με τις υπογραφές, ότι έχει σκέσες ξένες. Μείναμεν σύνφωνοι να μιλήση και τους Σπυρομήλιου ν᾿ ανταμωθούμεν. Ήρθε την άλλη ημέρα, μιλήσαμεν και μ᾿ αυτόν τον καλόν πατριώτη ήταν δοικητής εις το Σκολείον των Ευελπίδων. Μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ανταμωθούμεν και οι τρεις εις το Σκολείον. Μίλησα με τον Καλλέργη, πήγαμεν εις το Σκολείον και ξηηθήκαμεν οι τρεις. Τους πήρα και πήγαμεν εις την εκκλησιά και την άλλη ημέρα μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ανταμωθούμε εις του Μεταξά και μ᾿ όλους τους άλλους. Αφού ανταμωθήκαμεν όλοι, εκρίθη εύλογον να μη μαζωνώμαστε πολλοί να μιλούμεν, να μην προδοθούμεν να είναι ο Μεταξάς, ο Καλλέργης κ᾿ εγώ να σκεδιάσωμεν πότε θα γένη το κίνημα κ᾿ εκρίναμεν εύλογον και οι τρεις να κινηθούμεν τις δυο Σεπτεβρίου. Να συνάξω εγώ ανθρώπους εις το σπίτι μου το βράδυ και ν᾿ αρχίσω τον ντουφεκισμόν τότε να βγη ο Καλλέργης με το ιππικό κι᾿ ο Σκαρβέλης με το πεζικό προς καταδίωξιν εμένα και να μπλοκάρωμεν συνχρόνως το Παλάτι. Μείναμεν σύνφωνοι εις αυτό και να ᾿νεργήση καθένας τα χρέη του. Εγώ πήγα εις το σπίτι μου, σύναξα πολλούς ανθρώπους και τους όρκιζα, καθώς και τους ᾿πιτρόπους της εκκλησίας -την ώρα εκείνη την νύχτα, οπού θ᾿ ακούσουνε τον ντουφεκισμόν, να βαρέσουν τις καμπάνες να πάρουν χαμπέρι οι πολίτες, να ξυπνήσουνε. Είχα βάλη εις τον όρκον τον Καλλεφουρνά, ότι τον είχα στενόν φίλον, κι᾿ αυτός επήγε εις τον Μεταξά κι᾿ άλλους και είπε ότι τον όρκισα και πρόδωσε και τις υπογραφές. Εγώ όσους ήξερα οπού δένουν συνφέροντα με τους ξένους και με τους διαφταρμένους τους εδικούς-μας, ή πολιτικοί ή στρατιωτικοί, δεν τους έλεγα τον όρκον, μήτε τις υπογραφές κάθε-ενού το ᾿λεγα το κέφι του και συνφέροντα της μερίδας του και ντόπιων και ξένων. Χάρις-εις την γνώση του Μεταξά μίλησε με τον Καλλεφουρνά και μ᾿ όσους άλλους είχε μιλήση ο Καλλεφουρνάς και πρόφτασε αυτό το κακόν. Κ᾿ ύστερα δια την προσταφαίρεση του Συντάματος, οπού απάτησαν τον Βασιλέα, να χαθή κι᾿ αυτός και η πατρίδα, και του ξηγήθηκα την αλήθεια τι έτρεχε και το ᾿νοιωσε κι᾿ ο ίδιος κ᾿ υπόγραψε το Σύνταμα κατά την θέληση των πληρεξουσίων), έβαλε τον Αντωνιάδη και τον Ζυγομαλά τον Σεπτεβριανόν με τους τύπους τους και λένε ότι «Αυτό οπού ᾿καμε ο Μακρυγιάννης εις την Συνέλεψη, και σύναξε ανθρώπους κ᾿ είχε ορκίση και τόσους πληρεξούσιους να είναι μια γνώμη, ήταν αναντίον της πατρίδος και Βασιλέως -καθώς κι᾿ ο πρωτινός όρκος οπού ᾿καμε ήταν κι᾿ αυτός αναντίον του». Τότε βιάστηκα κ᾿ έβαλα τον όρκον εις τον τύπον, χωρίς τις υπογραφές, και ξιστορίζω όλα αυτά, πότε όρκισα τον Καλλέργη και τους άλλους όσους είχα ορκισμένους σε όλο το Κράτος, καθώς και τους πληρεξούσιος. Με κατηγοράγει συνχρόνως ο πειρατής της Γραμπούσας Αντωνιάδης, η ξένη κρεατούρα, ότι και τα κάδρα οπού έφκειασα δεν έχουν έννοια, ότ᾿ είμαι αγράμματος. Τότε ᾿νεργούνε αυτείνοι κι᾿ ο Καλλεφουρνάς και γένονται αι εκλογές εις την εκκλησία μ᾿ έναν θόρυβον μεγάλον και καταπετζοκόπηκαν τόσοι άνθρωποι. Ύστερα κάνουν μια οχλαγωγία τεχνική πάνε ο κόσμος εις το Παλάτι, πάνε κι᾿ αυτείνοι με τα φουσσάτα τους και καταφάνισαν τους κατοίκους. Σαν έβλεπα ότ᾿ ήταν τέτοια μπερμπάντικα κινήματα, δεν ανακατώθηκα ποτέ πουθενά, να μη δώσω αιτία και πάθη η πατρίδα, οπού γύρευαν πρόφαση να γένη ξένη επέβαση, και να μην πάθω κ᾿ εγώ αδίκως. Αφού όμως είδα ότι χάνονται αδίκως οι άνθρωποι, πήγα εις την Πλάκα ήταν συνασμένοι πλήθος λαός να πάνε να χτυπηθούν μ᾿ αυτούς, οπού τους έκαμαν την απιστιά και τους έβαλαν εις αυτό το παιγνίδι και ύστερα τους βαρούσαν οι ίδιγοι. Μαθαίνοντας αυτείνη την ετοιμασίαν, πήγα μίλησα πολλά των ανθρώπων, ότι θα σκοτωθούν αδίκως και θα κιντυνέψουν και την πατρίδα τους και με πολλά μιλώντας των ανθρώπων, δάκρυσαν τα μάτια μου. Μπήκαν σε συμπάθεια οι άνθρωποι κι᾿ άφησαν τα όπλα τους κ᾿ ησυχάσανε.
Ελαμπρύνθη ο Κωλέτης και η συντροφιά του κι᾿ όλες οι ξεκλησμένες παντιέρες και οι σαβούρες του τόπου. Κι᾿ ο πρέσβυς της Γαλλίας ήταν το παν και κοντά-εις τον Βασιλέα και εις την Κυβέρνησιν. Και ήταν το «λύσε και το δέσε» και γενικός συβουλάτορας σε όλα ο κύριος Πισκατόρης κι᾿ αδελφός στενός του πρώτου υπουργού Κωλέτη. Κι᾿ ό,τι οδηγίες έστελνε ο Φίλιππας ο βασιλέας της Γαλλίας και η κυβέρνησή του εκείνο γένονταν. Κι᾿ όλος ο αγώνας τους, τώρα οπού έλαβαν επιρροή και τα μέσα εδώ, είναι δια την θρησκείαν σκολειά γαλλικά, μοναστήρια, εκκλησίες και πλήθος άλλα μέσα και κατήχησες εις τον κόσμο για-να προβοδέψουν αυτό το έργον. Μάσαν κι᾿ όλους τους μπερμπάντες δικούς-μας και ξένους κι᾿ αγωνίζονται εις αυτό το αντικείμενον με μεγάλη προθυμία. Και ποιοι εργάζονται εις αυτό; Μεγάλοι άντρες, βασιλέας πλούσιος από σοφία, από κατάστασιν, από υπηκόγους. Και τι αγωνίζεται αυτός; Ν᾿ αλλάξη την θρησκείαν ενού ξεψυχησμένου και μικρούτζικου έθνους -να πάρη μισό δράμι νερόν να το ρίξη εις την θάλασσα να την γλυκάνη, να πγη νερό αυτός. Μεγάλε βασιλέα, δεν είναι δική-σου δουλειά αυτείνη. Οι θρησκείες είναι έργα ενού ανώτερου βασιλέα, του Θεού. Θέλει αυτός ν᾿ ακούγη δοξολογίαν ξεχωριστή από την δική-σου. Θέλει κάθε έθνος κατά την θρησκείαν του να τον σέβεται, να τον λατρεύη και να τον δοξάζη. Οι ψεύτες και οι κόλακες, οπού σας κάνουν όλους εσάς τους βασιλείς με την γλυκή τους γλώσσα και χάνετε την δικαιοσύνη σας και γίνεστε επίορκοι εις τον Θεόν και δοξολογάτε τον διάβολον, αυτείνοι δεν πιστεύουν Θεόν. Δεν δουλεύουν δια την πατρίδα και θρησκεία αυτείνοι, δουλεύουν οι γενναίγοι άντρες και σκοτώνονται δι᾿ αυτά. Εκείνοι θέλουν να ᾿χουν την θρησκεία τους και να δοξάζουν τον Θεόν με το μέσον της θρησκείας, και τότε λέγεστε κ᾿ εσείς δίκαιοι βασιλείς, επίτροποι του Θεού, όταν τους αφίνετε ελεύτερους εις τα αιστήματά τους. Και ζήτε δοξασμένοι από τους υπηκόγους σας κι᾿ όχι από τους τεμπέληδες. Όχι να κάθεσαι εσύ, ένας μεγάλος βασιλέας, και να καταγένεσαι ν᾿ αλλαξοπιστήσης μίαν χούφτα ανθρώπους, οπού ήταν τόσους αιώνες χαμένοι και σβυσμένοι από την κοινωνίαν. Εκείνος οπού τους κυρίεψε τους έκαιγε εις τους φούρνους, τους έκοβε γλώσσες, τους παλούκωνε ν᾿ αλλάξουν την θρησκείαν τους και δεν μπορούσε να κάμη τίποτας. Τώρα ο Θεός, ο δίκιος και παντοδύναμος, οπού ορίζει κ᾿ εσένα, ανάστησε αυτείνο το μικρό έθνος και θέλει να δοξάζεται απ᾿ αυτό το μικρό ορθόδοξο έθνος ορθοδόξως κι᾿ ανατολικώς, καθώς οι εδικοί-σου υπήκοοι τον δοξάζουν δυτικώς. Κ᾿ εσύ ο μεγάλος χριστιανός δυτικός βασιλέας, ο επίτροπος του Θεού εις τον λαόν σου, πρέπει να προσέχης να ᾿χη αυτός ο λαός αρετή και ηθική και να τον παρακινής να δοξάζη τον Θεόν κατά την θρησκείαν του κ᾿ εσέναν και την πατρίδα του να σας σέβεται, κι᾿ όχι να χάνης τις βασιλικές σου στιμές και τις πολυτίμητες να οδηγής τον «γκενεράλ» Κωλέτη σου, (οπού δεν ήξερε πως βάνουν την πέτρα εις το ντουφέκι και τον ονόμασες και γκενεράλη ότι οι Μεγαλειότες σας όλους τους τοιούτους τους τιμάτε και δοξάζετε, ότι αυτείνοι εκτελούν την θέλησή σας), και καταγίνεται να γυρίση από την θρησκεία τους τους απογόνους των παλιών Ελλήνων, τα παιδιά του Ρήγα, του Μάρκο Μπότζαρη, του Καραϊσκάκη, του Δυσσέα, του Διάκου, του Κολοκοτρώνη, του Νικήτα, του Κυργιακούλη, του Μιαούλη, του Κανάρη, των Υψηλάντων κι᾿ αλλουνών πολλών, οπού θυσιάσαν και την ζωή τους και την κατάστασίν τους δι᾿ αυτείνη την ορθόδοξη θρησκεία και δι᾿ αυτείνη την ματοκυλισμένη μικρή τους πατρίδα. Η Μεγαλειότη σου μπορεί να μην τα ξέρης αυτά ο Κωλέτης και οι συντρόφοι του δεν τα ξέρουν; Ο Μαυροκορδάτος και οι οπαδοί του δεν τα ξέρουν; Και οι άλλες οι φατρίες δεν τα ξέρουν, να σας ειπούνε, της Μεγαλειότης σας και της συντροφιάς σας, ότι «Αυτό δεν γένεται» εις την θρησκεία μας και εις την πατρίδα μας, ότι αυτείνη η θρησκεία κι᾿ αυτείνη η πατρίδα είναι δική-μας και μας τίμησε κιόλα και μας γιόμισε δόξες, σταυρούς και μας έδωκε βαρυούς μιστούς και μας έκαμεν Εκλαμπρότατους και μας τιμάει και μας σέβεται, οπού ήμαστε πρώτα τουρκοκόπελα και τώρα εγίναμεν τοιούτοι». Αν είναι τοιούτοι αυτείνοι όλοι, προδότες της θρησκείας τους κι᾿ όλων των τίμιων ορθοδόξων Χριστιανών, ο Βασιλέας μας διατί αμελεί απάνου-εις αυτό; Όταν δέχτη να ᾿ρθή να βασιλέψη κι᾿ ορκίστη ότι θα βασιλέψη και θα δοικήση Έλληνες ορθόδοξους χριστιανούς και θα τους διατηρήση θρησκεία, τιμή, κατάσταση και συνταματικώς θα κυβερνάγη- όλα αυτά η Μεγαλειότης του διατί τα αμέλησε και τα τζαλαπάτησε; Μάθαινα από ανθρώπους τίμιους ότι η κατήχηση των ξένων αναντίον της θρησκείας μας προοδεύει. Τότε κάπνισαν τα μάτια μου. Πάγω εις τον κουμπάρο μου τον Κωλέτη, τον παίρνω σε μίαν κάμαρη, του λέγω πως ήρθε εις αυτείνη την πατρίδα, ξυπόλυτος, γυμνός. Οι άλλοι γιατροί οπού ᾿ρθαν φέραν κι᾿ από ᾿να γλυστήρι και γιατρικά και τήραγαν τους αστενείς «Εσύ, του είπα, ούτε αυτά ήφερες, ούτε αστενείς κύταξες. Ετιμήθης, δοξάστης από την πατρίδα σου. Γιόμωσες σταυρούς, χρήματα -δεν μας αφίνεις πλέον ήσυχους να ζήσουμεν εδώ εις την ματοκυλισμένη μας πατρίδα με την θρησκεία μας, αλλά μας τζαλαπατάς και μας διαιρείς;» Αφού του είπα πολλά, του λέγω «Γνωρίζομεν τις ενέργειες τις μυστικές των ξένων οπού εργάζονται δια την θρησκεία μας -θρησκείαν δεν αλλάζομεν εμείς, ούτε την πουλούμεν! Σου είπα και εις Άργος, όταν γύρισες με τον Αγουστίνο και γέλαγες εμάς τους άλλους το κεφάλι του Καποδίστρια έγινε μια τρύπα κ᾿ εσένα θα γένη καυκιά. Τότε, όταν σ᾿ απάτησαν εις τα νιτερέσια σου και θα σε σκότωναν, γύρισες μ᾿ εμάς και τρομάξαμεν να σε σώσωμεν και να σωθούμεν κ᾿ εμείς, όσοι μείναμεν. Τώρα θα γένης κομμάτια από αυτά οπού εργάζεσαι εσύ με τους όμοιους σου κι᾿ αφίνεις και τους ξένους κ᾿ εργάζονται δια την θρησκείαν μας». Ήρθε κ᾿ έγινε κατακίτρινος και πέρασε καμπόσο διάστημα να μου δώση απάντησιν. Μου λέγει «Η Κυβέρνηση πρέπει να λάβη μέτρα δια ᾿σένα. -Του είπα, κουσούρι να μην κάμης εσύ και η Κυβέρνησή σου!» Σηκώθηκα κ᾿ έφυγα. Τότε έστειλε στρατιώτες, την νύχτα, μου τρογύριζαν το σπίτι. Ότι καθώς εγίναμεν κουμπάροι τους είχε σηκώση σαν είδε οπού δεν απόλαψε τίποτας από την κουμπαριά του, έβαλε εκ-νέγου στρατιώτες και φίλους του πιστούς κι᾿ αφού με φύλαγαν, έρχονταν και πέτρες εις το σπίτι μου δια-να βγω να τους μιλήσω, να κάμουν τον κακό τους σκοπόν. Αυτό το πετροβόλησμα το ακολουθούσαν πάντοτες. Μίλησα του υπουργού του Στρατιωτικού Τζαβέλα, του-κάκου. Το ᾿βαλα εις την ᾿φημερίδα.
Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήση εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο-να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν απ᾿ όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμεν τίποτας, σε ᾿πηρεσίαν να μπούμεν, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράζομεν πρόσοδες, τις τρώμεν όλες. Χρωστούν εις το Ταμείον δεκοχτώ-᾿κατομμύρια ο ένας κι᾿ ο άλλος ο Μιχαλάκης Γιατρός πεντακόσες-χιλιάδες, ο Τζούχλος τρακόσες, ο Γιωργάκης Νοταράς τρακόσες-πενήντα -όλο τέτοιγοι χρωστούνε αυτά. Ο κεντρικός ταμίας ο Φίτζιος -τρακόσες-πενήντα του λείπουν από το ταμείον κι᾿ ακόμα δεν κυτάχτηκαν πόσα θα λείψουν ακόμα. Το-ίδιο ντογάνες κι᾿ άλλα. Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράματα και τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο είναι ο τίμιος άνθρωπος να κάνη τα χρέη του πατριωτικώς. Οι αγωνισταί οι περισσότεροι και οι χήρες κι᾿ αρφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία- γεμίσαμεν πλήθος πιανοφόρτια και κιθάρες. Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους, λεπτό δεν τους δίνομεν από αυτά -κάνουν επέβασιν εις τα πράματά μας. Και ποτές δεν βρίσκομεν ίσιον δρόμον. Πως θα σωθούμεν εμείς μ᾿ αυτά και να σκηματιστούμεν εις την κοινωνίαν του κόσμου ως άνθρωποι; Ο Θεός ας κάμη το έλεός του να μας γλυτώση από τον μεγάλον γκρεμνόν οπού τρέχομεν να τζακιστούμεν. Αφού έγινε ο ανακατωμός της Ευρώπης, έπρεπε να είμαστε κ᾿ εμείς σε μίαν κατάστασιν να βασταχτούμεν, να μη μας πλακώση κάνας κίντυνος, ή και αν είναι αρμόδιος καιρός και κινηθούν κι᾿ άλλοι δυνατοί, να κινηθούμεν κ᾿ εμείς -κι᾿ αυτά χρειάζονται να ᾿χωμεν κι᾿ ολίγα μέσα, να βασταχτή η πειθαρχία, να μην κινηθούμεν και γυμνώσουμεν τους αδελφούς μας και τους ατιμήσουμεν, και τότε είναι χερότερα αντίς-να φκειάσουμεν φρύδια, βγαίνομεν και τα μάτια. Είχα την εταιρίαν, την ενέργαγα μυστικώς κ᾿ έστελνα παντού χωρίς-να με ξέρουν οι μεγάλοι ότι με κιντύνεψαν όλοι ποιος ολίγο, ποιος πολύ. Είδα ότι εις αυτείνη την περίστασιν δεν μπορώ μόνος-μου να κάμω τίποτας συλλογίστηκα να βάλω και τον Μεταξά και Μαυροκορδάτο. Πήγα τους αντάμωσα, τους είπα «Να μου δώσετε τον λόγον της τιμής σας -κάτι θα σας ειπώ». Υποσκέθηκαν. Τότε τους ξηγήθηκα όλα. Τους είπα και τα ένγραφα οπού έχω τους τα ᾿δειξα, όμως να μην τα διαβάσουν και ιδούνε τα άτομα και είμαι ορκισμένος εις αυτό να τα ᾿χω μυστικά. Κι᾿ όταν είναι καιρός, στέλνουν από ᾿ναν άνθρωπον κι᾿ αυτείνοι και συσταίνομεν μίαν ᾿πιτροπή. Έκαμα κ᾿ έναν όρκον να καταγράφωνται οι άνθρωποι ό,τι μπορή ο καθένας. Τους είπα, εκείνοι ν᾿ αγροικιώνται έξω με τους ομογενείς μας κ᾿ εγώ να ᾿χω τον οργανισμόν του Κράτους. Έγραψα έξι-χιλιάδες δραχμές πρωτοέγραψα εγώ δια-να ελκύζωνται οι άνθρωποι. Τους είπα χρειάζονται έξοδα, οπού θ᾿ αγροικιώμαστε με τους ανθρώπους έξω και μέσα-εις το Κράτος. Με-χωρίς έξοδα δουλειά δεν γένεται. Μου λένε «Δεν έχομεν εμείς. -Πουλώ, τους λέγω, ένα σπίτι οπού ᾿χω εις τ᾿ Ανάπλι να κάμωμεν την δουλειά μας, με την συνφωνίαν όσοι γράφουν χρήματα -λεπτό δεν έχει να πιάση κανένας μας εις το χέρι όταν είναι καιρός, να γένη μια ᾿πιτροπή να ξοδιάζη. Και εις-το-εξής ό,τι θα κάνω, θα σας ρωτώ κ᾿ εσείς θα με ρωτάτε». Μείναμεν σύνφωνοι εις αυτό. Και σε άλλην εταιρίαν να μην έμπωμεν, αλλά να ᾿χωμεν την δική-μας. Μοναχά να ξέρωμεν τι κάνουν οι άλλοι, να μην κάμουν κανένα άγουρο κίνημα -να τους αποκόβωμεν, να μην πάθη η πατρίδα από τις ανοησίες μας.
Καθώς και θα το παθαίναμεν από τους ανοήτους, οπού θέλαν να κινηθούνε να πάνε να πάρουν την Κωσταντινόπολη.
Μείναμεν σύνφωνοι σε όλα αυτά. Το σπίτι μου, οπού είχα εις τ᾿ Ανάπλι, άξιζε τριάντα-χιλιάδες δραχμές το πουλώ πέντε κι᾿ οχτακόσες. Έστειλα ανθρώπους εκ-νέου παντού κι᾿ οργάνισα όλο το Κράτος. Ό,τι έκανα τους το ᾿λεγα, όμως τον όρκον με τις υπογραφές τον βάσταγα και τον βαστώ εγώ. Συνφώνως πηγαίναμεν καμόσον καιρόν. Του Γαρδικιώτη κι᾿ αλλουνών τους έλεγα άλλα, όχι όμως ν᾿ απατώ τους ανθρώπους, μόνον να μην προδινώμαστε κι᾿ αν δώση ο Θεός κάνα καλό, όλοι σε μίαν στράτα ανταμωνόμαστε. Κ᾿ έλεγα ολουνών να ᾿νεργούμεν την ένωσιν και να ᾿χωμεν ομόνοια πατριωτική. Έλκυσα και τον Βασιλέα ᾿σ αυτά, όχι όμως να ξέρη και τον οργανισμόν μας. Ήφερα τον Χατζηχρήστο και Γαρδικιώτη σε συμπάθεια δια αυτούς, δια-να τους ᾿γκολπωθή ο Βασιλέας εις αυτές τις περίστασες. Θέλησε ύστερα ο Βασιλέας να κάμη αυτούς τους δυο αντιστράτηγους κ᾿ εμένα ᾿πασπιστή του. Στέλνει τον Χατζηχρήστο ο Γαρδικιώτης να πάγω να τον ανταμώσω. Μου είπε αυτό ο Χατζηχρήστος, ότι του το είχε ειπή ο Βασιλέας δυο-τρεις μήνες πρωτύτερα. Πήγα εις τον Γαρδικιώτη μαζί-με τον Χατζηχρήστο. Μου λέγει αυτό. Του λέγω «Ευκαριστώ τον Βασιλέα εις την τιμή οπού μου κάνει είμαι αστενής, δεν μπορώ να ᾿περετήσω». Μ᾿ έβγιασε πολύ, δεν δέχτηκα. Μου λέγει «Θα το δεχτής να σηκώσης κάθε υποψίαν από-πάνου σου, ότι είπαν του Βασιλέως ότι κάτι ᾿νεργάνε ο Μαυροκορδάτος κι᾿ ο Μεταξάς κ᾿ έχουν εσέναν ως αρχηγόν. -Του λέγω, δεν έχομεν κάναν κακόν σκοπόν οι τίμιοι άνθρωποι. Και ίσα-ίσα δι᾿ αυτόν τον λόγον οπού μου είπες δεν δέχομαι τίποτας ως ύποπτος και να μάθη ο Βασιλέας να μη σκιάζεται από τους υπηκόους του για-να τους βαίνη σε θέσες. Έτζι έκανε ο Καλλεφουρνάς, τον έσκιαζε, και το᾿ ᾿δωσε δυο υπουργεία. Και δεν δέχομαι». Δέχτη ο Μεταξάς την αντιστρατηγία ο Μαυροκορδάτος δεν δέχτη, ότι δεν ήταν του επαγγέλματός του. Τότε παραξήγησαν ότι δεν δέχτηκα. Και πάλε είμαι, καθώς ήμουν, χωρίς την βασιλική εύνοια. Το μυστήριον οπού ᾿χαμεν αναμεταξύ μας θέλησαν ύστερα να το κάμουν κοινό με τα σκέδια αλλουνών. Πάνε και μπαίνουν εις την εταιρία του Τζαβέλα και ᾿σ άλλες τοιούτες. Μιλούσαν μ᾿ ανάξιους ανθρώπους -πήγαιναν και τα πρόδιναν εις τους ξένους και εις τον πρέσβυ της Τουρκιάς. Παίρνει τον Τζαβέλα ο Βασιλέας τον κάνει υπουργόν πίσου, αφού του μαρτύρησε αυτά. Κάνουν μια ᾿πιτροπή από δεκάξι άτομα και βάνουν τέσσερους γραμματείαν ᾿σ τα εσωτερκά, τέσσερους ᾿σ τα οικονομικά, ταμίες, κι᾿ άλλα τέτοια χωρίς-να ξέρω εγώ τίποτας από αυτά. Σαν το ᾿μαθα, πήγα και τους μίλησα καμόσα. Τους είπα εις-το-στερνό «Να διαλύσετε αυτείνη την ᾿πιτροπή, ότι το ᾿μαθαν» όλοι κ᾿ εγώ δεν είμαι σύνφωνος. Όταν έρθη ο καιρός, θα μπούνε ᾿πιτροπή εκείνοι οπού θα δώσουν τα χρήματά τους, να βλέπουν που ξοδιάζονται. Τότε βιασμένοι την διάλυσαν. Δοξάζω τον Θεόν οπού δεν ήξεραν τον κατάλογον των ανθρώπων οπού ήταν εις την εταιρίαν και τι ποσότη χρήματα έγραφε ο καθείς. Ο ευλογημένος λαός έγραψε ως διακόσες-χιλιάδες δραχμές. Πήγαν και μπήκαν εις τις λάσπες των εταιριών, οπού ᾿κανε ο Τζαβέλας κι᾿ άλλοι, και χτύπησαν όλοι οι τύποι αυτά κ᾿ έπαθαν και οι ομογενείς μας έξω εις την Τουρκιά, χωρίς-να τους κάμωμεν μικρή ωφέλεια. Πάντοτες τους βαίνομεν εις κιντύνους και χάνονται αδίκως και παραλόγως άνθρωποι. Την επιτροπή τα δεκαέξι άτομα κι᾿ ό,τι κάναν τα ᾿μαθε ο Βασιλέας και η Κυβέρνηση και οι Πρέσβες και δικαίως κατηγορούσαν αυτούς και τους επισώρεψαν όλα όσα κακά έκαμαν οι εταιρίες. Κι᾿ ως συνένοχοι αυτείνοι οι δυο τους βάζαν εις τις ᾿φημερίδες και τους έλεγαν τουρκολάτρες. Κι᾿ από αυτά όλα δεν πάθαινε άλλος, μόνον οι αθώοι άνθρωποι εις την Τουρκιά και η δυστυχισμένη πατρίδα. Ότι έχουν ένα σύστημα τα σκέδιά τους και τα μυστήριά - Ο Μαυροκορδάτος κι᾿ ο Μεταξάς οπού ήταν προσωρινώς φίλοι, πάλε μετανοήσανε και είναι πολύ οχτρεμένοι. Βάλθηκαν φίλοι τους, καθώς κ᾿ εγώ, δεν μπορέσαμεν να τους φιλιώσουμεν. Φαίνεται από αυτό ότι τα σαμάρια οπού ᾿χουν φκειασμένα φοβάται ο ένας από τον άλλον να-μη σαμαρώση τα γουμάρια ο ένας και χάση ο άλλος αυτό είναι κι᾿ όχι άλλο. Το κακόν είναι ότι πλήγωσε η ράχη όλων των γουμαριών σαμαρώνοντας αυτείνοι και φορτώνοντας όλο λιθάρια... Εμείς ως αδύνατοι ούτε καλό μπορούμεν να σας κάμωμεν, ούτε κακό. Αναμεταξύ σας πάθετε όλα αυτά. Κι᾿ ό,τι πάθαμεν εμείς και παθαίνομεν είναι έργα δικά-σας και των οπαδώ σας. Όμως και σας ο Θεός δε σας αφίνει. Ξέχωσαν τον Κωλέτη άλυωτον δια-να ιδή τις πράξες του τις καλές οπού έκαμεν εις την πατρίδα του, όταν κυβερνούσε με τόση αρετή και πατριωτισμόν, και την έφερε ᾿σ αυτείνη την άχλια κατάστασιν. Πέθανε αυτός και η πατρίδα του κιντυνεύει από τις καλές του πράξες. Είχε συνάξη όλους τους κακούργους της κοινωνίας απ᾿ ούλες τις τάξες και τους βόηθαγε με τα πλούτη της πατρίδος και με τις θέσες και ξεμάκρυνε και κατάτρεξε όλους τους τίμιους ανθρώπους. Κ᾿ έλαβαν αυτείνοι την κυβέρνησιν του Κράτους και η ίδια η συντροφιά τους είναι κι᾿ ως σήμερον, ότι άφησε εκείνος διαθήκη εις τον Βασιλέα να μην αλλάξη σύστημα και η Μεγαλειότης του ακούγοντας έναν τέτοιον σημαντικόν κυβερνήτη -τον βάφτισε και μεγαλόγνωσον -δεν έφυγε ούτε τρίχα από τα πατριωτικά αιστήματα του μεγαλόγνωσου και της συντροφιάς του. Μίαν Λαμπρή καμπόσοι πολίτες, συντρόφοι του Κωλέτη και του Τζαβέλα, κι᾿ άλλοι από το μπαγιράκι του Κυργιακού πήγαν κι᾿ αλιμούργιαξαν το σπίτι ενού Οβραίου ξένου, ονομαζόμενου Πατζίφικου, και το καταχάλασαν και κιντύνεψαν και οι άνθρωποι του σπιτιού και τρόμαξαν να σωθούνε. Η Κυβέρνηση δεν έλαβε καμμίαν πρόνοια. Αναφέρθη πολλάκις ο Οβραίος και μπορούσαν το-πολύ με δεκαπέντε ως είκοσι-χιλιάδες δραχμές να σβέσουνε αυτό το κακό. Όσες φορές αναφέρθη, τίποτας δεν έκαμαν. Ήταν και σούντιτος Άγγλος. Αναφέρθη ο πρέσβυς του, κι᾿ αυτός δεν εισακούστη. Ήταν κι᾿ άλλα παράπονα της Αγγλίας, κανένας δεν τους έδινε ακρόασιν. Ο Κωλέτης είχε τον Φίλιππα και τον Γκιζότη βοηθούς κι᾿ ο Πισκατόρης τον δυνάμωνε εις τις όρεξές του. Γίνεται η μεταβολή ᾿σ τη Γαλλία -πέθανε κι᾿ ο Κωλέτης πρωτύτερα -τότε ο Πάλμεστρον ετοιμάζει έναν σημαντικόν στόλο με βατζέλα, με φεργάδες, με μπρίκια και με στρατέματα κι᾿ ο Πάρκερ ναύαρχος κ᾿ έρχονται εις τον Περαία κι᾿ Αμπελάκι και μας κάνουν στενόν μπλόκο με τον λόγον ότι ζημιώσαμεν τον Οβραίον και τον Φίνλεϋ- Άγγλος κάτοικος εις την Αθήνα, ᾿διοχτήτης και σύβουλος επαρχιακός του πήραν έναν τόπον πλησίον-εις το Παλάτι και δεν τον είχε αποζημιώση το δημόσιον. Και παίρνουν όλα τα εθνικά πλοία και τα εμπορικά κι᾿ αφανίζουν το εμπόριον γενικώς και τους δυστυχισμένους τους νησιώτες. Βάσταξε ο μπλόκος - νοικοκυραίους. Και φοβέριζαν σήμερα θα κινηθούν δια την πρωτεύουσα κι᾿ αύριο θα κινηθούν. Το κόμμα το Αγγλικόν αδύνατο νέκρωσε από το μίσος των ανθρώπων. Κ᾿ ενώθη όλο το έθνος αναντίον τους. Διόρισε κ᾿ εμένα η Κυβέρνηση αρχηγόν των Αθηναίων. Εγώ είπα να ᾿χωμεν φρόνησιν και γνώση, ότ᾿ είναι μια δύναμη μεγάλη κ᾿ εμείς μικροί και να-μη χαθούμεν. Κι᾿ ο Θεός, οπού μας γλύτωσε τόσες φορές, μας έσωσε και τότε.
Τότε έβγαλαν και το σώμα του Κωλέτη άλυωτο από τον τάφο του. Αφού αρρώστησε ο γκενεράλ Κωλέτης και φώναζε νύχτα και ημέρα και βαύιξε και γκάριξε και βγήκε η ψυχή του, κοντά-σε τρία χρόνια θέλησαν οι συγγενείς του να τον ξεχώσουνε κι᾿ ο φίλος του ο στενός πρέσβυς Πισκατόρης, οπού εργάζονταν μαζί εδώ και ξόδιαζαν και κατηχούσαν τους ορθοδόξους χριστιανούς να τους κάνουν δυτικούς, στέλνει να φκειάση τάφον μαρμαρένιον του φίλου του του Κωλέτη. Και τον βγαίνουν καθώς τον θάψαν μόνον τα μάτια του ήταν βουλιασμένα και η μύτη του ολίγον πειραμένη -τα μάτια του ότι έβλεπαν τις πράξες οπού ᾿κανε δια την πατρίδα του και θρησκεία του και τόσους άδικους φόνους των αγωνιστών, του Νούτζου, του Παλάσκα, του Δυσσέα κι᾿ αλλουνών, κι᾿ αχώρια πόσους νέους τάφους άνοιξε εις τις εκλογές, πόσοι σκοτωμοί έγιναν και γίνονται, πόσες μείναν χήρες κι᾿ ορφανά, τι έπαθε η πατρίδα γενικώς, πόσοι αγωνισταί πήγαν εις τους Τούρκους, κι᾿ όλες οι φυλακές γιομάτες από αυτούς ως την-σήμερον δια-ν᾿ αναστηθή η παρανομία κι᾿ αδικία, να μη μείνη φωνή εις τον λαόν, ούτε ψήφος, αλλά η δύναμη η στρατιωτική και οι υπάλληλοι να γιομίζουν τις κάλπες και να βγάζουν όσους ήθελαν και μας έκαμεν όπως είμαστε δια-να φανή πιστός και τίμιος εις τους ξένους του φίλους. Τότε η βρώμα του πεθαμένου δεν άφινε να ζυγώσουν οι άνθρωποι πλησίον του κ᾿ έτρωγε αναθέματα πλήθος από τους μαστόρους όσο-να του χτίσουν τον μαρμαρένιο του τον τάφο.
Ο Βασιλέας μπαίνοντας ο Άγουστος τα 1850 πήγε δια την υγείαν του εις την Μπαυαρία. Άφησε υπουργείον τον Κριεζή πρώτον υπουργόν και του Ναυτικού, τον Νοταρά Γιωργαντά του Εσωτερκού, Χρηστίδη της Οικονομίας, τον Ντεληγιάννη του Εξωτερκού, Μήλιο του Στρατιωτικού και ο Πάικος της Δικαιοσύνης και ο Κορφιωτάκης της Παιδείας και του Εκκλησιαστικού- - μας την άφησε ο Βασιλέας εις το ποδάρι του να κυβερνάγη όσο-να γυρίση η Μεγαλειότητά του. Άρχισαν οι δημοτικές εκλογές. Η Κυβέρνηση έφκειασε έναν κατάλογον κ᾿ έβαλε δημοτικούς συβούλους, παρέδρους και δήμαρχον εκείνους οπού ᾿θελε- της μπιστοσύνης της. Κ᾿ έγινε όλο το σώμα από αυτούς οπού διορίσαν. Έφκειασαν μ᾿ αυτόν τον τρόπον και τους βουλευτάς από-᾿δώ, την πρωτεύουσα, κι᾿ απ᾿ ούλο το Κράτος -όποιους ήθελε η Κυβέρνηση εκείνοι βήκαν. Έστειλε η Κυβέρνηση τον Μεταξά πρέσβυ εις την Κωσταντινόπολη και τον Μαυροκορδάτο εις την Γαλλία. Πριν τους διορίσουνε ήταν σε μεγάλη διχόνοιαν ο Μεταξάς κι᾿ ο Μαυροκορδάτος εξ-αιτίας των Αγγλικών πραμάτων και τα κόμματά τους σε σύνχυσιν το ένα μέρος βάργε τ᾿ άλλο εις τους τύπους και εις τις συναστροφές. Έβλεπε κάθε τίμιος άνθρωπος την άχλια κατάστασιν της πατρίδας του, έβλεπα κ᾿ εγώ ο μικρότερος όλα μας τα πράματα παραλυμένα από την Κυβέρνησιν κι᾿ απ᾿ ούλες τις αρχές όξω εις το Κράτος κλεψές κι᾿ άλλες ακαταστασίες. Είπα πως αν πήξουν αυτά τα δυο κόμματα ᾿σ ένα, ίσως και γένη κάνα καλό. Εκείνους τους δυο, Μαυροκορδάτο και Μεταξά, τους είχε η Κυβέρνηση κι᾿ ο Βασιλέας και οι αυλικοί σε μεγάλη οργή και καταξοχή τον Μαυροκορδάτο και τους συντρόφους του. Τότε πάσκισα με μυστικόν τρόπον και τους ένωσα να μπορέσουν να κάμουν κανένα καλό ᾿σ αυτείνη την πολύπαθη πατρίδα, οπού βλέπουν που κατάντησε και θα χαθή. Κ᾿ ενώθηκαν μυστικά. Αφού ήταν να γένουν οι νέες εκλογές των βουλευτών ενέργησα να μπούνε από την Αθήνα οι δυο, Μεταξάς και Μαυροκορδάτος, κι᾿ ο Βλάχος με τον Καλλεφουρνά, να πάψωμεν κάθε κίντυνο της πολιτείας. Ήθελε κι᾿ ο Σκούφος κι᾿ άλλοι να μπούνε βουλευταί. Το ᾿μαθε το Παλάτι και η Κυβέρνηση, με παραξήησαν, ότι εγώ εργάζομαι δι᾿ εκείνους και είναι πολιτικοί σκοποί κι᾿ άλλα τοιούτα. Και μπήκα σε μια μεγάλη οργή από αυτούς όλους. Παρουσιάστηκα, τους μίλησα «Αυτείνη είναι η γνώμη μου, τους είπα, και ᾿σ αυτείνη στέκω δια-να μην γένη κάνα δυστύχημα εις την πολιτεία». Τότε διορίζουν τον Μαυροκορδάτο να βγη από το Μισολόγγι και τον Μεταξά τον έβγαλαν από-᾿δώ, ν᾿ ανεμείνη και τόπος να μπη κι᾿ ο Σκούφος, ότ᾿ είναι αναγκαίος και εις το Παλάτι και εις την Κυβέρνησιν. Ότι οι τοιούτοι άνθρωποι χρειάζονται πολύ την-σήμερον. Μίαν ημέρα δυο ώρες δεν ήταν οπού μιλούσαμεν με τον Μεταξά ο Μιχαήλ Σκινάς κ᾿ εγώ, και μας έλεγε αυτείνη την άχλιαν κατάστασιν οπού είμαστε και θα χαθούμεν και με κάθε τρόπον να ενωθούμεν με πατριωτισμόν και να δείξουν κι᾿ αυτείνοι φρόνηση εις την Βουλή κ᾿ εμείς -πηγαίνοντας εις το σπίτι μου έρχονται μου λένε, ο Μεταξάς δέχτη να πάγη πρέσβυς εις την Κωσταντινόπολη. Πήγα εις το κονάκι του, το βρίσκω γιομάτο από αβδέλλες της πατρίδας οπού τον χαίρονταν. Αφού φύγαν οι άνθρωποι, μ᾿ είδε οπού ήμουν πικραμένος μου λέγει «Δέχτηκα δια-να σώσω τους φίλους μας». Του είπα κ᾿ εγώ «Καλά έκαμες"- τι μπορούσα να του ειπώ; Ύστερα διόρισαν και τον Μαυροκορδάτο και δέχτη. Αυτός είχε δίκιον, ότι δεν είχε τους τρόπους να ζήση. Όμως ο Μεταξάς παίρνει μιστόν αυτός και τα δυο του παιδιά περίτου από χίλιες δραχμές και δεν ξοδιάζει τις μισές. Πάγει αυτός, παίρνει και το παιδί του πρώτον γραμματέα -κι᾿ από-᾿κεί θα σώση την πατρίδα. Και εις τις Βουλές κι᾿ όξω άφησαν τα κόμματά τους χωρίς κεφάλι και τα μαντριά τους τ᾿ άφησαν οι δυο μεγάλοι άντρες γιομάτα λύκους νηστικούς και τρώνε τα δυστυχισμένα τα πρόβατα. Οι δυο μεγάλοι άντρες, οι βουλευταί του Μισολογγιού και της Αθήνας, πάνε πρέσβες κι᾿ από-᾿κεί θα βουλεύωνται τα δίκια αυτεινών των επαρχιών. Ως αυτού είχαν την φιλοτιμίαν τους και τα πατριωτικά τους αιστήματα. Από-᾿κεί θα προσέξουν και δια τους φίλους τους, εκείνα τα γομάρια οπού τους επιστήριξαν και τους φκειάσαν Εκλαμπρότατους και πρέσβες τώρα με χοντρούς μιστούς. Όμως αυτούς τίποτας από αυτά δεν τους έγνοιασε. Πήραν τις οικογένειές τους και πάνε. Παρουσιάστη νομοσκέδιον εις την Βουλή υπέρ της γυναικός του Κορφιωτάκη και δέχτη η Βουλή να παίρνη τρακόσες δραχμές τον μήνα. Ποιους αγώνες είχε ο Κορφιωτάκης; Πότε δούλεψε την πατρίδα; Όταν μπήκε ᾿σ την ᾿πηρεσία του Κράτους πήρε τόσα υποστατικά και χρήματα. Έχει μόνον εφτά-χιλιάδες ρίζες ελιές και τόσα χρήματα εις τον τόκον. Αυτά τα είπαν παντού κι᾿ ο ίδιος ο αδελφός του κι᾿ άλλοι συγγενείς του και οι συνπολίτες του, οπού η κατάστασή του διαβαίνει τις διακόσες-πενήντα-χιλιάδες δραχμές. Του Νικήτα του Τουρκοφάγου η φαμελιά δεν παίρνει ένα λεπτό, του Δυσσέα σαράντα-οχτώ δραχμές άλλων πολλών αγωνιστών οι γυναίκες δεν παίρνουν - Τον Γενάριον μήνα απάνου-κάτου ήφερε νομοσκέδιον ο Χρηστίδης, υπουργός της Οικονομίας, δια την σύνταξη της Κορφιωτάκαινας, οπού η Βουλή παραδέχτη να λαβαίνη τρακόσες δραχμές κατά μήνα. Εις την Γερουσίαν το γκρέμισαν οι αξιοσέβαστοι Γερουσιασταί. Πάντοτε μ᾿ αυτόν τον πατριωτισμόν εστάθηκαν και στέκονται ως σήμερον. Όλα τα ταξίματα των υπουργών κι᾿ άλλα παρόμοια τα καταφρόνεσαν και τα καταφρονούν. Κι᾿ ο Γεώργιος Ψύλλας είναι πάντοτες το αγαθό τέκνο της πατρίδας, οπού μιλεί φρονίμως και πατριωτικώς εις το δίκιον και λέγει την γνώμη του ελεύτερα. Ήρθετε εσείς οι μεγάλοι μας πολιτικοί να μας λευτερώσετε, όταν σηκώσαμεν την επανάστασιν μόνοι μας κι᾿ αγωνιζόμαστε τις πρώτες χρονιές με τους σημαντικούς της πατρίδας μας πολιτικούς -φαίνεται ο αγώνας εκείνος κι᾿ ο πατριωτισμός και η αδερφοσύνη οπού ᾿χαμεν αναμεταξύ μας. Όταν κοπιάσετε εσείς, μας γυμνάσετε την διχόνοια, μας φέρατε τις φατρίες και τ᾿ άλλα τ᾿ αγαθά και κακοβάλετε το δυστυχισμένο αθώον έθνος. Πρωτόηφερες την διχόνοιαν εσύ, Κύριε Μαυροκορδάτε, κι᾿ από αυτό άλλοι καπεταναίοι πήγαν οπίσου εις τους Τούρκους, άλλους ήθελες με τους νόμους σου να τους σκοτώσης. Θα σκότωνες τον Καραϊσκάκη που θα τον εύρισκε η πατρίδα, όταν ξαναγιόμωσε Τουρκιά; Δεύτερος έρχεσαι εσύ, κύριε Κωλέτη θα σκότωνες τον Δυσσέα -και ύστερα δεν γλύτωσε από σένα που θα τον ευρίσκαμεν μ᾿ έναν τεσκερέ να διώξη δώδεκα-χιλιάδες Τούρκους, οπού ᾿ταν περισσότεροι άλλοι εις το Γριπονήσι και Ρωπό κι᾿ αλλού, και πρόσμεναν κι᾿ αυτείνη την δύναμιν ν᾿ αφανίσουν όλη την Ελλάδα, κι᾿ αυτό τους νέκρωσε όλα τους τα σκέδια; Αν ήταν κακοί στρατιωτικοί εκείνοι κ᾿ εσείς καλοί πολιτικοί, τους κάνετε κι᾿ αυτούς κι᾿ όλο το στρατιωτικόν καλό και με πειθαρχίαν. Αν ήσουνε εσύ, κύριε Μεταξά, καλός, έκανες τον Κολοκοτρώνη πλέον καλύτερο. Ήταν καλός πατριώτης, αλλά οι δικές-σου συβουλές όλο σε εφύλιους πολέμους τον κινούσανε και σε μεγάλη διχόνοια με τους πατριώτες του και κάποτε τον γύριζες με το ένα κόμμα και κάποτε με το άλλο. Και χύνονταν τόσα αθώα αίματα. Θυμήσου τον Κανέλλο Ντεληγιάννη, οπού πιάστη με τον Κολιόπουλον και με τους Κολοκοτρωναίους- πρώτη διαίρεση και φατρία, οπού δεν το ξέραμεν αυτό το φρούτο και τότε το μάθαμεν. Ήρθα εγώ εις την Πελοπόννησον έφυγα από τον Δυσσέα και ήρθα εις τον Κολοκοτρώνη κ᾿ εσένα, οπού ήσασταν εις τα πράματα, εις το Εκτελεστικόν Σώμα και μου είπετε να ᾿ρθω κ᾿ εγώ με τους ανθρώπους μου βοήθεια εδική-σας και δεν θέλησα -πόσα αίματα χύθηκαν τότε; Θυμήσου όταν βήκατε εις το Άργος να διαλύσετε την Βουλή του Έθνους και να τους πάρετε και τα πραχτικά, στάθηκα συνφώνως με τον Ζαχαρόπουλον και τους ᾿περασπιστήκαμεν και κρύψαμεν και τα πραχτικά. Κ᾿ έπεσα εις την οργή σας. Θυμήσου αυτό τι έβγαλε. Στάθηκες του λόγου-σου και οι άλλοι εις τ᾿ Ανάπλι και οι Κολοκοτρωναίγοι κι᾿ ο Πετρόμπεγης πήγαμεν εις την Τροπολιτζά -πόσοι τάφοι εκεί άνοιξαν; Τελειώνοντας από την Τροπολιτζά, οπού την λαφυραγώγησαν και σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι, πήγαμεν εις τα Τρίκκαλα. Και χάλασα αυτό σας το σκέδιο κ᾿ έπεσα εις την οργή σας, γιατί ήθα κάνετε μίαν μεγάλη ετοιμασίαν αναντίον των βουλευτών και του Κουντουργιώτη. Αφού εγώ έφυγα από την συντροφιά σας, όταν ματαπήγαμεν με την Κυβέρνησιν εις την Τροπολιτζά, οπού ήταν οι Κολοκοτρωναίγοι κι᾿ ο Πετρόμπεγης κι᾿ άλλοι, πόσοι τάφοι πάλε άνοιξαν; Και σας βγάλαμεν όλους από την Τροπολιτζά, και την πήρε η Κυβέρνηση. Από εκεί κατεβήκαμεν εις τ᾿ Άργος και ήρθαν αναντίον μας όλοι αυτείνοι- πόσοι σκοτώθηκαν εις του Άργους τον κάμπο και εις τ᾿ Ανάπλι απόξω; Και πήραμεν τ᾿ Ανάπλι και τα κάστρα. Ύστερα πιάσετε κομπανία με Ζαϊμη, Ντεληγιανναίους κι᾿ άλλους πολλούς -πόσοι σκοτώθηκαν εις την Μεσσηνίαν και ύστερα εις την Τροπολιτζά, εις τα χωριά, οπού χάθηκε κι᾿ ο Πάνος Κολοκοτρώνης; Ήρθα εις την Αθήνα κ᾿ έμπασα τους Καρατασσαίους και Γκούρα εις τον Μωριά. Και πήγαν εις τον Αγιώργη της Κόρθος, οπού τον βαστήγετε, κι᾿ από εκεί αλλού -πόσοι τάφοι άνοιξαν σε όλο αυτό το διάστημα, οπού τους πιάσαμεν όλους αυτούς και τους πήγαν εις την Ύδρα ρέστο; Τι έπαθαν οι κάτοικοι από τους Ρωμαίγους, όχι από τους Τούρκους; Ύστερα εις Παλαμήδι, Ανάπλι, Άργος, Κρανίδι δια τις εκλογές της Συνέλεψης τι έγινε, τι έπαθε η πατρίδα, και εις Κόρθο κι᾿ άλλα μέρη όσο-οπού ᾿ρθε ο Κυβερνήτης; ᾿Σ την αρχή δεν τον ᾿ρεθίζετε εσείς οι μεγαλοκέφαλοι και ήτον με την πατρίδα. Τον αγαπούσε όλος ο λαός και δυο χρόνια κυβέρνησε καλά. Ύστερα περιλάβετε εσείς τον Κυβερνήτη -πόσοι τάφοι έγιναν εις Σπάρτη και Μεσσηνία, εις Πόρον κι᾿ αλλού και που κατάντησε η κυβέρνησή του; Ύστερα πιάστη με τους Μαυρομιχαλαίγους. Σας έλεγαν άνθρωποι γνωστικοί να κλίνετε κ᾿ εσείς την θέλησή σας, καθώς συγκατάνευε κ᾿ ο Κυβερνήτης, ν᾿ αγαπηθή μ᾿ αυτούς δεν στάθη τρόπος. Και χάθη κι᾿ αυτός και η πατρίδα διατιμήθη. Σκοτώνοντας ο Κυβερνήτης, πόσοι άνθρωποι χάθηκαν εις τ᾿ Άργος εξ-αιτίας σας και πόσοι σε όλο το διάστημα οπού γυρίσαμεν εις τ᾿ Ανάπλι; Εις τ᾿ Άργος ύστερα γύρευε η συντροφιά σας να χτυπήσουν τους Γάλλους- στρατέματα της Συμμαχίας! Αυτείνοι με δύναμη και μ᾿ όλα τ᾿ αναγκαία κ᾿ εμείς με-χωρίς φουσέκια ηθέλαμεν να τους σκοτώσουμεν! Κι᾿ αναντιώθηκα εγώ εκεί και κιντύνεψα και κρυφίως έφυγα και ύστερα εις το κονάκι του Χατζηχρήστου ήρθαν ο Κριτζώτης, ο Νότης και οι άλλοι και μίλησα όλων των αξιωματικών και ρίχτηκαν απάνου-εις τους αρχηγούς τους, οπού ᾿χαν ορκιστή να βαρέσουν τους Γάλλους, και τραβήχτηκαν αυτείνοι. Δεν ήρθαν οι φίλοι σας μόνοι τους εις το Κιόσκι του Αναπλιού κι᾿ Αγροκήπιον; Κ᾿ εγώ πήγα εις τ᾿ Ανάπλι και ᾿σύχασα τους γκενεραλαίγους τους Γάλλους, οπού ᾿ρεθίστηκαν κ᾿ έλεγαν ότ᾿ είναι γενικόν κίνημα και ήταν αναντίον γενικώς της πατρίδας. Κι᾿ ως αδύνατοι οι Κολοκοτρωναίγοι κι᾿ ο Τζαβέλας και οι άλλοι φύγαν οπίσου ευτύς, αφού μάθαν ότι δεν έχουν άλλους συντρόφους κ᾿ έμεινε αυτό δια την ώρα. Και ύστερα ο Τζόκρης, ο Κριτζώτης κι᾿ άλλοι θέλησαν να κάμουν αυτείνη την γενναιότητα εις τ᾿ Άργος αναντίον των Γάλλων και πιάστη το ντουφέκι. Δεν σκοτώθηκαν περίτου από τρακόσοι άντρες κι᾿ αθώα γυναικόπαιδα; Και γύρεψα την άδεια εσάς των κυβερνήτων και ήρθε κι᾿ ο Ρουάν, ο πρέσβυς της Γαλλίας, και σας είπε να μου δώσετε την άδεια από την αυγή να πάγω να μιλήσω με τους γκενεραλαίους, οπού είχα την φιλίαν τους, δια-να σβέση αυτό το κακόν, να-μην πάθη τόσος αθώος κόσμος, και δεν θελήσετε -μόνον ο Κωλέτης ήταν σύνφωνος με την γνώμη μου -και το δειλινό μ᾿ αφήσετε και πήγα, οπού ᾿χε τελειώση το κακόν και μιλήσαμεν των γκενεραλαίγων κι᾿ όλων των αξιωματικών εγώ, ο Μήτρο Ντεληγιώργης, ο Δανίλη Πανάς, οπού μας στείλετε η Κυβέρνηση και οι πληρεξούσιοι κι᾿ όλοι οι πολίτες να ειπούμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκιμάσετε ακούγοντας αυτό το δυστύχημα. Και τους καταπραγύναμεν και σήκωσαν την αγανάχτησίν τους, οπού ᾿χαν γενικώς εις το Έθνος. Πόσοι τάφοι άνοιξαν εις την Τροπολιτζά, οπού πήγε ο Γρίβας και οι Κολοκοτρωναίγοι; Τι έπαθαν οι κάτοικοι και που τους κατοίκισαν; Ήμουν κ᾿ εγώ με τον Ντεληγιώργη, με το σώμα μας, πρωτύτερα εκεί -πήγα και μάζωξα τους κατοίκους από τα σπήλαια και τους ήφερα και κάναν το εμπόριόν τους, οπού ήταν τόσα ασκέρια. Πειράχτη τίποτας; Πόσο ξύλο τους τίναζα μέσα-εις το παζάρι; Και δι᾿ αυτείνη την ησυχίαν και τάξη ούτε τους μιστούς μας ολουνών εμάς δεν μας δώσετε! Δεν πληρώσετε τον Ζέρβα κι᾿ αλλουνούς και δέσαν τους πληρεξούσιους του Έθνους εις την Πρόνοια; Δεν αφανίστη όλος ο κόσμος εκεί; Δεν κόβαν το νερό σήμερα ο ένας κι᾿ αύριον ο άλλος και πλερώνονταν και τ᾿ άφιναν, οπού θα σκάζαμεν όλοι μέσα-εις τ᾿ Ανάπλι; Τι έπαθε το Μισολόγγι και τ᾿ Αντελικό από τους Γριβαίους; Το ᾿παθε χερότερα από τους Τούρκους. Όταν ήρθε ο Βασιλέας, ποιος τους ᾿ρέθιζε τους αγωνιστάς; Η αφεντειά-σας οι μεγάλοι πολιτικοί. Και πήγαν εις την Τουρκιά και χάθηκαν οι περισσότεροι. Και τόσοι άλλοι χάθηκαν εις την Πελοπόννησο, οπού σκοτώθη ο Κρίτζαλης κι᾿ άλλοι, και εις την Σπάρτη κι᾿ αλλού. Και τόσοι εις τα τριάντα-έξι, οπού χάθη το άνθος του Έθνους. Και τόσους οπού έκοψε η τζελατίνα και τόσοι οπού πέθαναν εις τις φυλακές. Και τόσοι εις τις διάφορες εκλογές εσάς των Εκλαμπρότατων πολιτικώ μας. Σας ερωτώ, εσάς τους Εκλαμπρότατους και μεγαλόγνωσους πολιτικούς της Ελλάδος αρχή και τέλος αν ήρθετε από καλωσύνη σας να μας φωτίσετε, να μας λευτερώσετε, διατί να χυθούν αυτά τα αίματα οπού χύθηκαν και η πατρίδα να είναι εις την κατάστασιν οπού είναι ως την σήμερον, και να γένη αυτείνη η δυστυχία γενικώς εις τους τίμιους ανθρώπους; Και να θέλουν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Ρούσσοι, οι Αουστριακοί ή άλλο κράτος να μας κυβερνήσουν με το μέσον το δικόν-σας; Η αφεντειά-σας, οι ξενοφερμένοι πατριώτες, ήστε και οι πρώτοι πολιτικοί και οι δεύτεροι και οι τρίτοι και οι τέταρτοι και οι πέφτοι και οι έχτοι κι᾿ ακόμα εις όλα τα πράματα της πατρίδας αν είχετε αρετή κι᾿ ομόνοια, γένονταν αυτά; Διατιμιέταν το δυστυχισμένο, το αθώον Έθνος; Μπαίναν όλοι οι μπερμπάντες παντού; Πότε συβουλέψετε το στρατιωτικόν πατριωτικώς, κι᾿ αυτό εβήκε από τα καθήκοντά του και δεν σας άκουσε; Μεγαλύτερον είχαμεν εις την Πελοπόννησον τον Κολοκοτρώνη όπως του λέγετε έτζι έκανε «πολέμα υπέρ της πατρίδος», πολέμαγε «κάνε εφύλιους πολέμους», έκανε. Ήταν ο Δυσσέας εις την Ανατολική Ελλάδα από τίνος συβουλή επέταξε το ντουφέκι κ᾿ έβαλε το καλαμάρι κ᾿ έγινε πολιτικός και φατριαστής ο στρατιωτικός; Από δική-σας. Έστειλε ο κύριος Κωλέτης εις τον Δυσσέα τον Αλέξη Νούτζο και τον σκότωσε αυτόν και τον γενναίον και τίμιον Παλάσκα. Ο Δυσσέας τους σκότωσε, αλλά ο Κωλέτης και η συντροφιά του τους έστειλε -ή εκείνοι σκότωναν τον Δυσσέα, ή ο Δυσσέας αυτούς, όφελος του Κωλέτη και της συντροφιάς του ήταν. Ύστερα σκότωσε και τον Δυσσέα. Είπα τα πατρικά σας αιστήματα και τον πατριωτισμόν οπού δείξετε όλοι σας, οπού κοπιάσετε να μας λευτερώσετε. Αυτείνοι είναι οι αγώνες σας. Είχαμεν τόσα σπίτια σημαντικά και εις την Ρούμελη και εις την Πελοπόννησο και νησιά, οπού πραματικώς θυσιάσαν δια την πατρίδα. Που είναι τώρα; Χάθηκαν τα περισσότερα. Τα παιδιά τους και πολλοί οπού ζούνε από αυτούς στραβώνουν μυίγες μέσα-εις τους δρόμους της ματοκυλισμένης πατρίδας τους. Θυσιάστηκαν απόξω ορθόδοξοι χριστιανοί και σκοτώθηκαν τόσοι σημαντικοί αρχηγοί, τόσοι νοικοκυραίοι -τα παιδιά τους κι᾿ όσοι ζούνε λένε ψωμάκι οι περισσότεροι, και που ᾿ν᾿ το; Εσάς σας τιμήσαμεν, σας δοξάσαμεν, σας κάμαμεν Εκλαμπρότατους, αντιπρόσωπους εις τα δυνατά έθνη. Και πληρώνεστε χοντρούς μιστούς. Ότι σας κάμαμεν σημαντικούς και βέβαια θέλετε και καλούς μιστούς να ζήσετε. Ενώ εμείς και πρώτα και τώρα ζούμεν όπως μπορέσωμεν -όμως οι Εκλαμπρότητές σας δεν θέλομεν να κακοπορέψετε κι᾿ αν σας ιδούμεν δυστυχείς λυπώμαστε κ᾿ ευτύς θα ν᾿ αναπάψωμε τα δεινά σας. Κι᾿ ως τίμιοι άνθρωποι αυτό πρέπει να κάμωμεν δια-ν᾿ αναστήσωμεν στύλους εις την πατρίδα μας από ανθρώπους άξιους να την βοηθούν, καθώς κάνουν όλα τα έθνη. Εμείς αυτό αρχή και τέλος το ακολουθούμεν εις την Εκλαμπρότη σας η Εκλαμπρότη σας τι κάμετε ᾿σ εμάς; Όταν θα ᾿ρχονταν ο Βασιλέας από την Μπαυαρία, δεν έπρεπε, αν ήσασταν καλοί ποιμένες, να συναχτήτε όλοι εσείς, οπού μας κυβερνάγετε, και να συνάξετε κι᾿ άλλους προκρίτους, πολιτικούς και στρατιωτικούς, και να τους ειπήτε «Ό,τι διχόνοιαν έχομεν αναμεταξύ μας το ᾿να το κόμμα με τ᾿ άλλο (οπού η καλωσύνη σας μας κάμετε κόμματα και να ειπήτε), τώρα έρχεται διαδοχικός βασιλέας και πρέπει να μονοιάσουμεν αναμεταξύ μας, να μας εύρη μονοιασμένους, να μας εύρη έθνος κατά τους αγώνες μας και θυσίες μας και τοιούτως να μας διατηρήση και με τοιούτους νόμους να μας κυβερνήση». Και να ειπήτε ολουνών των οπλαρχηγών «Να πάρετε τ᾿ ασκέρια σας και να τοποθετηθήτε ᾿σ εκείνο, ᾿σ εκείνο το μέρος και να παίρνετε το ψωμί σας και ν᾿ αφήσετε ήσυχους τους πολίτες να κάνουν το έργον τους, να είμαστε όλοι καθείς εις την θέσιν του ώσο-οπού να ᾿ρθη ο Βασιλέας και η Αντιβασιλεία να μας εύρη τοιούτους. Και θα τους μιλήσουμεν δια τα δίκια γενικώς και πολίτων και στρατιωτικών». Αν κάνετε αυτό, ποιος θ᾿ αντίτεινε, Εκλαμπρότατοι; Εσείς να συστηθήτε! Κι᾿ αποδείξατε και σε όλους τους ξένους και εις τον ίδιον τον Βασιλέα κι᾿ Αντιβασιλεία τι θερία ήσασταν κι᾿ ότι η αρετή σας και τα πλούτη σας βάστηξαν αυτό οπού έγινε βασίλειον. Βάλετε τον υπουργόν Ζωγράφο των Στρατιωτικών τότε κ᾿ έφκειασε μίαν προκήρυξη κ᾿ έλεγε από τον Κολοκοτρώνη και κάτου ως τον μικρότερον στρατιωτικόν είναι όλοι λησταί και μπερμπάντες. Δεν εβάλετε κι᾿ αυτό εις την προκήρυξη ό,τι έκανε ο Κολοκοτρώνης και η συντροφιά του ποιων σκέδια ήταν; Ήταν του Μεταξά, ήταν του Ζαϊμη, του Ντεληγιάννη κι᾿ αλλουνών. Ό,τι έκαναν οι ναυτικοί ήταν των ανωτέρων τους πολιτικών ό,τι έκαναν οι άλλοι ήταν του Κωλέτη και Μαυροκορδάτου. Κι᾿ ό,τι λάφυρα έκανε το ᾿να το κόμμα και σκοτωμούς του αλλουνού του αδύνατου, τα ᾿κανε κ᾿ εκεινού του κόμματος γύμνωνε τους κατοίκους. Κι᾿ όποιος δεν ήθελε ν᾿ ακούση την συβουλή σας και την διαταγή σας, Εκλαμπρότατοι, και ήταν τίμιος άνθρωπος και λυπάταν τους ομογενείς του, τους συναγωνιστάς του τους κατοίκους και δεν είχε αυτείνη την ψυχή να τους γυμνώση και να τους πάρη την χαψιά από το στόμα τους, να πεθάνουν αυτείνοι και η φαμελιά τους, αυτόν δεν τον λέγετε τίμιον τον τοιούτον, αλλά τον λέγετε ανάξιον και άναντρον. Η αφεντειά-σου ο ίδιος, κύριε Μεταξά, μας είπες αυτό του Μήτρου Ντεληγιώργη κ᾿ εμένα όταν σας δείξαμεν τα ευκαριστήρια του Επιθεωρητή εις την Τροπολιτζά, οπού η δική-μας η διαγωή έδωσε παράδειμα και εις τ᾿ άλλα τα σώματα, οπού ᾿ταν τόσα σε όλα τα χωριά και εις την πολιτεία κι᾿ αφού ως μέλη της Κυβερνήσεως σου είπαμεν δια την μεγάλην ευταξίαν των ανθρώπω μας, οπού τους ξεποδαριάζαμεν νύχτα και ημέρα και προφυλάγαμεν τους κατοίκους χώρα και χωριά, και σου είπαμεν αυτό δια-να χαρής και να ευκολύνετε τους πενήντα φοίνικες, οπού αποφασίστηκαν γενικώς σε όλα τα σώματα εις τον κάθε άνθρωπον, και να μας στείλετε κ᾿ εμάς σε μίαν επαρχίαν, η απάντησή σου ποια ήταν; Ότ᾿ ήμασταν ανάξιοι και δεν γυμνώσαμεν κ᾿ εμείς καθώς και οι άλλοι! Μ᾿ εφτακόσιους τόσους ανθρώπους δεν ήταν αξιότη, ήταν αναξιότη! Και δεν μας δώσετε εμάς των ανάξιων ό,τι εδώσετε εις τους φίλους σας. Μας στείλετε εις το Μυστρά κ᾿ έστειλε κι᾿ ο κύριος Μαυροκορδάτος τον Κοντογιάννη εκεί, κ᾿ εμάς μας παράγγειλε θα μας πλερώνη από άλλο μέρος, ως υπουργός τότε της Οικονομίας. Όταν του ζητήσαμεν, μας είπε σώθηκαν όλα και πλερώσαμεν εξ ιδίων μας τους ανθρώπους. Και του Ντεληγιώργη του δόθηκε διαταγή να τα λάβη από το Μισολόγγι κ᾿ εμένα μου δόθηκαν υποθήκη οι Μύλοι του Γράδου ν᾿ αποπλερωθώ από εκεί κι᾿ ως την σήμερον δεν έλαβα τίποτας όξω-από τέσσερες-χιλιάδες δραχμές οπού έλαβα όταν μπήκε ο Μαυροκορδάτος πρωτοϋπουργός και υπουργός της Οικονομίας παύοντας η Συνέλεψη. Και τότε δι᾿ αυτό έβαλες τον τυπογράφο σου Φιλήμονα, κύριε Μεταξά, και ξιστόριζε τις κατάχρησες του Μαυροκορδάτου. Όταν έπαψε αυτός και μπήκε ο Κωλέτης και η Εκλαμπρότη σου εις την Οικονομίαν, έλεγε ο αγαθός σου φίλος Φιλήμονας, ότ᾿ ήμασταν ᾿γγισμένοι Αφάνισε το ταμείον και ο Μακρυγιάννης. Και σας έκαμα την απάντησιν εις τον τύπον πως ήταν αυτές και που τις έδωσα -σε χρέος της Μεταβολής κ᾿ έβαλα εξ ιδίων μου κι᾿ άλλες χίλιες-πεντακόσες και πλέρωσα. Ότ᾿ η Εκλαμπρότη σου μόνον είκοσι-πέντε δραχμές θυσίασες εις αυτείνη την μεταβολή, κι᾿ όσοι άνθρωποι αγωνίζονταν σου έλεγα να τους βάλης να φάνε κομμάτι ψωμί και με τα «σήμερα, ταχιά» -ενταυτώ εγώ τους ζωοτρόφιζα.
Και τον μιστόν, το τρίτο, μου ᾿κοψε ο φίλος μου Ρόδιος και κάνα παιδί των αγωνιστών δεν πλερώνει εις τους Ευέλπιδες, εγώ πλερώνω. Η προκήρυξη του Ζωγράφου ήταν ότι ο Βασιλέας κι᾿ όλοι οι άλλοι να ιδούνε ότι όλος ο αγώνας και οι θυσίες έγιναν από σας τους πολιτικούς, και το στρατιωτικόν όλοι θερία. Κι᾿ από τον ζήλο σας τον μεγάλο προς την πατρίδα υποφέρνεταν αυτά τα θερία ώσο-οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας για-να τιμωρηθούν αυτοί ως λησταί και οι Εκλαμπρότητές σας ως σωτήρες ν᾿ ανταμειφτήτε. Και δια-να δυναμώσετε την προκήρυξη του Ζωγράφου τι κάμετε εις τους αγωνιστάς; Πόσον ᾿ρεθισμόν αναντίον του Βασιλέως και της Αντιβασιλείας ᾿Ρεθίσετε τα στρατέματα, οπού ήταν χωρίς αξιωματικούς εις τ᾿ Άργος και εις τα χωριά, για-να τους αποδείξετε κι᾿ όντως θερία κατά την προκήρυξή σας. Και ήρθαν τα στρατέματα ως απόξω-εις τ᾿ Ανάπλι. Και τότε οι Μπαβαρέζοι με το ταχτικόν τους έστειλαν εις τους Τούρκους ξυπόλυτους και γυμνούς και βάλαν Τούρκον αρχηγόν και χάθηκαν οι περισσότεροι δια-να στερεωθούν τα γραφόμενα της προκήρυξής σας. Οι Εκλαμπρότητές σας ήσασταν άγιοι εις τον Αγώνα και λευτερώσετε την πατρίδα, και το στρατιωτικόν όλοι λησταί και θερία ανήμερα! Και πως υποφέρετε μ᾿ αυτούς; Ήταν τα πατριωτικά σας αιστήματα και οι γενναίες σας θυσίες προς όφελον αυτής της πατρίδας! Αυτό εφάνη κι᾿ από τον διορισμόν εις τα τάματα των συντρόφωνέ σας. Και πήγα κ᾿ έβαλα με δάκρυα εις τον Αϊντέκ αυτά υπόψει του και σε τι θα καταντήσωμεν όταν αδικήται το δίκιον. Και τα χάλασε όλα αυτά. Μίλησα και του Βασιλέως, όταν παρουσιάστηκα. Και μπήκε σε συμπάθειον ο Βασιλέας και η Αντιβασιλεία. Τότε με βάλετε ᾿σ την οργή της Αντιβασιλείας. Τότε έφυγα και ήρθα εδώ και ήρθε κι᾿ ο Ψύλλας και μου είπε τα ίδια ως υπουργός του Εσωτερκού. Μου είπε ότ᾿ ήμαστε όλοι λησταί. Τότε εστείλετε άνθρωπον να με ᾿ρεθίση και τον πλάκωσα με το δαυλί. Κι᾿ ο Κωλέτης μο ᾿στειλε τον Κλεομένη του. Τότε φυλακώσετε όλους τους οπλαρχηγούς εις τ᾿ Ανάπλι. Κ᾿ έπαθαν τόσοι αγωνισταί. Και χάθηκαν από την τζελατίνα κι᾿ από το ντουφέκι. Από αυτόν σας τον πατριωτισμόν και θυσίες μπήκετε σε σημαντικές θέσες, γίνετε πρέσβες με χοντρούς μιστούς και με πλήθος σταυρούς. Όποτε σας λένε οι ξένοι σας φίλοι ντύνεστε το πουκάμισο της αρετής κλαίτε την πατρίδα και τους αγωνιστάς καθώς κλαίγει η φώκια τον πνιμένον -είναι τα δάκρυά της καυτερά, σαπίζει τον πνιμένον και κάθεται και τον τρώγει. Εις την Αθήνα με δυο-χιλιάδες ιππικό του Κιουτάγια και με πλήθος πεζικόν σκοτώθηκαν Έλληνες εφτακόσοι ή οχτακόσοι σε μια εκλογή του Εκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου και συντροφιάς του εις την Μεσσηνίαν και Σπάρτη οι σκοτωμοί πέρασαν αυτόν τον αριθμόν. Και οι κάτοικοι καταφανίστηκαν κι᾿ από κατάστασιν κι᾿ από ζωντανά κι᾿ από δενδροφυτείες. Άσε του Κωλέτη -ούτε γράφονται, ούτε θέλουν γραφτούνε οι προκοπές του. Όμως αυτός δικαιολογέται, ότι η εδική-σου η συντροφιά, κύριε Μαυροκορδάτε, άνοιξε αυτείνη την στράτα. Και πόσοι χάθηκαν και χάνονται ως την σήμερον και πόσοι θα χαθούμεν ακόμα κ᾿ εμείς δεν ξέρομεν. Ότι τα φώτα κι᾿ ο πατριωτισμός φαίνεται ως την σήμερον ολουνών. Δείξατε τι πατριωτισμόν και τι εθνικά φρονήματα είχετε κ᾿ εσείς και οι συντρόφοι σας, οι ρήτορές σας οι φιλελεύτεροι, οι φόρτζα Σεπτεβριανοί και Συνταματικοί, οπού άφριζαν εις το βήμα κ᾿ ενθουσιάζαν γενικώς τους Έλληνες -με λόγια παχιά και μ᾿ ασκιά μ᾿ αγέρα. Τώρα αυτείνοι οι ρήτορες, οι φιλελεύτεροι, είναι όλοι σήμερον βουλευταί μ᾿ έλεος της Αυλής και των υπουργών. Τι κάνουν σήμερα αυτείνοι; Ό,τι κάμετε κ᾿ εσείς οι αρχηγοί τους. Ήσασταν πρώτα φιλελεύτεροι; Εις το υπουργείον τούτο, οπού ᾿ναι ο Χρηστίδης υπουργός, οπού ᾿ναι ο Γιωργαντάς ο γνωστός, οπού ᾿ναι τέλος-πάντων το χτεσινό παιδί ο Ντεληγιάννης, προσκυνήσετε, αρνηθήκετε όλα όσα κάμετε όσα είπετε σας βάλαν και τα γλύψετε σα-να μην τα είπετε, και τότε κάμαν έλεος και σας βγάλαν βουλευτάς και λάβετε την διαταγή κι᾿ οδηγίες του Ντεληγιάννη και πάτε πρέσβες οι Εκλαμπρότητές σας. Και οι ρήτορές σας ρητορεύουν εις το βήμα κι᾿ ό,τι νομοσκέδια δίνουν οι υπουργοί, «σοι, Κύριε». Τέτοιοι είστε εσείς, τέτοιοι είναι κ᾿ οι οπαδοί σας. Φανήκετε όλοι τι αξίζετε και τι κάμετε εις την πατρίδα αρχή και τέλος. Σας θεωρούσαν οι μέσα και οι έξω πως κάτι ήσασταν κ᾿ είστε ό,τι είστε. Ήσασταν ό,τι θεωρούσαν οι Ευρωπαίοι τον Σουλτάνο και δεν τολμούσαν να του αφαιρέσουν τον τίτλο του Γκρανσινιόρη. Όσο έλεπαν το τζαμί εις την Βγιέννα σκιάζονταν κ᾿ έτρεμαν να-μην πάγη και παραμέσα και φκειάση κι᾿ άλλα τζαμιά. Κι᾿ από αυτόν τον φόβον κάποτε του πλέρωναν και φόρον. Κι᾿ όταν βήκαν μια χούφτα άνθρωποι και τους απόδειξαν ότι δεν έχει πλέον ο Γκρανσινιόρης μαστόρους να χτίση τζαμιά, ότι θα πέσουν κι᾿ αυτά οπού έχει, από τότε τον λένε «ο Τούρκος». Και δι᾿ αυτό οι ευεργέτες μας βάνουν τα φώτα τους να μας προκόψουν. Όμως και χωρίς κανένας από αυτούς να μας πειράξη μ᾿ έργα, ας είστε καλά εσείς οπού δεν αφήσετε κανένα κουσούρι και μας καταντήσετε τέτοιους οπού είμαστε. Εγώ είμαι στενός τους φίλος, αυτό τους είναι γνωστόν. Τον Μεταξά τον έχω και κουμπάρο και σύντροφο σε μίαν μεταβολή, τον Κωλέτη κουμπάρο, το Μαυροκορδάτο το-ίδιον -στενός φίλος από-εξαρχής μ᾿ όλους. Δεν τους τα γράφω αυτά ως οχτρός. Εκείνα οπού έπραξαν γράφω. Και λέγω εις αυτούς και εις τους φίλους τους αν φανταστούν ότι γράφω παραμικρόν ψέμα, έχουν το δικαίωμα να το αναιρέσουνε και να ειπούνε κ᾿ εγώ ό,τι έκαμα. Μπορώ ως άνθρωπος, κι᾿ αγράμματος κι᾿ απλός, να ᾿καμα περισσότερα, και δεν το αιστάνομαι ή δεν μπορώ να δικάσω του-λόγου-μου μόνος-μου. Κάθε άνθρωπος εις τον εαυτό-του κάνει τον συνήγορον, αλλά άλλες παρατήρησες θα κάμη η κατηγορία. Οι αναγνώστες τηράτε και τους τύπους αρχή και τέλος, μ᾿-όλον-οπού ᾿ναι και φίλοι τους κι᾿ άλλα λένε κι᾿ άλλα κρύβουν ότι έχουν την φιλίαν τους και την ανάγκη τους, ότι είναι πάντοτες σημαντικοί άνθρωποι και μπαίνουν σε σημαντικές θέσες. Εγώ είμαι απλός ιδιώτης και κηπουργός κ᾿ έγραψα αυτά χωρίς πάθος δια-να φαίνωνται, να μην κατηγοριέται η πατρίδα. Εσείς λοιπόν, αναγνώστες, κι᾿ όλοι οι πατριώτες, οπού θα ζήσετε εδώ, να γένετε προσεχτικοί κριταί και να κρίνετε την αλήθεια και το ψέμα. Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ᾿χουν σε δόξα, το ᾿χουν σε τιμή, το ᾿χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα.
Λένε του αδελφού του Κορφιωτάκη «Ο αδελφός σου έφαγε τόσα εθνικά υποστατικά και χρήματα του Έθνους διατί να δώση της χήρας τώρα το Έθνος και τρακόσες δραχμές τον μήνα; -Ήταν άξιος και τα πήρε όλα αυτά, λέγει, κι᾿ από την αξιότη του αυτείνη τον έβαλε κι᾿ ο Βασιλέας δυο βολές υπουργόν, μίαν εις την Οικονομίαν (και διόρθωσε όλα αυτά οπού είχε κάμη και πήρε κι᾿ άλλα) -τώρα δι᾿ αυτά πλερώστε και τρακόσες δραχμές τον μήνα!» Κάνει το νομοσκέδιον ο Χρηστίδης, ο υπουργός ο τωρινός της Οικονομίας. Πουλεί κι᾿ αυτός το σμυρίδι έντεκα δραχμές το καντάρι του δίνουν δεκάξι «Το ᾿δωσα τώρα» λέγει. Πιάνει ο Μπάλμπης, οπού ήταν υπουργός της Οικονομίας, τον συνάδελφόν του τον Γιωργαντά Νοταρά, υπουργόν του Εσωτερκού, και του ζητεί τα όσα έχει κατακρατήση του Έθνους, 350-χιλιάδες δραχμές. «Κι᾿ αν δεν τα δώσης, του λέγει, δεν συνεδριάζομεν μαζί απαρατιώμαι». Του λέγει ο Βασιλέας «Είναι δεχτή η απαραίτησή σου». Κι᾿ απαρατήθη. Κι᾿ άλλα κι᾿ άλλα πλήθος τοιούτα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας. Αυτά δεν τα λέγω εγώ μοναχός, τα λέγει όλο το κοινό και οι ᾿φημερίδες. Κι᾿ όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικον να πνίγη το δίκιον. Δια ᾿κείνο έμαθα γράμματα εις τα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμον το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω ήμουν φτωχός κ᾿ έκανα τον υπερέτη και τιμάρευα άλογα κι᾿ άλλες πλήθος δουλειές έκανα να βγάλω το πατρικό μου χρέος, οπού μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κ᾿ εγώ σε τούτην την κοινωνίαν όσο έχω τ᾿ αμανέτι του Θεού εις το σώμα μου. Κι᾿ αφού ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώση από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε κ᾿ εμένα να δουλέψω κατά δύναμη λιγώτερον από τον χερώτερον πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα -ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ᾿ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το-λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, «να την φυλάμεν κι᾿ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος-του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι᾿ όχι εις το εγώ. Και εις-το-εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ειδούνε όλοι οι Έλληνες ν᾿ αγωνίζωνται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζωνται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας. Ότι θα είναι καλά δικά-τους. Όχι όμως να φαντάζωνται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να ᾿χουν την επιρροή για ικανότη.
Επειδήτις ολοένα λέγω κατάχρησες, μη στοχάζεστε ότι έχω πάθος εις τους ανθρώπους. Ψάξετε τις ᾿φημερίδες, τηράτε και τα πραχτικά των Βουλών, μ᾿-όλον-οπού ᾿ναι τέτοιες Βουλές οπού ᾿περασπίζονται την κλεψιά και ᾿διοτέλεια και πολεμούνε την δικαιοσύνη και μ᾿-όλον-αυτό θα ιδήτε αν αληθινά είναι αυτά οπού σημειώνω. Είπα σε πολλά μέρη, λέγω και τώρα εγώ τα ᾿γραψα αυτά όλα κι᾿ όποιος απ᾿ όσους μιλώ προσωπικώς στοχάζεται ότι τον αδικώ και είναι κακία μου κι᾿ όχι αλήθεια, έχει το ελεύτερον να γράψη κι᾿ αναντίον μου ό,τι λάθη έκαμα εις τον αγώνα της πατρίδος όχι όμως παθητικώς, αλλά συντροφεμένος με την αλήθεια, με την παρατήρησιν. Όμως δεν έχει κανένας το δικαίωμα να γράψη ούτε υπέρ μου, ούτε κατά αν δεν διαβάση πρώτα όλο τούτο αρχή και τέλος κι᾿ όλα μου τ᾿ αποδειχτικά και τα χαρτιά μου- και τότε ας γράψη ό,τι ο Θεός τον φωτίση. Κι᾿ όταν τα διαβάση, τότε ας κάμη την παρατήρησή του, όχι πρωτύτερα. Κ᾿ εγώ έκαμα λάθη και κάνω άνθρωπος είμαι. Και πρέπει να γράφωνται και τα καλά μας και τα κακά μας.
T E Λ Ο Σ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου